ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑ ΚΟΛΑΖ ΙΙΙ

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Ελένης Λαδιά, Η Φερέοικη, Παρουσίαση του βιβλίου από την Νένα Κοκκινάκη

Βιβλιοπωλείο "Επί λέξει" 31-5-2017

Καλησπέρα σε όλους τους φίλους, όλες τις φίλες που σήμερα βρίσκονται εδώ, στη φιλόξενη γωνιά του βιβλιοπωλείου Επί λέξει για να τιμήσουμε τη συγγραφέα Ελένη Λαδιά και το βιβλίο της, τη Φερέοικη. Πρόκειται για το 41ο έργο της συγγραφέως – αν μετρώ σωστά - που από το 1973 με την κυκλοφορία της πρώτης της συλλογής διηγημάτων (Παραστάσεις κρατήρος) και μέσα στα  χρόνια που ακολούθησαν έχει μια συνεχή σταθερή παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Μυθιστορήματα (10 τον αριθμό), συλλογές διηγημάτων, δοκίμια, μεταφράσεις, αρχαιογνωστικά έργα, μια παραγωγή ζηλευτή, διακρίσεις και βραβεία.
Η παρουσία σας με χαροποιεί ιδιαίτερα, όπως και τη συγγραφέα, νομίζω. Στα πρόσωπά σας διακρίνω το βλέμμα του βαθέως εκείνου πόθου που ενώνει τους ανθρώπους πίσω από τα αληθινά δημιουργήματα, εννοώ εκείνα που αφυπνίζουν και δεν αφήνουν περιθώρια για αισθηματολογίες, ωραιοπάθειες, κραυγαλέες φωνές ή και πανικούς. Σε αυτήν την αίθουσα οι παριστάμενοι, συγγραφείς, ομότεχνοι και φίλοι, όλοι φιλαναγνώστες, έχοντας διασχίσει σελίδες επί σελίδων και έχοντας μάθει να ξεχωρίζουν την γνησιότητα της δημιουργίας που γιγαντώνεται με θυσίες ανυπολόγιστες και πολεμά ενάντια σε όλες τις ευκολίες της έκφρασης, ανακαλύπτουν περιχαρείς το διαμάντι που έψαχναν, το φως που γύρευαν στη σκιά του δέντρου πολλών σελίδων. Ένα τέτοιο φως αναδύεται από το μικρό αυτό βιβλίο των 85 σελίδων στον κομψό τόμο των εκδόσεων της Εστίας, που κρατάμε σήμερα στα χέρια μας.
Με χαροποιεί επίσης ιδιαίτερα η παρουσία των αόρατων της παρέας. Πιο συγκεκριμένα εκεί, στο βάθος της αίθουσας, έχει θρονιαστεί η Φερέοικη. Δημιούργημα ή δημιουργός; Το βλέμμα της σαρκαστικό, κάπως κακεντρεχές: «Δεν πρόκειται να σε αφήσω να γράψεις το καινούργιο μυθιστόρημα. Δεν θα με χρησιμοποιήσεις, για να είσαι συ καλά και να χαριτολογείς με την έμπνευσή σου!», μοιάζει να λέει στη συγγραφέα πριν ακόμα πάρει το όνομά της «Φερέοικη», στην αρχή του βιβλίου. Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν κάπως. Ποια η δυνατότερη; «Δημιουργός χωρίς δημιούργημα δεν λέγεται δημιουργός, ούτε το δημιούργημα χωρίς τον δημιουργό λέγεται δημιούργημα». Βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίεργη κατάσταση. Δυο άνθρωποι από την ίδια ουσία με δύο υποστάσεις και πολλά κοινά. Η κοινή αντίδραση, ας πούμε, στο πένθος. Και οι δυο τους δεν το αποδέχονται, το θεωρούν «φάρσα δοκιμασίας». Παρ’ όλα αυτά η Φερέοικη όφειλε να ακούσει τις ιστορίες που είχε ετοιμάσει στο μυαλό της η συγγραφέας, περιλήψεις ιστοριών, όπου η Φερέοικη θα συμπρωταγωνιστούσε με κάποιον τρόπο και τέλος θα δήλωνε αν τις ήθελε ή όχι για προσωπική εμπειρία της. Σε κάποια από αυτές θα στηριζόταν το νέο μυθιστόρημα.
Οι ιστορίες αρχίζουν να ξετυλίγονται και - πράγμα παράξενο – τα καινούργια πρόσωπα παίρνουν κι αυτά μορφή. Εμφανίζονται επίσης στην παρέα των αοράτων της σημερινής βραδιάς: η Φιλιώ και η Γεωργίτσα της πρώτης ιστορίας. Συνομήλικες, ξανθές, ευαίσθητες με τον τρόπο της η κάθε μια. Μοναχοπαίδι η Φιλιώ αισθανόταν ενοχές για την ευμάρεια του σπιτιού της. Αντίθετα η Γεωργίτσα από την ανάγκη και την ανέχεια είχε αναπτύξει μια πρακτική εξυπνάδα κι επινοούσε τρόπους να την αντιμετωπίσει. Στο σπίτι της φίλης της η Φιλιώ εκτός από τις διεξόδους που έβρισκε στην πλούσια φαντασία της ανακάλυπτε σπουδαία πράγματα, όπως παράδειγμα το γεγονός ότι η φτώχεια καταφέρνει τελικά να ταπεινώσει την περηφάνια.
Ακολουθούν τα πρόσωπα της δεύτερης ιστορίας με τα καρκινικά ονόματα: η Άννα που συνειδητοποιεί την αναπόφευκτη διάλυση του γάμου της με τον Τηλέμαχο και ο Σάββας που «δινόταν με το σταγονόμετρο» στον έρωτα, με αποτέλεσμα να τον μετατρέπει «σε ποίηση και μουσική». Η ιστορία ξεφτίζει σαν πολύχρονο χειροποίητο χαλί. «Οι όμοιοι εγωισμοί και οι ευαισθησίες» δεν αφήνουν χώρο να αναπτυχθεί το χιούμορ και η λογική των συμφιλιώσεων. «Καθένας εξέταζε με σχολαστικότητα τα λόγια ή την συμπεριφορά του άλλου, για να τα γνέσει και να τα υφάνει με το δικό του τρόπο». Η ηρωίδα, η Άννα, βιώνει τον χωρισμό της από τον Τηλέμαχο όχι και τόσο οδυνηρά, ενώ με τον Σάββα πνίγεται στις ατέλειωτες λεπτομέρειες συνοδευόμενες μάλιστα «από κακοήθη και οξεία μνήμη».
Η Φερέοικη ωστόσο, ελάχιστη σημασία έδινε σ’ αυτές τις ιστορίες, καθώς συνεπαρμένη από το «άλαστον πένθος» της δεν σκεπτόταν παρά τη μητέρα της που φεύγοντας την άφησε «δίχως σημείο αναφοράς». Κρατούσε μάλιστα και σημειώσεις, όπου ξεδίπλωνε τον προβληματισμό της, πού πήγε η μητέρα της κι αν συνεχίζει να υπάρχει κάπου.
Η ευάλωτη Φερέοικη συγκινεί τη συγγραφέα που προχωρεί στην τρίτη ιστορία της. Αφηγείται λοιπόν μια νουβέλα που κάποτε είχε αποφασίσει να γράψει με τον τίτλο «Καλυψώ».
Η Καλυψώ ζούσε σ’ ένα νησί κι ήταν ερωτευμένη με τον Οδυσσέα Α, κατά πολύ μεγαλύτερό τη, ο οποίος την μύησε στην παρατεταμένη σαρκική ηδονή, τους γαλαξίες και τα παράλληλα σύμπαντα. Το τρίτο πρόσωπο της ιστορίας, ο Οδυσσέας Β, συνομίληκος της κοπέλας και ακόμα παρθένος, μαθαίνει για τον πρώτο έρωτα της Καλυψώς, ταράσσεται και βρίσκει καταφύγιο σε στίχους ερωτικών ποιημάτων και σε ηρωίδες βιβλίων με πρότυπο πάντα εκείνη. Η αποχώρησή του από το νησί και το γράμμα της κοπέλας που σκίστηκε χωρίς ποτέ να διαβαστεί την κάνει να συνειδητοποιήσει την τραγική μοίρα της: «την ανελευθερία που γινόταν εμπόδιο στην ποικίλη φύση της, γιατί γνώριζε πως θα ήταν υπόδουλη σ’ έναν άνδρα, ενώ συγχρόνως θα συνάρπαζε ερωτικά πολλούς άλλους»
Ούτε και αυτή η ιστορία όμως ικανοποίησε την Φερέοικη, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί μαζί με τη συγγραφέα σε τόπους σκοτεινούς και απόκοσμους, εκεί που τον πρώτο λόγο έχει κυρίως η μνήμη.
Η Μνήμη στην «πυρακτωμένη της φάση» φέρνει στο φως εγκλωβισμένες εικόνες που θα μπορούσαν να λησμονηθούν, έστω να ταριχευθούν, όμως η «φθονερή της πλευρά» τις διατηρεί «ολοζώντανες κι ολόπικρες». «Α!», φώναξε η Φερέοικη, «κοίτα εκεί μιαν ανάμνηση του παρελθόντος που έγινε ανάμνηση του παρόντος!». Επρόκειτο και για δική της ανάμνηση. Επειδή «η ανάμνηση διασώζει το κακό, όπως και το καλό» και ουδεμία διαγραφή επιτρέπεται. Όλα προφανώς καταγράφονται στη μνήμη του σύμπαντος, ακόμα και περιστατικά που παραμένουν στο Μουσείο της Μνήμης κι άλλα που διασώζονται σε κάποιο παράλληλο σύμπαν γειτονικό του Μουσείου κι επεκτεινόμενο προς το Νεκροταφείο. Η δημιουργός θυμάται καλά μια προηγούμενη επίσκεψή της στο Νεκυιομαντείο του Αχέροντος, θυμάται πόσο συγκλονίστηκε από τον υγρό και σκοτεινό προθάλαμο του Άδη και θα επιθυμούσε να αρκεστεί απλώς σ’ εκείνη την επίγεια πρόγευση.  Φαίνεται όμως πως οι ρόλοι αντεστράφησαν. Η ηρωίδα του μυθιστορήματος, το δημιούργημα, έχει αποκτήσει τόλμη και επιβάλλει την άποψή της. Η επιμονή της να επισκεφτούν τον Άδη την οδηγεί στην πρόταση: «Πριν μεταβούμε στον κόσμο των νεκρών θα φτιάξουμε ένα τέλος με δυο πιθανότητες».
Το βιβλίο κλείνει με ένα εκπληκτικό παιχνίδι μεταμορφώσεων μέσα στο νεκρικό χώρο, όπου οι δυο ηρωίδες πλέον διακρίνουν αυτό που και οι δύο ενδόμυχα προσδοκούν: το πρόσωπο της μητέρας. Η δική της μορφή ζωής μέσα στο χώρο του θανάτου τις συμφιλιώνει με την ιδέα πως όταν γίνουμε νεκροί θα αναγνωρίσουμε τους δικούς μας και πάνω απ’ όλα τη μορφή της Μητέρας «όπως μας την χάρισε η τέχνη σε όλες τις παραστάσεις». Η Μεγάλη Μητέρα που γεννά και ανασταίνει τον άνθρωπο, που νικά το θάνατο.
«Έτσι εγώ, η συγγραφεύς του βιβλίου», καταλήγει η Ελένη Λαδιά, «μεταμορφώθηκα σε Φερέοικη, και περιμένω με απέραντη υπομονή να ξαναγεννηθεί ένα ροδαλό βρέφος, το οποίο θα ξαναγίνει η μητέρα μου».
Με το βιβλίο της αυτό η Ελένη Λαδιά ανοίγει το εργαστήρι του συγγραφέα, όπου τα μυθιστορηματικά πρόσωπα εμφανίζονται ξαφνικά αυτόκλητα, σαν καινούργια πλάσματα με δική τους υπόσταση. Από κει και πέρα αρχίζει η συμβολή του τεχνίτη του λόγου, ο κόπος, η προσπάθεια, η αντίστασή του στη φορτικότητα των ηρώων που τον βασανίζουν, «βγάλε μας στο φως», του λένε, «για να σε λευτερώσουμε». Ο τεχνίτης θα υποχωρήσει στις παρακλήσεις τους, θα τα νιώσει δικά του, θα ταυτιστεί μαζί τους, όσο κι αν το έργο του τελικά θα έχει κάτι από τη δική του φυσιογνωμία, κάτι που εν τέλει θα πείσει πολλούς πως είναι αυτοβιογραφικό.-


Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Ελένης Λαδιά: Η σημασία του ξένου, κριτική από την Τούλα Ρεπαπή


Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ
Συγγραφέας: ΕΛΕΝΗ ΛΑΔΙΑ
Εκδόσεις: ΑΡΜΟΣ


Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ελένη Λαδιά αναφέρεται στους Ξένους που ζουν δίπλα μας. Μαζί μας. Που είναι μέσα στη ζωή μας. Το είδαμε και στους Ποταμίσιους Έρωτες( σ.25-26,82,96-100,101-104,136-140) και στον Ονειρόσακκο στο διήγημα Σεληνιακό συμβόλαιο. Στο βιβλίο της όμως αυτό, με τον τίτλο « Η σημασία του Ξένου», κάνει μια πλήρη καταγραφή της θρησκευτικής και φιλοσοφικής  αντιμετώπισης του «Ξένου» από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα, αναφερόμενη στους Νόμους του Πλάτωνα, σε φιλοσοφικές τοποθετήσεις, θρησκευτικές δοξασίες και διλήμματα που απορρέουν καθορίζοντας  την καθημερινότητα μας.  Στη γραφή της, χωρίς να έρχεται σε δεύτερη μοίρα, το κάλλος της γλώσσας υποχωρεί, αφήνοντας  να λάμψουν τα φιλοσοφικά ρεύματα, οι έννοιες,  οι ορισμοί και οι διαχωρισμοί  προκειμένου να δοθεί βαρύτητα στον χρόνο που έχει μεσολαβήσει  αλλά και στα γεγονότα τα  οποία θα καθορίσουν την αντιμετώπιση του ΤΩΡΑ.
Όπως αναφέρει, στo έπος «Οδύσσεια» του Ομήρου αλλά και κατά τη χριστιανική εποχή, οι άνθρωποι έδιναν μια θεϊκή ιδιότητα στον Ξένο, πιστεύοντας πως οι Θεοί ή ο Θεός, αντίστοιχα, έπαιρνε τη μορφή ξένου για να δοκιμάσει την πίστη των ανθρώπων.
Στο «Πλάτωνος  Νόμοι», ο Πλάτων τους κατηγοριοποιεί: στους εμπόρους παραθεριστές, στους  απεσταλμένους για  να παρακολουθήσουν Θεάματα και ακροάματα των Αθηνών και σε αυτούς που αποτελούσαν τις κρατικές αποστολές και τους οποίους όφειλαν  να υποδέχονται οι  αξιωματούχοι της πολιτείας, να φιλοξενεί ο τοπικός άρχων με τη βοήθεια των πρυτάνεων. Ταυτόχρονα, είχαν  την υποχρέωση να επιβλέπουν μήπως οι Ξένοι εισάγουν Νέα Ήθη. Τέλος, αναφέρει τη σπάνια κατηγορία, αυτήν  των περιηγητών, που επισκέπτονταν τα αξιοθέατα κάτω από ορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις απέναντι στην πολιτεία και στους κρατούντες. Εν συνεχεία,  διαφοροποιεί και την ερμηνεία των λέξεων  και διαχωρίζει τον Ξένο από τον Αλλοδαπό. Στην αρχαιότητα, « Ξένος» ονομάζονταν ο ομόθρησκος, ο ομόγλωσσος, ο ομοεθνής ή αλλιώς ο όμαιμος, δηλαδή αυτός που είχε το ίδιο  αίμα. Αλλά Ξένος στην αρχαία Ελλάδα ήταν και αυτός ο οποίος προερχόταν  από άλλη χώρα και ήταν πρόσφυγας, μισθοφόρος, μη Έλλην, παράδοξος, παράξενος,  ασυνήθιστος και αλλοδαπός.

Ο Ξένος ήταν πάντα Έλλην και δεν παρέμενε καιρό στον χώρο φιλοξενίας, ενώ ο Αλλοδαπός θεωρείτο Βάρβαρος, μη Έλλην.  Ετυμολογικά Ξένος (κσένος), είναι αυτός ο οποίος κατοικεί σε ένα πρόχειρο κατάλυμα το οποίο συνήθως είναι στην ύπαιθρο και  του δίνει φύλαξη, προστασία από τον ήλιο, σκιάν, άρα σκηνή. 
Ο Αριστοτέλης απεχθανόταν τις επιμειξίες των λαών. Για τον λόγο αυτό ήταν εναντίον της επεκτατικής πολιτικής του μαθητή του, Μ. Αλεξάνδρου, ο οποίος στο όνομα του οικουμενισμού έφερνε την επιμειξία από τη συγχώνευση των λαών.
Η συγγραφέας αναφέρεται  και στη φιλοξενία του Ξένου στην αρχαία Ελλάδα  και στο τελετουργικό που απολάμβανε ο Έλλην, με προστάτες του τον Ξένιο  Δία, την Ξενία Αθηνά  και τους Διόσκουρους Κάστορα και Πολυδεύκη. 
Πόση μέριμνα αλά και πόσο οργανωμένα μοιάζουν όλα αυτά σε μία κοινωνία δυόμιση χιλιάδων χρόνων πριν! 
Εντούτοις, ένα ερώτημα εγείρεται για τον αναγνώστη. Τι έφερνε τους ξένους στις πόλεις τότε; Τι έφερνε τους αλλοδαπούς; Και κάθε πότε παρατηρείται το  φαινόμενο της μετακίνησης των πληθυσμών; Πόσο πολύ μοιάζουν οι κοινωνίες του τότε κα του τώρα!  
Στις μέρες μας, από πού ξεκινούν όλα αυτά; Μήπως από τους ισχυρούς που μετατρέπουν τους πληθυσμούς χωρών με πλούσιους φυσικούς πόρους σε όχλους απελπισίας;  
Αν και η απάντηση είναι δική σας, το  ερώτημα  ωστόσο, παραμένει.
Μέσα από το βιβλίο αυτό μοιάζει ο Ξένος να «πορεύεται» στις σελίδες της Ιστορίας ερχόμενος άλλοτε σαν ευλογία και άλλοτε σαν απειλή. Είτε χωρίς ταυτότητα είτε με τον διαχωρισμό του Ξένου και του Αλλοδαπού συγκρούεται  πάντα με τις αντιλήψεις, πολιτείας και  πολιτών. Για τον λόγο αυτό θεσπίστηκαν νόμοι, που ορίζουν όχι μόνο τα  δικαιώματα και  τις υποχρεώσεις του, αλλά ακόμη  και την ταφή του, κάτω από  τη διαχωριστική γραμμή της έννοιας του Ξένου και του Αλλοδαπού. 
Τη βαθιά επιρροή που ασκούσε η θρησκεία στον χαρακτηρισμό του Ξένου περιγράφει και ο Καβάφης  στο ποίημά του «Μύρης∙Αλεξάνδρεια  340 μ.Χ». Βάση του είναι η  θρησκευτική αντιπαλότητα  και πυρήνας του η αίσθηση του Ξένου. Δηλαδή αυτό που νομίζαμε πως είναι γνώριμο και οικείο και ξαφνικά γίνεται Ξένο. Όπως και εμείς γινόμαστε Ξένοι σε αυτό. 
Κι η τοποθέτηση  του Καβάφη γίνεται η χαραμάδα που ανοίγει η συγγραφέας για να  αφήσει πίσω της τους νόμους, τα φιλοσοφικά ρεύματα και να εισχωρήσει στο κέντρο του κόσμου της, για να μιλήσει για έναν άλλο Ξένο. Αυτόν τον αιώνιο ταξιδευτή του χρόνου, του στερεώματος και της δημιουργίας. Αυτόν, που είναι ξένος προς όλους αλλά και προς τον εαυτό του. Αυτόν τον Ξένο τον γνωστό, τον άγνωστο. Τον Άνθρωπο!  
Τον αφήνει να «περπατήσει»  στις σελίδες της και με τις ψηφίδες της αποτυπώνει  το δικό μας πρόσωπο. Το πρόσωπο του Ανθρώπου, που μοιάζει να περιπλανιέται συνεχώς  αλλάζοντας πατρίδα, αναζητώντας την ευημερία ή την ελπίδα της αλλαγής. Ταξιδεύει συνεχώς, αλλάζοντας γεωγραφικά μήκη και πλάτη και ταξιδεύοντας μέσα στον χρόνο χάνει πολλάκις όχι μόνο τον στόχο του αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι μέσα στη φύση του να απαρνιέται και να αλλάζει μορφές. Άλλοτε Δαίμων, άλλοτε Δαιμόνιο, και άλλοτε Θεός.
Στο βιβλίο με τον τίτλο « Η σημασία του Ξένου», η Ελένη Λαδιά περιγράφει ένα θέμα, αυτό των Ξένων/Αλλοδαπών, που στις μέρες μας μεγαλώνει συνεχώς σαν ένα κύμα που υψώνεται απειλητικά προς όλους.  Στο βιβλίο αυτό πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο ο Ξένος,  αλλά και η Δημοκρατία. Ένα τέλειο πολιτικό σύστημα –το ελληνικό–  που είχε πρόβλεψη, δικαιώματα και υποχρεώσεις για αυτόχθονες και αλλοδαπούς. Ωστόσο, ένα δίλημμα απορρέει. Σήμερα τι είναι σοφό να γίνει; Ποια στάση πρέπει να τηρηθεί; Ποιος παράγοντας είναι αυτός ο οποίος θα επικρατήσει και θα ορίσει τη συμπεριφορά πολιτείας και πολιτών; Τι πρέπει  να κάνουμε εμείς οι Έλληνες, όταν χιλιάδες ξένοι, αλλοδαποί, αλλόθρησκοι, αλλόφυλοι απελπισμένοι «εισβάλλουν» στη χώρα μας; Πόσο μας καθοδηγεί ο Πλάτων που δεν ήθελε Νέα Ήθη ή ο Αριστοτέλης που απεχθανόταν τις φυλετικές προσμείξεις και πόσο πιστοί του χριστιανισμού είμαστε, όταν ο Χριστός δίδασκε πως είναι μέσα σε κάθε Ξένο;  
Πόσο άπραγοι και αδιάφοροι μπορούμε να στέκουμε μπροστά στην εικόνα άψυχων ξεβρασμένων σωμάτων γονέων και παιδιών στις ακτές των νησιών μας;
 Και απαντά η Ελένη Λαδιά: Ο Έλληνας σήμερα  αφήνει πίσω του όλους τους ενδοιασμούς για  τις συνέπειες αυτού του βίαιου κύματος μεταναστών στη χώρα μας. Και συνεχίζει λέγοντας πως όλες οι παραπάνω αναφορές αφορούν το παρελθόν. Τώρα ο Έλληνας με σύμμαχο το παρόν –χωρίς εξάρσεις και ιδεολογικές αγκυλώσεις– τείνει χείρα βοηθείας προς τους πρόσφυγες. Ο ανθρωπισμός  είναι μια κληρονομιά που έχει περάσει στο  DNA του και  τον καλεί να βοηθά και να φωτίζει την ανθρωπότητα συνεχώς. Αυτός ήταν πάντα ο Έλληνας!
 « Η σημασία του Ξένου», είναι άλλο ένα βιβλίο της Ελένης Λαδιά που έχει κέντρο του τον άνθρωπο και που διδάσκει ήθος, πλημμυρισμένο από γνώση, ποίηση και ανθρωπιά, αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας της.
Με  δεδομένο αυτό το γεγονός –της έλευσης των προσφύγων στη  χώρα μας– πόσο πολύ επίκαιρο μοιάζει να είναι το βιβλίο αυτό, ενώ ταυτόχρονα  δίνει την εντύπωση πως αυτό το βιβλίο είχε διαβάσει ο Μπαράκ Ομπάμα, όταν στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος στην Αθήνα έδωσε, στις 16 Νοεμβρίου 2016, μια ιστορική ομιλία για τη Δημοκρατία, τον πολίτη, τη φιλοξενία, το φιλότιμο και τον ανθρωπισμό.

Τούλα Ρεπαπή