Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Ελένη Λαδιά - Οι Έλληνες παίδες στην Αρχαιότητα , μια κριτική του Παναγιώτη Δρακόπουλου

Εκδόσεις GEMA, Αθήνα 2010

Η θέση του παιδιού στην ελληνική αρχαιότητα είναι ένα μεγάλο και σύνθετο ζήτημα. Αρχίζει με ερωτήματα επί των προϋποθέσεων, όπως λ.χ. Τί είναι παιδί; Η λέξη παιδί είναι προσδιοριστικό χρόνου (ηλικίας) ή συμπεριφοράς; Κάθε χρονική περίοδος στη ζωή του ανθρώπου ταυτίζεται με ένα καθορισμένο τρόπο συμπεριφοράς; Το να είσαι παιδί καθορίζεται από το χρόνο ή από την κοινότητα στην οποία ανήκεις; Τι σημαίνει είμαι παιδί για την ύπαρξη; Πως το παιδί αντιλαμβάνεται την παιδικότητά του και πως το μη παιδί την υπέρβασή της; (Και πρόκειται για υπέρβαση ή για απόρριψη;) Τα παιδία παίζει – αυτό σημαίνει ότι μόνο το παιδί παίζει ή ότι καθένας που παίζει είναι παιδί; Τί σημαίνει παίζω, τί είναι παιχνίδι;

Στους προϊστορικούς χρόνους το παιδί ήταν μια ηλικία που κρατούσε αρκετά χρόνια. Σήμαινε την περίοδο που δεν μπορούσε να συμμετάσχει πρωτογενώς στην εύρεση τροφής (κυνήγι, αργότερα γεωργία κλπ.) Αυτό είναι επακόλουθο του δεδομένου ότι ο άνθρωπος, σε αντίθεση με τα ζώα, έχει εξαιρετικά μεγάλη περίοδο εκμάθησης και ανάπτυξης ικανοτήτων έως ότου να φροντίσει τον εαυτό του. Αυτό το στοιχείο καθορίζει και τη διαφορά ανάμεσα στο χρονικό εύρος της παιδικής ηλικίας στο κορίτσι και το αγόρι: το τέλος της παιδικής ηλικίας στο κορίτσι ορίζεται από την πρώτη ένδειξη αίματος γονιμότητας, ενώ στο αγόρι από την ώρα που οι άνδρες θα του εμπιστευθούν μια θέση δίπλα τους στον πόλεμο ή στο ομαδικό κυνήγι.

Στους προϊστορικούς χρόνους έφθασαν στην Ελλάδα ως εισβολείς οι Ινδοευρωπαϊκοί λαοί. Αυτοί απορρόφησαν την παλιά θρησκεία μέσα στη δική τους. Η παλιά θρησκεία ήταν λατρεία της Μεγάλης Θεάς, δηλαδή της Γης και της γονιμότητας. Σύμβολό της είχε το φίδι, το χθόνιο ζώο. Κέντρο αυτής της θρησκείας στην Ελλάδα ήταν η Κρήτη και οι περιοχές όπου ζούσαν Κρήτες (Βοιωτία, Λοκρίδα, Αθήνα κλπ) Οι Ινδοευρωπαίοι έβαλαν στη θέση του φιδιού το παιδί: αυτό είναι είτε σύμβολο του ουρανού ή του ήλιου. Εμφανίζεται η μυθολογία όπου το παιδί συντρίβει το φίδι, τη λατρεία του και την κυριαρχία του. Εκεί ανάγεται ο μύθος του Ηρακλή που βρέφος ακόμη πνίγει τα φίδια, εκεί, βέβαια και η Αθηνά που μένει γυναίκα (Θεά) έχοντας σύμβολό της και το φίδι, αλλά είναι κόρη βγαλμένη όχι από μήτρα μα από το κεφάλι του ουράνιου θεού. Εκεί και του Απόλλωνα που συντρίβει το φίδι (Πύθωνα) και το απορροφά στη δική του λατρεία με τη γενική ονομασία που κάθε πρωθιέρειά του έπαιρνε: Πυθία. Οι αγώνες προς τιμήν του θεού λέγονταν Πύθεια, τους νικητές όμως δεν τους στεφάνωνε η Πυθία αλλά ένα παιδί. Ο Ηράκλειτος, που έδειξε τον σεβασμό του για τον Απόλλωνα, θα αναφερθεί στο παιδί ως θεό: «αιών παις εστί παίζων, πεσσεύων. παιδός η βασιληίη" (Diels, απ. 52).

Με το παιδί του μύθου ασχολείται κυρίως το βιβλίο της Ελένης Λαδιά «Οι Έλληνες παίδες στην αρχαιότητα». Μολονότι έχει καλή φιλολογική ραχοκοκκαλιά, η συγγραφέας δεν γράφει ένα ακαδημαϊκό βιβλίο. Η Λαδιά αγαπάει την ελληνική αρχαιότητα, είναι μαγεμένη από αυτήν και γράφει εκ του περισσεύματος της καρδίας της. Λατρεύει το μύθο και κινείται μέσα στους διαδρόμους του με την άνεση του αρχαίου μυθογράφου. Αλλά είναι και ιέρεια που ο ναός της είναι τα Μουσεία. Δεν γνωρίζω άλλο συγγραφέα που να στηρίζεται όχι μόνο ή όχι τόσο στα κείμενα, όσο στα αγγεία και τα αγάλματα. Η Λαδιά δεν παραθεωρεί τα κείμενα – κάθε άλλο. Αλλά πηγαίνει στα Μουσεία, και μιλάει, μ ιλάει με τις μορφές που τις βλέπει και τις ανασταίνει εντός της. Ο αναγνώστης το καταλαβαίνει αυτό: καθώς διαβάζει, συνειδητοποιεί ότι η συγγραφέας δεν περιγράφει αλλά απευθύνεται σε αυτό που θα περίμενες να περιγράψει.

Πολλοί λόγιοι υποστηρίζουν ότι στην ελληνική αρχαιότητα το παιδί είχε εξαιρετικά φροντισμένη αγωγή. Όμως,αυτό δεν είναι αλήθεια. Δεν λήγει την ίδια περίοδο η παιδική ηλικία του παιδιού ενός δούλου και του παιδιού ενός πολίτη. Ούτε καν μεταξύ του παιδιού ενός άρχοντα κι ενός εργάτη. Ο Πλάτων μας πληροφορεί ότι τα παιδιά των αρχόντων «αρχίζουν τη μαθητεία στους δασκάλους σε πολύ πρώιμη ηλικία και την τελειώνουν σε πολύ όψιμη» (Πρωταγόρας 326d). Η διαφορά διάρκειας της εκπαίδευσης υποδηλώνει και διαφορά διάρκειας της παιδικής ηλικίας. Στη Σπάρτη, όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά: ο μικρός Σπαρτιάτης υποχρεωνόταν να εγκαταλείψει τη μητέρα του στα 7 του χρόνια και να ενταχθεί σε μονάδα εκπαίδευσης της πολιτείας έως ότου γίνει 20 ετών. Στην Αθήνα δεν έφευγε από το σπίτι, πήγαινε σχολείο περίπου 7 ετών για 3-4 χρόνια να μάθει γραφή κι ανάγνωση τουλάχιστον, και μετά είτε βοηθούσε τον πατέρα του στη δουλειά, είτε συνέχιζε την καλλιέργειά του έως ότου γίνει 18 ετών. Τότε άρχιζε η μετεφηβική του ηλικία και πήγαινε στο στρατό. Άρα, μιλάμε για περίπου ίδια ηλικία λήξης της παιδικών χρόνων: διαρκεί περίπου 18-20 χρόνια για τα αγόρια των πλουσίων, και 13-15 για τα αγόρια των εργατών και για τα κορίτσια, πλούσια και φτωχά.

Η Ελένη Λαδιά δεν κάνει μια ιστορία της παιδικής ηλικίας στην αρχαιότητα. Ούτε βέβαια μια προσέγγιση του θέματος από την σκοπιά των κοινωνικών επιστημών. Θέλει μόνο να δώσει στον αναγνώστη της ένα μέρος της μυθικής ψυχής που συνήθως δεν το προσέχουμε, απορροφημένοι καθώς είμαστε από τα εντυπωσιακά επιτεύγματα. Δεν την ενδιαφέρει να αναπτύξει ερμηνείες του μύθου. Και σε αυτό, όπως και στα άλλα της βιβλία με θέμα την αρχαιότητα, θέλει να μας μυήσει, όχι να μας διδάξει. Θέλει να μας κάνει να κοιτάξουμε το μύθο με τη λεπτότητα και τρυφερότητα που του αρμόζει, δεν θέλει να μας γεμίσει πληροφορίες. Η Ελένη Λαδιά είναι ξεναγός μας. Όχι σε μια περιοχή, όχι σε ένα αντικείμενο, αλλά στην ίδια την ψυχή του μυθικού λόγου.

Στο βιβλίο αυτό, η συγγραφέας έχει ένα τμήμα όπου μεταφέρει και σχολιάζει απόψεις των αρχαίων για την εκπαίδευση των νέων. Είναι άξιο προσοχής, ασφαλώς, το γεγονός της προσοχής των αρχαίων για την εκπαίδευση και την ευρύτερη παιδεία των νέων. Οι αρχαίοι θεωρούν αυτονόητο ότι όλοι συμφωνούμε ποιός είναι ο νέος και ποιό το παιδί. Θεωρούν αμετακίνητη (άρα βιολογικό δεδομένο και όχι μέρος του φαντασιακού) το πότε είναι κανείς παιδί, πότε έφηβος και πότε άνδρας. Επίσης, έχουν μια αλλόκοτη πεποίθηση στη δύναμη της παιδείας, πολλές φορές μάλιστα της αποδίδουν δύναμη ικανή να λυτρώσει την κοινωνία από τα κακά. Θα μπορούσε κανείς να συζητήσει τις προϋποθέσεις αυτών των θεωριών και να ασκήσει τον έλεγχό τους. Αλλά δεν θέλω να κάνω τέτοιο έργο σε αυτό το σημείωμα. Εδώ θέλω μόνο να επισημάνω την ικανότητα της Ελένης Λαδιά να βοηθά τον αναγνώστη και στην προσπέλαση των κειμένων, και των πιό ερμητικών ακόμη.

Καταλήγοντας, θα ήθελα να παροτρύνω τον αναγνώστη να διαβάσει Ελένη Λαδιά, αν θέλει να μπεί στον κόσμο της ελληνικής αρχαιότητας με έναν ξεναγό που θα του μιλάει φορτισμένη συγκινησιακά, κι όχι να του δίνει αδιάφορα ξερές πληροφορίες.


₪

Άλλα αρχαιογνωστικά βιβλία της Ελένης Λαδιά (επιλογή) : Οι Ορφικοί Ύμνοι, και οι Ομηρικοί Ύμνοι βεβαίως (με τον Δ. Παπαδίτσα), Τα ψυχομαντεία και ο υποχθόνιος κόσμος των Ελλήνων, Μυθολογικά παράδοξα κι ένα διήγημα, Θεών και ανθρώπων συναντήσεις.




Πηγή: ΕΠΑΓΩΓΗ

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Ελένη Λαδιά: Η Φανώ

Ἑ­λέ­νη Λα­διᾶ

Ἡ Φα­νώ

ΠΟ ΠΟΛΥ μι­κρὴ ἡ Φα­νὼ ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν μου­σι­κὴ καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς ξε­χνι­ό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ δέν­δρο τῆς αὐ­λῆς, ἀ­κού­γον­τας ἤ­χους στὴν φαν­τα­σί­α της, ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ γί­νον­ταν τρα­γού­δι μὲ λέ­ξεις δι­κές της. Στὰ ἕν­δε­κά της ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α της νὰ πά­ρει μα­θή­μα­τα πιά­νου πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε. Ἡ δα­σκά­λα τῆς μου­σι­κῆς ἔ­με­νε μα­κριά, κά­που στὸ τέρ­μα τοῦ Δή­μου, σ’ ἕ­ναν δρό­μο ἀ­νη­φο­ρι­κό, καὶ ἦ­ταν πα­ρά­ξε­νη. Ὅ­ταν τῆς ἔ­κα­νε μά­θη­μα πιά­νου, ὁ ἦ­χος δὲν ἀ­κου­γό­ταν. Ἡ μι­κρὴ Φα­νὼ ἦ­ταν πο­λὺ ντρο­πα­λὴ γιὰ νὰ ρω­τή­σει τὴν αἰ­τί­α. Ἀ­πὸ χα­ρα­κτή­ρα καὶ ἀ­γω­γὴ δὲν ζη­τοῦ­σε οὔ­τε ρω­τοῦ­σε τί­πο­τε. Ἡ δα­σκά­λα τοῦ πιά­νου τῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψε κά­ποι­α φο­ρὰ πὼς ἦ­ταν τὸ «κρυ­φό της μά­θη­μα». Καὶ μο­λο­νό­τι με­γά­λη κο­πέ­λα εἴ­κο­σι χρο­νῶ ἐ­κμυ­στη­ρεύ­τη­κε στὴν μι­κρὴ πὼς ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μὲ ἕ­ναν φαν­τά­ρο καὶ τοῦ ἔ­στελ­νε κρυ­φὰ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς της τὰ δί­δα­κτρα τῆς Φα­νῶς. Τὸ κο­ρι­τσά­κι κα­τα­κοκ­κί­νη­σε καὶ δὲν δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε. Μά­λι­στα στὸ βά­θος τῆς καρ­διᾶς της λυ­πή­θη­κε τὴν δα­σκά­λα. Ἔ­τσι προ­σπα­θοῦ­σε νὰ φαν­τα­σθεῖ τοὺς ἤ­χους τῶν πλή­κτρων καὶ δι­ά­βα­ζε μὲ φι­λο­τι­μί­α τὴν θε­ω­ρί­α καὶ τὸν ὁ­ρι­σμὸ τῆς ἁρ­μο­νί­ας. Ἔ­παιρ­νε μα­ζί της τὸ τε­τρά­διο μὲ τὴν μου­σι­κὴ ὕ­λη καὶ ἀ­πο­μνη­μό­νευ­ε ἀ­κό­μη καὶ στὸ φτω­χι­κὸ σπί­τι τῆς φί­λης της. Ὁ γά­τος ὁ Μι­σο­κο­λά­κης ποὺ κοι­μό­ταν μα­ζὶ μὲ τὴν Ἄν­να, τὴν με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­δελ­φὴ τῆς Γι­ωρ­γί­τσας, γουρ­γού­ρι­ζε στὸ χα­λά­κι τοῦ πα­τώ­μα­τος κον­τὰ στὴν γκα­ζι­έ­ρα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια γιὰ τὴν πα­ρα­σκευ­ὴ φα­γη­τοῦ καὶ γιὰ θέρ­μαν­ση. Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ φτω­χὰ σπί­τια τοῦ 1955 στὴν πρό­σο­ψη μιᾶς ὁ­ρι­ζόν­τιας κα­τα­σκευ­ῆς μὲ πολ­λὰ δω­μα­τιά­κια ἔν­θεν καὶ ἔν­θεν τῆς μα­κρό­στε­νης αὐ­λῆς καὶ μὲ κοι­νὸ καμ­πι­νέ. Ὅ­μως ἡ Φα­νὼ ἄ­φη­νε τὴν ὡ­ραί­α της μο­νο­κα­τοι­κί­α μὲ τὸν με­γά­λο κῆ­πο καὶ τρύ­πω­νε στὸ σπι­τά­κι, λὲς καὶ τὴν τρα­βοῦ­σε ἡ δυ­στυ­χί­α σὰν μέ­λι, πή­γαι­νε ἐ­κεῖ ἀ­κό­μη καὶ κρυ­φὰ ἀ­πὸ τὴν μη­τέ­ρα της ποὺ τὴν κα­τα­λά­βαι­νε ἀ­πὸ τὴν μυ­ρω­διὰ τῶν ρού­χων. «Βρω­μο­κο­πᾶς πε­τρέ­λαι­ο βρὲ παι­δά­κι, πε­τρέ­λαι­ο καὶ μού­χλα. Πὲς στὴν Γι­ωρ­γί­τσα νὰ παί­ζε­τε ἐ­δῶ.»

Ἡ Φα­νὼ ὅ­μως ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­ει τὶς πα­ρά­λο­γα γο­η­τευ­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες τῆς μυ­θο­μα­νοῦς Ἄν­νας, νὰ χα­ϊ­δεύ­ει τὸν Μι­χα­λά­κη (­αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ἀ­λη­θι­νὸ ὄ­νο­μα τοῦ γά­του, ἀλ­λὰ γιὰ ἀ­νε­ξή­γη­τους λό­γους ἡ Ἄν­να τὸν φώ­να­ζε Μι­σο­κο­λά­κη) καὶ νὰ βλέ­πει τὴν κυ­ρί­α Ὄλ­γα, μὲ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ξε­πε­σμέ­νης ἀρ­χόν­τισ­σας.

Ὁ ὁ­ρι­σμὸς τῆς ἁρ­μο­νί­ας τὴν ζά­λι­ζε, ἦ­ταν τό­σο θε­ω­ρη­τι­κὸς κι ἀ­ταί­ρια­στος ἐ­κεῖ μὲς στὰ γα­τί­σια νια­ου­ρί­σμα­τα καὶ τὴν ἔν­το­νη μυ­ρω­διὰ τῆς γκα­ζι­έ­ρας.

Τί νὰ ἦ­ταν ἡ ἁρ­μο­νί­α; Ποι­οί ἦ­χοι τὴν συ­νέ­θε­ταν; Δὲν γι­νό­ταν νὰ συ­νε­χί­σει μὲ τέ­τοι­α μα­θή­μα­τα πιά­νου. Σχε­δὸν με­λέ­τη­σε τὴν μι­σὴ μέ­θο­δο Beyer, ἔ­μα­θε νὰ ψι­θυ­ρί­ζει τὶς νό­τες ντὸ μὶ σὸλ λὰ λὰ σὸλ ντὸ ρὲ ντὸ ρὲ μὶ ρέ… ἀλ­λὰ ἦ­χο δὲν ἄ­κου­γε. Ἔ­φυ­γε ξαφ­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ μά­θη­μα καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς της ἕ­να πιά­νο. Ἕ­να πιά­νο δι­κό της, νὰ παί­ζει δυ­να­τά, νὰ μὴν τῆς κα­τε­βά­ζουν τὴν σουρ­ντί­να ποὺ ἔ­πνι­γε τὸν ἦ­χο. Δὲν τῆς ἀ­γό­ρα­σαν πιά­νο, δὲν ἤ­ξε­ραν οἱ ἄν­θρω­ποι τὴν ἀ­ξί­α του καὶ τὸ θε­ώ­ρη­σαν παι­δι­κὸ κα­πρί­σιο.

Τό­τε ἡ Φα­νὼ κι­νη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α σκέ­φτη­κε νὰ φτιά­ξει ἕ­να δι­κό της πιά­νο. Πῆ­γε στὸ μι­κρό­τε­ρο ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας, ζω­γρά­φι­σε πά­νω του πλῆ­κτρα ἀ­κρι­βῶς στὴν θέ­ση καὶ στὸ σχῆ­μα τῶν ἀ­λη­θι­νῶν, κι ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει ὅ­πως εἶ­χε μά­θει. Δί­χως νὰ ἀ­κού­γε­ται ὁ ἦ­χος, δί­χως νὰ γνω­ρί­ζει τὴν ἁρ­μο­νί­α. Μό­νον τὴν φαν­τα­ζό­ταν, ὅ­πως τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα θέ­μα­τα αὐ­τoῦ τοῦ κό­σμου…


13 Ἀ­πρι­λί­ου 2010


Πρώτη δημοσίευση: Πλανόδιον-Ιστορίες Μπονζάι



Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Κοράλι πού πετάει



Ἀπό τά πλατάνια πέφτανε κάθε λίγο σκουριασμένα φύλλα μέ χρυσωμένες ἄκρες, ἄλλα ὁλοκίτρινα, ἄλλα θαμπωμένα ὅπως χνωτισμένα γυαλιά ἤ ξεφτισμένα κομμάτια ἀπό παλιούς κασσιτερωμένους καθρέφτες.
Σ’ἕνα ἀπό τά τσίγκινα τραπεζάκια καθόταν ἡ Ἑλένη , χωμένη στό παλτό της -εἰκόνα τοῦ φθινοπώρου, πολύ μόνη. Ἔτσι μπορεῖ νά νόμιζε κάποιος πού δέν θά τήν γνώριζε καθό-
λου , οὔτε θά εἶχε τό χάρισμα νά παρατηρεῖ , ὄχι ἀπό περιέργεια, ἀλλά μέ αὐθεντικό ἐνδιαφέρον. Γιά ὅποιον ὅμως ἡ θέα τῆς Ἑλένης ραντισμένης ἀπό τόσα χρυσωμένα φθινοπωρινά ὑαλουργήματα ἦταν συναρπαστική , ἄλλα σημεῖα θά ἀποκαλύπονταν στήν κάπως σαστισμένη του ἀναγνώριση:
Ἡ Ἑλένη σκεφτόταν ὅπως πάντα καί ἔγραφε ὅπως σ’ ὅλη τή ζωή της κι ἀκόμα περισσότερο τώρα πού εἶχε βρεθεῖ κάτω ἀπό τήν βροχή τῶν πλατανόφυλλων. Ὅμως βρισκόταν μέσα στήν μαγική αὔρα ἐκεῖνων πού εἶχε μαζί της , θεούς, θεές, ἥρωες ἀλλά κυρίως τούς παῖδες: ἀπό τόν « παράξενο Τελεσφόρο» καί τόν ἀλεξανδρινό Ἁρποκράτη μέχρι τόν « Ἀρχέμορο, τό παιδί τοῦ θανάτου », τήν « Ἀταλάντη, τό ταχύποδο κορίτσι », τόν « Γλαῦκο, τό ἀναστημένο παιδί », τόν «Ἴαμο, τό παιδί τῶν μενεξέδων» κι ἕνα πλῆθος ἄλλα « πέτρινα παιδάκια » τοῦ ἀρχαίου κόσμου καί τῶν μύθων του. Παιδάκια πού τῆς ἦσαν ὄχι μόνο ἀγαπημένα ἀλλά καί πολύτιμα, τόσο πού νά γράφει πώς τά βλέπει στούς σύγχρονους δρόμους ζωντανεμένα ...
Τό τσίγκινο τραπεζάκι ὅπου ἀκουμποῦσε τούς ἀγκῶνες της ἔσταζε κάπου κάπου ἀπό τίς στρογγυλεμένες ἄκριες του μικρές ὠοδεῖς σταγόνες - ἀντανακλάσεις πού μέσα τους ἐλάχιστα θραύσματα ἀπό τόν οὐρανό ἤ τό πρόσωπό της λάμπανε γιά μιά στιγμή. Νερό καί οὐρανός γύρω ἀπό τό τραπεζάκι σχημάτιζαν ἕναν θαμπό ἀργυρό δίσκο κάτω ἀπό τό ἀγαπημένο φυτό τῆς δενδρίτιδος .*
Ὅπως κοίταζε χωμένη στήν περισυλλογή της, δέν ἤξερε ἄν τό κάλεσε ἤ ἄν ἦρθε ἀπό μόνο του τυχαία. Δέν μπορεῖ νά ἦταν ὅμως τυχαία γιατί αὐτό δέν ἦρθε γιά μιά στιγμή μόνο. Δέν πέταξε πάνω ἀπό τό κεφάλι της γιά νά χωθεῖ , διαλέγοντας ἕνα κλαδί τοῦ πλάτανου, ἀνάμεσα στά φύλλα πού λίγο λίγο τόν ἐγκατέλειπαν , ὥσπου νά τόν ἀφήσουν ἐντελῶς γυμνό. Ὄχι ! Αὐτό ἔφερε τόν πορτοκαλί πουπουλένιο μανδύα μπροστά στό πρόσωπό της κι ἄρχισε νά κάνει κύκλους γύρω του φανερώνοντας ὅλες τίς ἀποχρώσεις τῶν κοραλιῶν πού τό στόλιζαν. Ἕνα τόσο δά πουλάκι ! Ἴσως ἕνα ξεχωριστό εἶδος κοκκινολαίμη.
Δέν ἔδειξε ξαφνιασμένη. Μπορεῖ νά τό ἀναγνώρισε σάν μέρος τῆς ρέμβης της ἤ σάν ἕνα ὁλόφωτο στοχασμό, ἕναν ζ ων τ α ν ό στοχασμό πού πετοῦσε ὁλόγυρά της. Ἀλλά τό κοραλένιο πλάσμα δέν ἀρκέστηκε στό νά τήν τριγυρίζει. Πλησίαζε ὅλο καί πιό πολύ τό πρόσωπό της. Τῆς ἄγγιξε τά χείλη κι αὐτή δέν τραβήχτηκε καθόλου στό ἄγγιγμα τοῦ ράμφους του. Εἶχε κάποιο ψιχουλάκι στά χείλη της; Μποροῦσε νά ταϊζει τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ;
Ἡ Ἑλένη Λαδιᾶ καί ὁ ρουμπινένιος κοκκινολαίμης ἔφερναν ἕνα μήνυμα . Ἀλλά γιά ποιόν; Ἴσως γιά μένα. Θά μάθω κάποτε τό περιεχόμενό του; Θέλω πολύ. Δέν πρόλαβα νά ἐκφράσω αὐτή τήν ἰσχυρή ἐπιθυμία καί ξαφνικά ἦρθε ἕνας φίλος. Πόσο ἔμοιαζε μέ παραμύθι! Ὅμως δέν ἦταν. Ἁπλά ὁ φίλος γνώριζε πολλά γιά τον Μεσαίωνα:
« Τότε » μοῦ εἶπε « ἔβλεπαν στόν κοκκινολαίμη τό Παιδίον , τό Παιδί-Χριστός! Καί ἀκόμα ἔβλεπαν τό Θεῖο Πάθος Του, καί εἴχανε μιά σχετική ἱστορία.
Λέγανε πώς ὁ κοκκινολαίμης πέταξε ψηλά στό κεφάλι τοῦ Κυρίου καί προσπαθοῦσε μέ τό μικρό του ράμφος νά βγάλει ἕνα ἕνα τά ἀγκάθια ἀπ’τό στεφάνι Του. Ἀλλά τ’ἀγκάθια ἤτανε μεγάλα κι ὁ κοκκινολαίμης δέν ἦταν παρά ἕνα μικρό μικρό πουλάκι. Τ’ ἀγκάθια τοῦ τρυπήσανε τό στῆθος κι ἀπό τότε φοράει , ὡσάν παράσημα τῆς ἀγάπης καί τοῦ πόνου του γιά τόν Κύριο, τό ρουμπινένιο περιλαίμιο του!
Θυσία καί ἀνανέωση τῆς ὕπαρξης , ἄνοιξη μές στό καταχείμωνο, ὑπηρεσία, προσφορά, εἶναι μόνο κάποιοι ἀπ’τούς συμβολισμούς.» , εἶπε ὁ πολύμαθος φίλος μου.
Ἡ καρδιά μου πόνεσε καί χάρηκε. Εἶδα πάλι τήν Ἑλένη Λαδιᾶ νά κάθεται ὡσάν εἰκόνα φθινοπώρου, συνομιλώντας ὅμως μέ τήν πιό ἀνάλαφρη, φτερωτή ἄνοιξη στόμα μέ στόμα. Καί σκέφθηκα: Τί μοῦ θυμίζει ἀλήθεια; ... Κοράλι πού πετάει!

Ἀλλά γιά μένα, θά προτιμήσω νά κρατήσω τά φτερούδια, τό πετάρισμα, τό ράμφος τοῦ κοκκινολαίμη καθώς τσιμπολογάει ἀθέατο ἀρτίδιο , στό φῶς ἀπό ἕναν λόγο τοῦ Πασκάλ:
« Κάθε τί πού ἐμφανίζεται ὑποδεικνύει ὄχι μιά πλήρη ἐξαίρεση οὔτε μιά ἔκδηλη παρουσία τῆς θεότητας ἀλλά τήν παρουσία ἑνός Θεοῦ πού κρύβει τόν ἑαυτό του ». !*


Νατάσα Κεσμέτη
Δεκέμβριος 2010





  • Ἑλένης Λαδιᾶ : «Οἱ Ἕλληνες παῖδες στήν ἀρχαιότητα »
ἐκδ. Gema , 2010 , σελ. 151, ὅπου καί κατά τό Θεόκριτο ἡ ἐγγραφή πάνω στήν φλούδα τοῦ πλατανιοῦ : ΔΩΡΙΣΤΙ ΣΕΒΟΥ Μ’ ΕΛΕΝΑΣ ΦΥΤΟΝ ΕΙΜΙ.
  • Η Νατάσα Κεσμέτη είναι πεζογράφος

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Ελένης Λαδιά - Ο ονειρόσακος




Ενα πρωί, μετά από ύπνο χωρίς ενύπνια (δόξα τω Θεώ τους τελευταίους μήνες ο ύπνος είναι βαρύς, ληθαργικός και επιλήσμων), αποφάσισα να πετάξω όλα τα όνειρα που ανεκπλήρωτα κυρίευσαν το χώρο του σπιτιού μου. Βεβαίως, η ιδέα κρυφόκαιγε μέσα μου καιρό, έπρεπε κάποτε να καθαρίσω, ο οικίσκος μου ήταν μικρός, μόλις πενήντα τετραγωνικά, και τα όνειρα της ζωής μου πλημμύριζαν επικίνδυνα το ζωτικό μου χώρο. Επομένως έπρεπε να αποφασίσω: ή εγώ ή εκείνα. Τελευταία τόσο δε με άφηναν να αναπνεύσω και να κινηθώ ελεύθερα, ώστε αναγκαζόμουν να απουσιάζω ώρες από το σπίτι, βρίσκοντας καταφύγιο στους δρόμους, στα αλσύλλια ή με το κρύο στους κινηματογράφους.

Οταν επέστρεφα σπίτι τα έβλεπα, ή προσποιόμουν πως δεν τα βλέπω, στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο σε τέλειες επιμειξίες, μολονότι ήταν όνειρα διαφορετικής καταγωγής και περιεχομένου. Φαίνεται, όμως, πως με την πάροδο του καιρού απέκτησαν ένα κοινό χαρακτηριστικό που τα ωθούσε προς ένωση: Ηταν όλα εξόριστα από την πραγματικότητα ή, σαφέστερα, ανεκπλήρωτα. Ετσι αποτέλεσαν μία κοινωνία διαφοροτήτων, όμοια με αυτή των ανθρώπων.
Οπου κι αν έστρεφα το κεφάλι μου, σε οποιαδήποτε γωνία ή σημείο του σπιτιού, όλο και έβλεπα κάποιο όνειρο να μου κεντρίζει τη μνήμη, τονίζοντάς μου έτσι το μέγεθος της θλίψης ή της αποτυχίας μου.

Στην αρχή υπήρχε μια ταξινόμηση ονείρων, καθένα πήγαινε στην ομάδα ή στο είδος του, τα ταξιδιωτικά λόγου χάρη βρίσκονταν στο μέσον του τοίχου, ενώ τα φιλόδοξα σκαρφάλωναν ακόμη και στο ταβάνι. Αργότερα, με τις επιμειξίες τους, είδα τα τελευταία να κατεβαίνουν μέχρι τις γωνίες του πατώματος και να συντροφεύουν με τα συναισθηματικά, που ήταν πιο άτολμα και πρόωρα γηρασμένα. Τα μικρά απόκρυφα τρύπωναν στο πατάρι ή στα συρτάρια της ντουλάπας. Με τα χρόνια άρχισε η μείξη και η σύμφυσή τους, ώστε διασαλευόταν και η δική μου μνήμη, ανίκανη να ξεχωρίσει την προέλευσή τους. Σα να μην έφτανε όμως μόνο η επιμειξία, είχαμε και αποτελέσματα τεκνογονίας. Οχι σε όλα τα όνειρα βεβαίως, αλλά στα πιο γόνιμα. Ετσι αναπτύσσονταν σαν παράσιτα, καταλαμβάνοντας όλο και μεγαλύτερο χώρο. Οταν πρωτοείδα τον πολλαπλασιασμό τους, παρατήρησα και ανακάλυψα ότι τα πιο γόνιμα, και συνεπώς τα πιο κατακτητικά, ήταν εκείνα τα χλωμά και άτολμα συναισθηματικά. Αυτά με την αταραξία και τη στωικότητά τους δελέαζαν ακόμη και τα τολμηρά φιλόδοξα, που για πολύ καιρό απέφευγαν τις μείξεις. Πολλά από τα απόκρυφα και αυστηρώς προσωπικά ήταν τέκνα αυτής της αταίριαστης ένωσης, ανάπηρα, διφορούμενα, ανακατεμένα με ψυχολογισμό ή εμβολιασμένα με δόση αρχετυπικού χαρακτήρα.

Οταν λοιπόν τα όνειρα γέμισαν επικίνδυνα το χώρο της οικίας μου, αναγκάζοντάς με να αυτοεξορίζομαι (στην αρχή απολάμβανα τη φυγή μου, αλλά αργότερα κουράστηκα), αποφάσισα να τα πετάξω. Κι εκείνο το πρωί, όπως ανέφερα, πήρα ένα μεγάλο σάκο σχεδιάζοντας να τα στοιβάξω όλα και να τα ρίξω στον γκρεμνό. Εφοδιάστηκα λοιπόν με θάρρος και ψυχραιμία, έπνιξα κάθε συναισθηματισμό, κι εγώ που κρατούσα ενθυμητάρι ακόμη κι ένα εισιτήριο θεάτρου ή ένα ταξιδιωτικό πρόγραμμα, εγώ, άσπλαχνος και άκαρδος, άρχισα το κυνήγι των ονείρων. Φαίνεται όμως πως αυτά τα «όντα» (δεν ξέρω με ποια λέξη να τα χαρακτηρίσω) είχανε παντού μάτια και αυτιά, γιατί μόλις κατάλαβαν τις προθέσεις μου ταράχτηκαν. Ακόμη και κείνα που ήταν κλεισμένα στο πατάρι και στα ερμάρια πήραν είδηση τον πανικό που επικρατούσε και κρύφτηκαν ακόμη βαθύτερα. Εγώ, όμως, μυημένος σε τέτοιες πονηριές, κατόρθωσα και έχωσα αρκετά στον ονειρόσακο και έως το μεσημέρι, καταϊδρωμένος και κουρασμένος, τον είχα αρκετά γεμίσει. Τον έδεσα γερά με τρεις κόμπους για να μη διαφύγει κανένα από τα συλληφθέντα και κάθισα στο κρεβάτι να καπνίσω ένα τσιγάρο. Απέναντί μου είδα ένα όνειρο που ερχόταν αμέριμνο από την κουζίνα και, νομίζοντας πως η επιχείρηση - σκούπα είχε τελειώσει, προσπαθούσε να βρει θέση στο δωμάτιο. Χωρίς να προσέξει ότι ήμουν κοντά του, ζωηρό και μάλλον ευρισκόμενο στη ζάλη της εφηβείας του, τεντώθηκε ηδονικά και ξάπλωσε στη γωνία του πατώματος. Το αναγνώρισα αμέσως. Ανήκε στην κατηγορία των ταξιδιωτικών, όνειρο που δεν εκπληρώθηκε ποτέ και είχε γεννηθεί στα χρόνια της δικής μου νεότητας για ένα ταξίδι πολλών μηνών που είχα τότε επιθυμήσει, ένα ταξίδι στη Μέση Ανατολή για να γνωρίσω διάφορες γλώσσες και πολιτισμούς. Απόρησα σαν θυμήθηκα εκείνα τα σχέδια και ξαφνιάστηκα με τη ζωηρότητα και την αντοχή του ονείρου, γιατί εγώ ήμουν πλέον μεσόκοπος, ανήμπορος από προβλήματα καρδιάς και υψηλής πιέσεως, τέλεια αδύναμος να εκτελέσω το ονειρεμένο ταξίδι.

Ζήλεψα, αλήθεια, τη δική του υπομονή και αντοχή, κι έτσι σβήνοντας γρήγορα τη γόπα του τσιγάρου, το άρπαξα βιαίως και το έβαλα στον ονειρόσακο. Κουρασμένος καθώς ήμουν, ίσως και να οπτασιάστηκα γιατί άκουσα λυγμούς. Φαίνεται πως το όνειρό μου έκλαιγε, αλλά εγώ ψυχρός και μεθοδικός μπήκα στο μπάνιο να βρέξω λίγο το πρόσωπό μου. Από δάκρυα ονείρων είμαι συνηθισμένος, είπα στον εαυτό μου και βγήκα στο δωμάτιο να συνεχίσω το έργο μου...
Συνέχισα με πείσμα και ορμή. Ο ονειρόσακος είχε πλέον γεμίσει και το σπίτι μου είχε πλέον αδειάσει. Προτού τον κατεβάσω στο αυτοκίνητό μου, έκανα μια επιθεώρηση σε όλες τις γωνιές. Ημουν ευχαριστημένος, γιατί δεν ανακάλυψα κανένα όνειρο, ούτε το ελάχιστο. Εσυρα τον βαρύ ονειρόσακο από τις σκάλες (ποτέ δεν είχα υποψιαστεί το μολυβένιο βάρος των ονείρων) και τον τοποθέτησα προσεχτικά στο πίσω κάθισμα. Θα μπορούσα βέβαια να τον στοιβάξω στο πορτ μπαγκάζ, αλλά από έμφυτη ευγένεια και ευαισθησία δεν το έπραξα, για να μην καταπιέσω τα όνειρα. Αρχιζε το δειλινό όταν οδηγούσα στους έρημους δρόμους για την τοποθεσία όπου υπήρχαν γκρεμνοί και βαθιές χαράδρες. Ιδανική μεριά να τα πετάξω, σκέφτηκα ευχαριστημένος, ιδανική και δίκαιη, γιατί τ' αφήνω στην τύχη τους να σκοτωθούν ή όχι.

Ανοιξα το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου για να με συντροφεύει στη μοναχική μου διαδρομή. Το τραγούδι που ακούστηκε φαίνεται πως συγκίνησε κάποιο όνειρο, γιατί ξανάκουσα λυγμούς. Κι όταν θυμήθηκα, ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό μου. Το τραγούδι αυτό που τυχαία ακούστηκε ήταν ένα από τα αγαπημένα που πλαισίωναν μια εποχή σφόδρα συναισθηματική και φιλόδοξη, τραγούδι-σύμβολο. Τότε η απολυτότητα και η ορμή μου με τοποθετούσαν στο κέντρο του κόσμου, του δικού μου όμως κόσμου, γι' αυτό και βρέθηκα καθημαγμένος έξω από τον κύκλο της αντικειμενικότητας. Το όνειρο πίσω μου έκλαιγε και το συνόδευε η μουσική, η ίδια μουσική που το γέννησε και το γιγάντωσε, ενώ εγώ μπροστά οδηγούσα σφίγγοντας τα χείλη μου να πνίξω τον αναστεναγμό. Οχι, δεν έκλεισα το ραδιόφωνο σαν δειλός. Ακουσα το τραγούδι μέχρι το τέλος, στα βάθη της αποτυχίας μου είχα ατσαλωθεί και μάλιστα ηδονιζόμουν με τις μηδενιστικές μου αποφάσεις. Η πίστη μου ότι η αποτυχία ελευθερώνει ήταν τόσο δυνατή, ώστε θα μπορούσα, αν ήθελα, και όρη να μετακινήσω. Το τραγούδι τελείωσε και οι λυγμοί του ονείρου μετατράπηκαν σε ένα ρόγχο που έμοιαζε επιθανάτιος. Πεθαίνει, σκέφτηκα και ανέπτυξα ταχύτητα. Το δειλινό έφευγε, κρυβόταν στο βάθος της δύσης, αλλά δε θ' αργούσα να φτάσω στο επιλεγμένο σημείο του γκρεμνού.

Ηταν φως ακόμη όταν έφτασα, λυκόφως ανοιξιάτικο συνυφασμένο με απροσδιόριστη νοσταλγία. Ο ονειρόσακος μου φάνηκε πιο βαρύς ή ίσως εγώ ήμουν πιο κουρασμένος. Τον τράβηξα ωστόσο προσεκτικά και τον έσυρα στο κατάλληλο σημείο. Δυσκολεύτηκα να λύσω τους κόμπους για να απελευθερώσω τα όνειρα, αφού από τη μανία μου να μη φύγουν τους είχα δέσει πολύ σφιχτά. Ο σουγιάς που είχα στο συρτάρι του αυτοκινήτου μαζί με διάφορα άχρηστα αντικείμενα, όπως λόγου χάρη ένα μικρό ορθογραφικό λεξικό, μολονότι είμαι άριστος ορθογράφος, ή ένα μπουκαλάκι ουίσκι που ποτέ δεν πίνω, έδωσε τη λύση.
Οταν άνοιξα τον ονειρόσακο και τον έγειρα προς το μέρος του γκρεμνού ξαφνιάστηκα. Τα περισσότερα όνειρα ήταν ήδη νεκρά, δεν άντεξαν φαίνεται την έλλειψη οξυγόνου, ενώ μια μικρή ομάδα σε λίγο θα ξεψυχούσε. Ελάχιστα ήταν αυτά, όπως το ταξιδιάρικο της εφηβείας και άλλα παρεμφερή και πιθανόν της ίδιας εποχής, που πέταξαν σαν πουλιά ξεφεύγοντας από την κόλαση του γκρεμνού. Τα έβλεπα να χάνονται στον αέρα, δεν είχα θλίψη, αλλά ήμουν κατάπληκτος με την εμμονή τους. Πού θα πάνε, σκέφτηκα με κακεντρέχεια, πώς θα σταθούνε μόνα τους χωρίς εμένα; Λησμονώντας ο βλαξ πως για πάμπολλα έτη ζούσαν ανεξάρτητα από τη συγκατάθεσή μου.

Ο ονειρόσακος είχε αδειάσει όταν πέταξα τα νεκρά και ημιθανή όνειρα. Ενα βάρος έφευγε από το στήθος μου στη σκέψη πως τώρα θα ήμουν απολύτως ελεύθερος. Τη στιγμή όμως που ετοιμαζόμουν να πετάξω και τον ονειρόσακο άκουσα έναν περίεργο ήχο. Εβαλα το χέρι μου στον πάτο του ονειρόσακου και έπιασα ένα αρτιγέννητο όνειρο. Πότε πρόλαβε να γεννηθεί, αναρωτήθηκα, και ποιας επιμειξίας προϊόν ήταν; Δεν υπήρχε ακόμη κανένα ιδίωμά του, τόσο ελάχιστο ήταν. Μόνο ο ήχος πρόδιδε την ύπαρξή του.
Στάθηκα δίβουλος: να το πετούσα στον γκρεμνό πριν μεγαλώσει και προβάλει απαιτήσεις ή να το κρατούσα; Θυμήθηκα ότι στο παρελθόν είχα ένα μικρό ενυδρείο με λιλιπούτεια χρυσόψαρα. Με τον καιρό και παρ' όλη τη φροντίδα μου είχαν όλα πεθάνει κι απέμεινε μόνο ένα, το μικρότερο. Και τότε ξαναβρέθηκα στο ίδιο δίλημμα, αλλά ήμουν νέος και ανθεκτικός. Ετσι, έβαλα το χρυσοψαράκι σε μία μεγάλη κατσαρόλα με νερό και το επέστρεψα στο κατάστημα των ενυδρείων για να το κρατήσουν συντροφιά με τα άλλα. Ετσι έπραξα τότε. Και με αυτή τη μνήμη, έβαλα στη χούφτα μου το ονειρατάκι (λέξη επινοημένη από τον Διονύσιο Σολωμό), το άφυλο και αδήλωτο, και το παρατηρούσα.
Οχι, δεν το πέταξα, δεν μπόρεσα να το πετάξω και δεν προτίθεμαι να αναλύσω τους λόγους αυτής της απόφασής μου.
Το πήρα μαζί μου στο δρόμο της επιστροφής, γιατί εγώ και το ονειρατάκι μου χωρούσαμε μια χαρά στο σπίτι...


Πηγή: Ριζοσπάστης