ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑ ΚΟΛΑΖ ΙΙΙ

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Μόλις κυκλοφόρησε το νέο Μυθιστόρημα της Ελένης Λαδιά "Οι Θεές" από τις Εκδόσεις της Εστίας


Ελένη Λαδιά
Οι θεές
Μυθιστόρημα

Σειρά: Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία
Σελίδες: 176, 13x20.5, τιμή: 12 ευρώ
ISBN: 978-960-05-1639-5


Mια ευφάνταστη κόρη συμβιώνει με την υπερήλικη και πολύ πιο γήινη μητέρα της. Η μυθιστορία ανατρέχει συχνά στο παρελθόν τους, το οποίο συμπίπτει με το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν της ρημαγμένης χώρας μας. Φτώχεια, αγροτική και βουκολική παραμεθόρια Ελλάδα, οικογενειακή μετανάστευση στην Αθήνα προς αναζήτηση καλύτερης ζωής. Αλλά και νεραϊδοϊστορίες, ξωτικά και παραδόσεις τραγουδισμένες, που φτάνουν μέχρις εμάς ως απόηχος μιας απώτατης εποχής, καθώς οι ηρωίδες του σύγχρονου μυθιστορήματος  μετατρέπονται σε γήινα αποτυπώματα των αρχαίων θεαινών.

Ζωή και θάνατος διαπλέκονται σε μια αρμονική και διόλου τρομώδη συνέχεια. Εμφύλιος σπαραγμός και καθημερινότητα συνθέτουν έναν μοναδικό καμβά σε αυτό το νέο, το πλέον ευρύ και βαθύ μυθιστόρημα της Ελένης Λαδιά, με τη μοναδικότητα της σχέσης μητέρας-κόρης στο επίκεντρό του. Η Λαδιά μεταφέρει ως κόρην οφθαλμού τα αποτυπώματα χιλιάδων χρόνων ελληνικής τοπογραφίας, με τη μοναδική εκείνη συγγραφική άνεση που μπορεί να συναναστρέφεται τον Όμηρο και τον σημερινό μετανάστη στην ίδια φράση.

Η Ελένη Λαδιά γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε αρχαιολογία και θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα πιο γνωστά λογοτεχνικά της έργα είναι: Χάλκινος ύπνος, Αποσπασματική σχέση, Η θητεία, Τα άλση της Περσεφόνης, Η Χάρις. Έχει τιμηθεί με το Β΄ Κρατικό βραβείο (1981) για τη συλλογή Χάλκινος ύπνος, με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1999) για την Ωρογραφία και με το Κρατικό βραβείο Διηγήματος (2007) για τη νουβέλα Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι. Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί στα σλοβένικα, τα γαλλικά και τα αγγλικά, το μυθιστόρημά της Χι ο Λεοντόμορφος στα σερβικά, Η Χάρις και Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι στα ρουμανικά.

Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Ελένη Λαδιά: «Σημερινές Ελληνίδες με πανάρχαια ονόματα» κριτική της Ελένης Λιντζαροπούλου

Εβδομήντα τέσσερις απαράμιλλα γοητευτικές κυρίες σμιλεύει με την πένα της η Ελένη Λαδιά στο καινούργιο της βιβλίο, το οποίο έρχεται να καλύψει ένα κενό τόσο στον χώρο της αρχαιογνωσίας, όσο και της μυθολογίας, παρουσιάζοντας ολοκληρωμένα τα «στοιχεία ταυτότητας» των γυναικείων ονομάτων που χρησιμοποιούνται ως τις μέρες μας και η προέλευση των περισσοτέρων χάνεται στις ρίζες του μυθολογικού χρόνου.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ελένη Λαδιά καταπιάνεται με μυθολογικές, γυναικείες και ανδρικές, μορφές. Στο βιβλίο της Οι Έλληνες παίδες στην αρχαιότητα (Gema, 2010), ξεδιπλώνει τις πολύ τρυφερές ιστορίες των θεών και των ηρώων όταν ήσαν παιδιά. Στα Μυθολογικά παράδοξα (Gema, 2007) μας οδηγεί βήμα βήμα σε άγνωστες πτυχές της μυθολογίας. Στην Δαιμονολογία (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2012) μας συστήνει τους αγαθούς και τους πονηρούς δαίμονες και τις ιστορίες τους. Στα Ψυχομαντεία (Gema, 2005) καταδυόμαστε μαζί της στον υποχθόνιο κόσμο των Ελλήνων.
Με εφόδιο τις σπουδές της στην Αρχαιολογία και την Θεολογία και με την συνέπεια του βαθύτατου γνώστη και άοκνου μελετητή της αρχαιότητας, η Ελένη Λαδιά, λογοτέχνις υψηλού ταλέντου και πολυετούς μόχθου στην σπουδή των αρχαίων κειμένων, μας χαρίζει έργα ανεξίτηλα και πολύτιμα, ταξιδεύοντάς μας στο απέραντο τοπίο της ελληνικής μυθολογίας, το οποίο για την συγγραφέα είναι τόπος οικείος, αφού από εδώ αντλεί πλούτο και για την πεζογραφία και για τα μελετήματά της. Φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ίδια μαζί με τον ποιητή Δ.Π. Παπαδίτσα μάς έχουν προικίσει με τις εξαιρετικές μεταφράσεις τους των Ορφικών και Ομηρικών Ύμνων, καθώς και της Ραψωδίας λ' της Οδύσσειας, έργα σπάνιου γλωσσικού κάλλους, τα οποία αποτελούν σπονδές στις λέξεις και στην αρχετυπική ακρίβεια της απόδοσής τους.
Οι Σημερινές Ελληνίδες δεν είναι ένα επιστημονικό μελέτημα που απευθύνεται μόνον σε ειδικούς. Στις 439 σελίδες του και στις 664 βιβλιογραφικές παραπομπές του, η πολυβραβευμένη λογοτέχνις με λόγο γλαφυρό, πυκνό και χαριτωμένο οδηγεί, μυημένους και αμύητους, από τα ορεινά κρησφύγετα των νυμφών στα τερτίπια και τα παιχνιδίσματα των θεών και των θεαινών. Αφηγείται άγνωστα περιστατικά από τις «ζωές» τους δίνοντάς τους πραγματική υπόσταση και πνοή, ενώ μας γνωρίζει τις συνήθειες, τις εορτές, τις τελετές και τα μυστήρια, οδηγώντας μας, ίσως, σε μεγαλύτερο βάθος από αυτό που καταφέρνει να μας οδηγήσει η ιστορική μελέτη του βίου των προγόνων μας. Έρωτες, μίση, κακοδαιμονίες, ανταγωνισμοί, αρχαία «τραγούδια», σύγχρονα ποιήματα αλλά και ετυμολογικές εκδοχές των ονομάτων τα κάνουν ακόμη πιο οικεία και θελκτικά, παρακινώντας μας πράγματι –και όπως το θέλει η συγγραφέας– να δώσουμε στις κόρες μας αυτά τα ωραιότατα μουσικά «βαφτιστικά». Μάλιστα, οι ετυμολογικές αναφορές επιχειρούν να φανερώσουν την κρυμμένη αρχική σημασία αυτών των λέξεων που, πριν γίνουν απλώς ονόματα, έφεραν ιδιότητες ξεχασμένες πια στην σύγχρονη γλώσσα και συνείδηση. Η αναφορά τους, αλφαβητική όπως στο βιβλίο, αποτελεί ένα θεσπέσιο ποίημα: η γλαυκομάτα Αθηνά, κόρη του Διός ή του Ποσειδώνος και θεά της σοφίας αλλά και Εργάνη, η Αλεξάνδρα ή Κασσάνδρα σπαρτιατική θεότητα και Τρωαδίτισσα μάντις, η ωραία Πελιάδα Άλκηστις, η Αλκμήνη που για χάρη του έρωτά της μάκρυνε ο Δίας την νύχτα, η Αλκυόνη που χάθηκε από την αλαζονεία της μαζί με τον σύζυγό της, η Νηρηίδα Γαλάτεια που την ερωτεύθηκε ο Πολύφημος, η θεά Δήμητρα, η μητέρα της Αφροδίτης Διώνη, η Ειρήνη από τις Ώρες, θυγατέρα της Θέμιδος και του Διός, η Ελένη η γεννημένη από το θεϊκό αυγό, η Έλλη η λαμπερή που ακόμη ονομάζει με τον θάνατό της τον Ελλήσποντο, η Ευρυδίκη, σύζυγος του Ορφέως, η Ήρα, σύζυγος νόμιμη του Διός, η Κίρκη, η θυγατέρα του Ήλιου, η Κόριννα, η γλυκόγλωσση ποιήτρια, η Λήδα, μητέρα της Ελένης, η Νύμφη ή Ωκεανίδα Μελία, η Νεφέλη, μητέρα του Φρίξου και της Έλλης, η μέγιστη ποιήτρια Σαπφώ, η Τιτανίδα Φοίβη, οι μαγευτικές Χάριτες και τόσες άλλες που μας περιμένουν, αγέραστες, να τις γνωρίσουμε. Πλείστες από αυτές, μάλιστα, τιμώνται και εορτάζονται και από την χριστιανική θρησκεία διαιωνίζοντας και επιβεβαιώνοντας την αδιατάρακτη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας και παράδοσης.[ ]
Φυσικά, τα ονόματα αποτελούν μόνο την αφορμή γι' αυτό το σπουδαίο βιβλίο, που στις σελίδες του παρελαύνουν μεγάλες μυθολογικές μορφές, διηγήσεις και ιστορίες, πόλεμοι και εκστρατείες, σημαντικά αποσπάσματα από αρχαία κείμενα, ένας ανεξάντλητος πλούτος γνώσεων και ένας κόσμος στον οποίον η Ελένη Λαδιά μάς οδηγεί γοητευμένη και η ίδια. Για του λόγου το αληθές, από το σημείωμά της στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αντιγράφουμε: «Οι Αρχαιοέλληνες συγγραφείς, οι πηγές μου, με δίδαξαν πάμπολλα πράγματα με την σοφία τους. Κάθε όνομα ήταν και μία συναρπαστική ιστορία. Μαζεύτηκαν πολλές μαγευτικές ιστορίες, που τις άκουγα με την προσήλωση της νυμφόληπτης ή αλαφροΐσκιωτης. Το ταξίδι, όμως, όσο κι αν ήταν ωραίο, ήταν μεγάλο και στο τέλος κουραστικό. Γι' αυτό συνιστώ: Οι χαλκέντεροι ας διαβάσουν μονομιάς το βιβλίο, οι ονειροπόλοι αποσπασματικώς».

Σημερινές Ελληνίδες με πανάρχαια ονόματα
Ελένη Λαδιά
Αρμός
439 σελ.

Τιμή € 20,00




Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

«Ο κάμνων έρως» διήγημα της Ελένης Λαδιά


Ήταν χρόνια ακινητοποιημένος σαν άγαλμα· ίσως από ασθένεια, ίσως από πλησμονή. Το τελευταίο γεγονός ήταν η κούραση, μια διαβρωτική, χρόνια κόπωση, που έγινε υπερκόπωση και τελικώς εξάντληση.
Όμως ακόμη υπήρχαν ομορφιές στο κάμνον σώμα του, όπως το βλέμμα, πάντοτε βαθύ και γλυκό, το ωραίο σχήμα του κεφαλιού και η αρχαιοελληνική μύτη. Τα δάκτυλα των ποδιών επίσης παρέμεναν θαυμαστά στον σχηματισμό τους, τόσο που όταν τα έβλεπα στην ακρογιαλιά, έλεγα την αρχαία ρήση που χρησιμοποιούσαν για τον Αλκιβιάδη «αβρός ο όνυξ επεκάθητο τω δακτύλω» ή παρομοίαζα τις γάμπες του με του παγκρατιαστή Αγία από το Μουσείο των Δελφών.
Όμως τώρα είναι κάμνων ο παλιός μου έρως, και για έτη τίποτε δεν τον ώθησε να κινηθεί... όταν ένα τραγούδι ξεπήδησε αιφνιδίως μέσα από τον χρόνο, ένα τραγούδι με παράξενα ελληνικά αλλά ωστόσο ελληνικά, ζυμωμένα με την φυλή μας, με λέξεις λαμπερές και μερικές αρχαιοπρεπείς, που τις φυλούσαν οι άνθρωποι εκεί σαν ψήγματα χρυσού. Ήταν ένα τραγούδι σε γλώσσα Γκρίκο που το λέγαμε κι εμείς, ο ζωντανός έρως μου κι εγώ μαζί με τους ελληνόφωνους.
«Τι εν γλυτσέα τούση νύφτα τι εν ωρια...»
Πραγματικά γλυκιά ήταν αυτή η νύχτα, τι ωραία...
Μόνον που δεν είναι αυτή η νύχτα γλυκιά, αφού είναι άρρωστος ο κάμνων έρως μου. Τον θυμάμαι τότε, ζωηρό και συγκινημένο να αγκαλιάζεται με τον ελληνόφωνο Σαλβατόρε της Καλημέρας, όταν εκείνος τον προσφώνησε πνιγμένος στα δάκρυα, «αδελφέ μου». Τότε ο ζωοποιός έρως μου έγινε αδελφός του, κι εγώ συγκινημένη έβλεπα δυο ανθρώπους που τους χώριζαν αιώνες Ιστορίας να τους δένει σαν ομφάλιος λώρος μία ελληνική λέξη. Αδελφός, από το αθροιστικό α και το δελφύς που είναι η μήτρα, η κοιλιά. Από την ίδια κοιλιά, λοιπόν, από την ίδια θαυμασία ελληνική μήτρα.
«Εβώ πάντα σ' εσένα πενσέω
Γιατί σένα φσυχή μου γαπώ
Τσαι που πάω που σύρνω που στέω
στη καρδία μου πάντα σένα βαστώ...»
Τα λόγια του τραγουδιού που τώρα άκουγα, γερασμένη και κουρασμένη ομοίως, μου ξύπνησαν ένα όμορφο, ελληνικό κομμάτι του παρελθόντος μου. Ναι, τότε σκεφτόμουν τον δυνατό έρωτά μου, αυτόν αγαπούσα, όπου πήγαινα, όπου στεκόμουν, αυτόν βαστούσα στην καρδιά μου, μ' αυτόν ταξίδεψα σε μέρη όπου υπήρχε Ελλάδα, με αυτόν έκλαψα πάνω στα αρχαία μνημεία και τις μισογκρεμισμένες ορθόδοξες εκκλησιές, με αυτόν θα με ενώνει παντοτινά η Ελλάδα.
«Καληνύφτα σε φήνω τσαι πάω
πλάια σου τι βω πίρτα πρικό
τσαι που πάω που σύρνω που στέω
στη καρδία μου πάντα σενα βαστώ...»
Στις 28 Ιουλίου, η πόλη της Καλημέρας εόρταζε τον άγιό της. Φωτοβολίδες, φωταγωγημένοι δρόμοι, ευθυμία παντού, κι ο Σαλβατόρε σημείωνε στον κατάλογο των οικογενειαρχών της Καλημέρας την εθελοντική τους προσφορά. Τότε είδα τον πατριώτη έρωτά μου να πλησιάζει και να δίνει κι αυτός ένα ποσό. «Κι εσύ;» τον ρώτησαν οι γύρω μας απορημένοι, ενώ ο χαρίεις έρως μου απάντησε με την φράση που ήταν χαραγμένη στην στήλη της Καλημέρας: «Τσένος εν είμε ιβό ετού στη Καλημέρα». Δεν είμαι ξένος εγώ στην Καλημέρα.
Την επομένη φύγαμε κι ήμασταν λυπημένοι εγώ, ο έρως μου και οι φίλοι μας. Στο αυτοκίνητο του Σαλβατόρε «κανταλίσαμε» όλοι μαζί. Μόνον που εγώ πρότεινα στην θέση της λέξης Καληνύφτα να μπει η Καλημέρα, που ήταν και το όνομα της πόλης.
Καλημέρα σε αφήνω και φεύγω, φεύγω θλιμμένος, αλλά όπου βρεθώ και σταθώ, θα σε βαστώ πάντα στην καρδιά μου.
Το τραγούδι τελείωσε κι εγώ βουτηγμένη στα δάκρυα έφυγα από την αίθουσα. Έξω ήταν νύχτα, όχι καλή, έκανε κρύο και έβρεχε. Όμως η Καλημέρα, ακόμη κι αν δεν την ξαναδώ, είναι μέσα στην καρδιά μου, όπως και ο κάμνων έρως μου, που κατά την διάρκεια της ανάμνησής μου έτρεξε, περπάτησε, ακόμη και χόρεψε.
Τώρα ο κάμνων έρως μου μένει ακίνητος, κι εγώ είμαι αδύναμη να τον αναστήσω...