ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑ ΚΟΛΑΖ ΙΙΙ

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Ελένης Λαδιά: Τό θαῦμα τοῦ ἔρωτα καί τῶν λέξεων - Σκέψεις γιά τήν ποιητική συλλογή «Μυστήριο» τοῦ Κώστα Ε. Τσιρόπουλου

Η πρωτοτυπία τόσο στήν σύλληψη, ὅσο καί στήν λεκτική της ἐπένδυση, τήν ποιητική γλώσσα, εἶναι δεδομένη σέ αὐτή τήν συλλογή. Ὁ ποιητής διαχωρίζει σχηματικά τό βιβλίο σέ τρία μέρη μέ ἰδιαίτερους ὑπότιτλους, προσπαθώντας νά ταξινομήσει τά νοητικά ἐπιτεύγματα, ξέροντας βέβαια ἐκ τῶν προτέρων πώς κάθε ταξινόμηση ἤ διαχωρισμός δέν εἶναι παρά μία προσωπική ὀπτική γιά τό Μυστήριο πού μᾶς περιβάλλει. Οἱ τρεῖς μεγάλες ἑνότητες τοῦ βιβλίου φέρουν τούς ὑπότιτλους λέξεις: ΦΩΣ, ΗΜΙΦΩΣ, ΓΝΟΦΟΣ. Ἡ θεματολογία τοῦ βιβλίου ὁ ἔρως, ὁ κοσμογονικός ἔρως, ὁ ὀντολογικός, ἔτσι ὅπως τόν συνέλαβε ἡ ὀρφική θεολογία, ἡ πνοή γιά τήν δημιουργία τοῦ σύμπαντος, τό βιβλικό πνεῦμα τοῦ θεοῦ πού «ἐφέρετο ἐπί τῆς ἐπιφανείας τῶν ὑδάτων», ὁ ἔρως, ρίζα τῆς κάθε μυστικῆς σοφίας, ἑρμηνευτική ἀπόπειρα τοῦ μυστηρίου, πρώτη Ἀρχή.
Τά δεκαεπτά ποιήματα τοῦ πρώτου μέρους μέ τόν ὑπότιτλο «Φῶς», ἀναφέρονται σέ δεκαεπτά μεγάλους ἐρωτικούς, καταξιωμένες ἐπιλογές ἀλλά καί προσωπικές ἀγάπες τοῦ ποιητῆ. Τά ὀνόματα αὐτῶν τῶν μεγάλων ἐρωτικῶν εἶναι συνάμα καί ὁ τίτλος τοῦ κάθε ποιήματος. Στά δεκαεπτά ὀνόματα ὑπάρχει καί τό Δημοτικό τραγούδι, ἡ μόνο ἀπρόσωπη μαρτυρία ἀνάμεσα στίς ἐξέχουσες ἀτομικότητες, ἀλλά καί ἡ συμπύκνωση τῆς συλλογικῆς μνήμης καί αἴσθησης. Τά ποιήματα τοῦ Τσιρόπουλου γιά τίς μεγάλες αὐτές φυσιογνωμίες ἀποκαλύπτουν τήν πεμπτουσία τοῦ φιλοσοφικοῦ τους στοχασμοῦ, τήν ἰδιαίτερη προσέγγιση τοῦ καθενός πρός τό σύμπαν μυστήριο ἀλλά καί τήν λεκτική τους ἑρμηνεία ἤ ἀπόπειρα ἑρμηνείας νά ὀνοματίσουν τήν κινητήριο δύναμη τῆς δημιουργίας.

Ἔτσι στό πρῶτο μέρος τῆς συλλογῆς ὑπάρχουν θεματολογικά πολλές καί διάφορες ὀπτικές, τελικῶς ὅ,τι καλύτερο ἔδωσε ἡ ἀνθρωπότητα μέχρι τώρα στήν περιοχή τοῦ στοχασμοῦ. Καί συνάμα δεικνύονται οἱ σφραγῖδες τῆς δωρεᾶς πού φέρουν αὐτοί οἱ μεγάλοι ἐρωτικοί τοῦ σύμπαντος. Ἀνάμεσα στά δεκαεπτά ποιήματα τῆς πρώτης ἑνότητας, μέ τόν ὑπότιτλο, ὡς ἀναφέραμε, «Φῶς», βρίσκονται οἱ τρεῖς Ὕμνοι, φωνή βαθειά τοῦ ποιητῆ, δοξολογία χαρμολύπης, πού οἱ λέξεις τους βαριές σέ νόημα καί στιλπνές σάν μάρμαρο χαράζουν τούς ὁριακούς σταθμούς τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, τῆς ἑλληνικῆς γιατί ἡ πρωταρχική σκέψη εἶναι ἑλληνική. Στόν τρίτο ὕμνο ἐνυπάρχει καί τό στοιχεῖο τῆς προφητείας, πού ἐμπεδώνεται καί συμπληρώνεται καί ἀπό τά λόγια τοῦ Ἰωάννου τῆς Ἀποκαλύψεως, λόγια πού ἀναφέρονται στήν κατάλυση, δέν θά ἔλεγα τοῦ κακοῦ ἤ τοῦ σκότους, γιατί οἱ λέξεις ἐγκυμονοῦν κινδύνους παρερμηνείας στήν ὅποια κατάλυση ἐκείνου τοῦ στοιχείου πού ἐμποδίζει τήν νέα ὅραση, τήν καθαρή ὅραση. «Καί ὄψονται τό πρόσωπον αὐτοῦ».
Τό πρόσωπο αὐτοῦ, τοῦ θεοῦ, τοῦ σύμπαντος, τοῦ μυστηρίου; Δέν ἔχει τόση σημασία ἡ ὀνοματολογία, ὅσο ἡ οὐσία. Κι ἐδῶ, στήν πρώτη ἑνότητα νά σταματοῦσε αὐτή ἡ ποιητική συλλογή, θά εἶχε μία σημαντική θέση στήν ποίησή μας. Θά ἦταν ἡ διαπίστωση καί ἡ δοξολογία ἑνός ποιητῆ, πού αὐτό ταπεινώνεται καί παραμερίζεται, γιά νά μᾶς δείξει τίς λαμπερές ὄψεις τῶν μεγάλων ἐρωτικῶν. Τό στοιχεῖο ὅμως πού θά τοποθετήσει σέ κάποιο μέλλον αὐτή τήν ποιητική συλλογή στούς «νέους ἀστερισμούς» καί θά ἀποδείξει πώς καί ὁ Κώστας Τσιρόπουλος εἶναι ἕνας μεγάλος ἐρωτικός τοῦ νοῦ εἶναι τό β καί γ μέρος, μέ τούς ὑπότιτλους «Ἡμίφως» καί «Γνόφος», εἶναι ἡ πρωτότυπη κίνηση στόν χῶρο τῆς ποιητικῆς γλώσσας.
Ἀπό τήν ἀρχή κιόλας τοῦ βιβλίου εἶναι ἔκδηλο πώς ὁ ἔρως ὁ ὀντολογικός, «ὁ θεῖος ληνός τοῦ ἔρωτα» συμπορεύεται μέ τήν λειτουργία τῆς λέξης ἀποδεικνύοντας κάθε στιγμή τό δισυπόστατό της, τόν ἀμετάβλητο δηλαδή ἀλλά συνάμα καί μεταβλητό της χαρακτῆρα. Ἔρως καί λέξη, σύμφυτα στήν γνήσια ποιητική ἀντίληψη, πόλοι τοῦ κοσμογονικοῦ μυστηρίου. Ὁ ἔρως ὡς ἀρχή καί ἡ λέξη ὡς ἑρμηνεία αὐτῆς τῆς ἀρχῆς. Στήν β καί γ ἑνότητα μία σοφή κατασκευή ἔχει ἤδη συντελεσθεῖ. Τά ἴδια τά ποιήματα τῆς πρώτης ἑνότητας ἐμφανίζονται γλωσσικῶς μεταμορφωμένα, διατηρώντας ὡστόσο τήν οὐσία τους καί τήν νοηματική τους ἀκρίβεια.
Ἡ μεταμόρφωση γίνεται μέ τήν ἀφαίρεση λέξεων, πού ταυτοχρόνως εἶναι ἐπιλογή λέξεων, μέ ἐλαφρές γραμματικές καί συντακτικές ἀλλαγές, μέ προσθήκη νέων λέξεων. Ἄν καί μέχρι τώρα ἀπέφευγα νά παραθέσω στίχους ἀπό αὐτή τήν ποιητική συλλογή, γιατί ὅλοι οἱ στίχοι εἶναι σάν πολύτιμες πέτρες σφιχτά δεμένες μεταξύ τους, καί στήν ὅποια μου ἀπόπειρα νά τούς χωρίσω θά ἦταν σάν νά ἔσπαγα ἕνα περιδέραιο, τώρα μπαίνω στόν πειρασμό νά παρουσιάσω ἕνα ἀπόσπασμα, γιά νά δειχτεῖ καλύτερα ἡ μεταμόρφωση, ὁ τρόπος τῆς ποιητικῆς ἐπεξεργασίας.

Τοῦ Ὁμήρου (τό ἀπόσπασμα στήν πρώτη ἑνότητα, στό «Φῶς»)

Τούς εἶχαν προσπεράσει τά μεσάνυχτα
σώματα γλαφυρά νά μή πνιγοῦν
σέ ἀθανασία ἐκρατήθηκαν γυμνά.
Φλόγα μυστηρίου ἐκυμάτιζε πάνω τους
ὡς οἶκτος ἀψαύστων ἡ γλώσσα
καί ἀπό τόν βαθύ τῶν σπλάχνων τους
τάρταρο
ξυπνοῦσε πόθος ἁλιεύοντας
ἀστρῶα ὄνειρα
μές στήν ὑγρότητα τῶν σωμάτων
κραυγάσματα φέρνοντας
λέξεις θραύσματα θεῶν νοήσεις.

Τό ἴδιο ἀπόσπασμα, ἀφοῦ ἀφαιρεθοῦν οἱ λέξεις, μεταμορφώνεται στήν β ἑνότητα, στό «Ἡμίφως».

Σώματα τά μεσάνυχτα
σέ ἀθανασία
ἡ γλώσσα ἐκυμάτιζε
πάνω τους
ὑγρότητα λέξεις θραύσματα
θεῶν νοήσεις.

Καί στήν γ ἑνότητα, στόν «Γνόφο»
Σώματα
ἀθανασία γλώσσας
θεῶν λέξεις.

Οἱ λέξεις λάμπουν διαφορετικά στίς τρεῖς ἑνότητες κι ἀκούγονται σάν μουσικό μοτίβο πού πρωτοστατεῖ ἀρχικῶς, γιά νά γίνει στό τέλος ἀπόηχος. Τό διθυραμβικό ὕφος τοῦ πρώτου μέρους μετατρέπεται ἀπό τήν ποιητική αἴσθηση σέ μία σύνοψη στιλπνή καί ἱερατική, ἐνῶ ἡ γλωσσική συμπύκνωση, ἀποτέλεσμα ἀφαίρεσης καί ἀλλοίωσης προσδίδει μία ἄλλη ἐγκυρότητα στόν στίχο. Καί εὔγλωττο τό ἐρώτημα τοῦ νοῦ: ποῦ λοιπόν ἡ ἀλήθεια; Στό φῶς, στό ἡμίφως ἤ στόν γνόφο; Δρόμοι ἀνοίγονται μπρός στήν ἀπαίτηση τοῦ νοῦ. Σημασία ὅμως δέν ἔχουν ἐδῶ οἱ ἴδιοι οἱ δρόμοι ἀλλά αὐτή ἡ καταπληκτική, ἡ πρωτότυπη ποιητική κίνηση πού διοχετεύεται σέ ὁλόκληρο τό βιβλίο νά δειχτοῦν τά νοητικά συστατικά αὐτῶν τῶν ὁδῶν, ἡ «ἐπιβεβλημένη» δηλαδή ἀπό τά ἴδια τά πράγματα βεβαιότητα γιά τό «Φῶς», ἡ ἴσως πλανερή, τό ἀγνωστικιστικό «Ἡμίφως», ὁ «Γνόφος», αὐτό τό παράδοξο σκότος πού ὅλα τά ἀποχρωματίζει ἤ τά χρωματίζει ἀλλιώτικα καί σέ κεραυνοβολεῖ ἤ σέ μαγεύει, ὅπως ὅταν βρίσκεις τό πρωταρχικό σύμπλεγμα πού εἶναι ἡ ρίζα γιά τήν ἐτυμολογία μίας λέξης, ρίζα μέ δύο ἤ τρία γράμματα μόνον, χαμένη καί διασωσμένη στούς καιρούς, πού δηλοῖ τό καθόλου, τήν πρωταρχική σημασία τῆς λέξης.
Μέ αὐτόν τόν πρωτότυπο τρόπο γραφῆς καί ξανά-γραφῆς τῶν ποιημάτων του, ὁ ποιητής Τσιρόπουλος ἀποδεικνύεται καί ἄξιος κάτοχος τῆς γλωσσικῆς ποιητικῆς λειτουργίας καί στοχαστής κυριευμένος ἀπό τό ὅραμα. «Οἱ λέξεις θεόθεν», τελειώνει σιβυλλικά ὁ ποιητής. Θεόθεν. Λέξεις λοιπόν μυστηρίου καί μαρτυρίου, συμπληρώνουμε σάν ἀπάντηση οἱ ἀναγνῶστες. Κι αὐτό σημαίνει νέα ἀρχή, «νέους ἀστερισμούς».


* Δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Γραφή, Ἰανουάριος Φεβρουάριος 1990.

** Περιλαμβάνεται στο Ποικιλόγραφο Βιβλίο, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2016, σ. 393-397.



Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Κώστας Τσιρόπουλος ἕνας αἰσθητικός νοῦς. Κείμενο της Ελένης Λαδιά από τα ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΕΥΘΥΝΗΣ τεύχος 41


Δέν τοῦ δίνω αὐτόν τόν χαρακτηρισμό ἀβασάνιστα· σκέφτηκα πολύ. Ὁ Τσιρόπουλος ὅμως δέν εἶναι μόνον αἰσθητικός ἀλλά καί θεολογικός, ποιητικός, συγγραφικός νοῦς. Πῶς λοιπόν ἀπομονώνω μία του πλευρά;
Στόν παρελθόν ὅταν διάβασα τό ποίημα τοῦ Δ.Π. Παπαδίτσα μέ τόν τίτλος «ἡ ἔννοια μιᾶς πολυδιάστατης φυτείας καί τό ἀσύλληπτο τοῦ ζωντανοῦ αὐτιοῦ», προβληματίστηκα γιά τήν ἀφιέρωσή του στόν Τσιρόπουλο.
Γνωρίζοντας ὅμως ἀργότερα τήν ψυχοσύνθεση τοῦ συγγραφέως καί ποιητῆ καθώς καί τό ἔργο του, διεπίστωσα πώς πάντα σχεδόν τό ἀφιερωμένο ποίημα φανερῶς ἤ κρυφίως συνδέεται μέ τήν ποιότητα τοῦ ἀνθρώπου στόν ὁποῖον χαρίζεται.
Ὁ Κ. Τσιρόπουλος ὡς πρός τήν ψυχοσύνθεσή του εἶναι μία πολυδιάστατη φυτεία, μιά πλούσια καί χαρισματική προσωπικότητα, ἐνῶ ὁ νοῦς του γίνεται τό ζωντανό αὐτί, πού ὅλα τά άκούει καί τά κατανοεῖ. Εἶναι πολυσχιδές τό τάλαντό του: θαυμάσιος ποιητής, ἡ ποίησή του γίνεται μεγάλη ἀναγωγή πρός τό κοσμογονικό ὄν, μέ τονισμένο μερικές φορές καί τό θρησκευτικό στοιχεῖο, κρατερός δοκιμιογράφος μέ ὀξυτάτη ἀντίληψη καί σκέψη, ὡραῖος Ἕλληνας πατριώτης, πού ὑπεραμύνεται τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καί παιδείας, ἐργατικός ἐκδότης περιοδικοῦ, λιτοῦ, ὀλιγοσέλιδου ἀλλά κομψοῦ καί οὐσιαστικοῦ.
Στό βιβλίο του «Ρωμανική ζωγραφική, Βυζαντινή ζωγραφική» (θεώρηση τῶν ρομανικῶν τοιχογραφιῶν τῆς Ἱσπανίας.) ἀποδεικνύεται ἕνας ἄξιος συγγραφεύς πού μέ ἐπιστημονικό τρόπο καί ποιητική ματιά ἀσχολεῖται μέ ἕνα θέμα, τό ὁποῖον ἦταν νέο γιά τήν ἐποχή πού γράφτηκε.
Ὁ συγγραφεύς ἀποκαλύπτει τήν αἰτία αὐτῆς τῆς συγγραφῆς: «Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕρμαιο τῆς Ἱστορίας. Ἔτσι ὅταν ἡ καταδρομή της στόν τόπο μου καταπίεσε τήν ζωή μου, ἀναζήτησα τρόπο διαφυγῆς γιά νά σώσω τή ἀκεραιότητα τοῦ προσώπου μου. Τόν τρόπο αὐτό μοῦ πρόσφερε τό Instituto de Cultura Hιspanica  μέ μία διετῆ ὑποτροφία γιά νά μελετήσω τίς ρομανικές τοιχογραφίες τῶν ἱσπανικῶν ναῶν μέσα ἀπό τό πρίσμα τῆς βυζαντινῆς Ἁγιογραφίας.»
Ὁ συγγραφεύς καλλιτέχνης ξαναγίνεται σπουδαστής καί μελετᾶ μέ ἐμβρίθεια τό ὑλικό του. (Τό βιβλίο ἐκδόθηκε τό 1980 ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἀστέρος καί εἶναι ὄντως ἕνα κόσμημα μελέτης καί ἔκδοσης.)
 Ἱστορία, θεολογία καί ἀρχαιολογία εἶναι τό ὑλικό πού μελετᾶται. Ὁ Τσιρόπουλος βρίσκει τίς αἰσθητικές σχέσεις βυζαντινῆς καί ρομανικῆς ζωγραφικῆς, ἐπισημαίνει πώς τό φυσικό, μεσογειακό φῶς χαρίζει στήν ρομανική ζωγραφική τήν ὑψηλή χρωματική αἴσθηση, ὑποστηρίζει πώς ὁ βασικός συντελεστής στήν διαμόρφωση τῆς ρομανικῆς τοιχογραφίας ἦταν θεολογικός καί ἐκκλησιαστικός. «Ἡ Ἐκκλησία ἡ ἴδια» γράφει, «ἔπρεπε νά δείξει πώς ὀ Χριστός δέν εἶναι μόνον θεός οὔτε μόνον Ἄνθρωπος ἀλλά θεάνθρωπος. Μέ αὐτή τήν πίστη στόν Θεάνθρωπο ἐργάσθηκαν καί οἱ ρομανικοί ἁγιογράφοι.» (Ἐδῶ ἀναφέρεται καί τό κεφάλαιο περί Κοπτικῆς ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποσπάσθηκε τό 451 μχ κατά τήν Σύνοδον τῆς Χαλκηδόνος ἀπό τήν βυζαντινή τέχνη ἀξιοποιώντας μόνον λαϊκά καί τοπικά στοιχεῖα).

 Στό βιβλίο ἐξετάζεται μέ ἐμβρίθεια τό πρόβλημα τῆς καταγωγῆς τῆς Ἱσπανικῆς ρομανικῆς ζωγραφικῆς. Τά συμπεράσματα ἀναφέρουν πολλά στοιχεῖα γιά τήν καταγωγή της: εἶναι τέχνη αὐτόχθονη ἀλλά καί μέ προελεύσεις Ἀραβικῆς ἤ Μοθαραβικῆς, Ἰρλανδικῆς ἤ Ἀγγλικῆς, Καρολίνειας ἤ Ὀθωνικῆς, Γαλλικῆς καί Ἰταλικῆς, τό λεγόμενο Ἰταλοβυζαντινό ὕφος. Ὁ μελετητής Τσιρόπουλος παραθέτει γνῶμες πολλῶν συγγραφέων καί μία πλουσιότατη βιβλιογραφία.
Τό ἐκκλησιαστικό ἐπίσης στοιχεῖο εἶναι ἐναργές καθώς ἀναφέρονται οἱ οἰκουμενικές σύνοδοι καί οἱ αἱρέσεις. Ἡ Ἱσπανία καί ὁ Βυζαντινός κόσμος ἔχουν σχέσεις ἐκκλησιαστικές, (προσκυνήματα, ἅγια λείψανα,  μονή τοῦ Σινᾶ) ἐμπορικές (ἀκμή τοῦ βυζαντινοῦ ἐμπορίου τόν 9ο καί 10ο αἰ. καί καλλιτεχνικές. (ἡ εὐρύτατη κυκλοφορία τῶν βυζαντινῶν χειρογράφων στήν Δύση).
Οἱ αἰσθητικές σχέσεις βυζαντινῆς καί ρομανικῆς ζωγραφικῆς ἔχουν τήν πηγή τους στήν θρησκεία καί τήν ἐκκλησία, ἡ ὑφή τους εἶναι λειτουργική, ὁ χαρακτήρας τους ἐκκλησιαστικός, ἡ θεμελιακή ἁγιογραφική ἀποστολή ἀντιρεαλιστική, καί ἡ πίστη στήν ἐνσάρκωση τοῦ θεοῦ δίνει τήν ἀνθρωπομορφική ἀπεικόνιση. Στήν βαθύτερη τους οὐσία εἶναι ἄχρονες, μέ  μετωπική στάση καί ὑπερκόσμια σοβαρότητα προσώπου. Γιά τό χρῶμα ὑπάρχει ἡ ἄρνηση τοῦ φυσικοῦ φωτός γιά νά τονισθεῖ τό νοητό καί ἀθέατο. Ὁ συγγραφεύς γράφει: «τά χρώματα γίνονται ἀντιρεαλιστικά, συμβολικά, ἀποκτοῦν τήν δύναμη τῆς ὑποβολῆς τῶν ὑπεραισθητῶν καί μαζί κατορθώνουν τό βασικά ἀμετάβλητο κι ἑνιαῖο τῆς ἁγιογραφίας. Ποτέ τό ὕφος μιᾶς τέχνης δέν ἦταν τόσο ἐσωτερικά ἑνιαῖο καί μαζί τόσο ἐλεύθερο, ὅσο στήν βυζαντινή καί στήν ρομανική ζωγραφική.»
Πολλές τέτοιες ἐπισημάνσεις καί σκέψεις γιά θέματα πολύ δύσκολα καί σοβαρά κάνει ὁ Κώστας Τσιρόπουλος, τονίζοντας πάντα τίς ἀθέατες πλευρές καί τίς λεπτεπίλεπτες ἀποχρώσεις.
Τό βιβλίο γιά τό ὁποῖο λίγες μόνο γραμμές ἔγραψα, πρέπει νά μελετηθεῖ προσεκτικά, γιατί τό πνευματικό ὄφελος θά εἶναι μεγάλο.
Εὐχαριστοῦμε τόν σπουδαιότατο συγγραφέα Κώστα Τσιρόπουλο, γιά τά πνευματικά δῶρα πού μᾶς πρόσφερε. Δῶρα τῶν ὁποίων ἡ εὐωδία, θά διαρκεῖ πάμπολλα ἔτη, ὅπως τό θυμίαμα τῶν ὀρφικῶν ὕμνων.

Δεκέμβριος 2014  Ἑλένη Λαδιᾶ


* Το κείμενο συμπεριλαμβάνεται στο εξαιρετικό αφιερωματικό τόμο "Έκφραση Τιμής στον Κώστα Τσιρόπουλο", Τετράδια Ευθύνης τευχ. 41, Δεκέμβριος 2015.

** Η φωτογραφία του Κώστα Τσιρόπουλου, στιγμιότυπο από τις τελευταίες του επισκέψεις στο γνώριμο Σαββατιάτικο στέκι των εκδόσεων επί της οδού Πολυτεχνείου 1. είναι από το αρχείο του εκδότη Γιώργου Α. Γκέλμπεση, ιδιοκτήτη των Εκδόσεων Κοράλλι, των Εκδόσεων των Φίλων, του Αστρολάβου και φυσικά της Νέας Ευθύνης και του περιοδικού Κοράλλι.





Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ», κριτική για την Φερέοικη της Ελένης Λαδιά από την Χαρίκλεια Δημακοπούλου

Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα εκυκλοφόρησε ένα νέο βιβλίο της κ. Ελένης Λαδιά, υπό τον τίτλο: Η Φερέοικη (εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 88, ευρώ 10). 

Η συγγραφεύς το χαρακτηρίζει μυθιστόρημα. Σε έκταση προσεγγίζει μάλλον την νουβέλλα. Είναι ένα βιβλίο που ανήκει στις ευτυχείς στιγμές της συγγραφέως, καθώς επανέρχεται σε αυτό το μικτό είδος αφηγήσεως, μυθιστορίας, που κινείται μεταξύ πραγματικού και ονειρικού, ενίοτε εφιαλτικού, με απηχήσεις από την ψυχολογία του βάθους, την Θεολογία, την μυθολογία, αλλά και την έντονη ανάγκη γραφής και εκφράσεως που διακρίνει την κ. Λαδιά ως άξονας όλου του έργου της. 

Η κ. Λαδιά γράφει και εκδίδει όπως αναπνέει ή, μάλλον, αναπνέει για να γράφη. Με αυτές τις σκέψεις ξεκινά το νέο μυθιστόρημα: «Ὅταν τελειώνω ἕνα βιβλίο μέ κυριεύει μιά ταραχή, πού ἐξαπλώνεται στόν νοῦ μου σάν φαγούρα νευροδερματίτιδας. Ἀντιαισθητικό ἀλλά ἔτσι εἶναι ἀκριβῶς. Δέν ἄγχομαι γιά τἠν πορεία τοῦ βιβλίου ἀλλά γιά τό κενό πού δημιουργεῖται  στήν ψυχή μου». Έτσι αρχίζει.    

Και αυτό που μας προσφέρει είναι ένα σχεδόν σουρεαλιστικό κείμενο όπου η συγγραφεύς μάχεται εναντίον της ηρωίδας της που δεν θέλει να… συνεργασθεί! Η προσπάθεια πληρώσεως του κενού της σελίδας και η βαθειά ανάγκη να εξωτερικεύσει τον πόνο από την απώλεια της μητέρας της, στην μνήμη της οποίας είναι αφιερωμένο το βιβλίο, μας προσφέρουν ένα μικρό αριστούργημα λόγου και βαθύτατης εσωτερικής αναζητήσεως, με απόηχους της εξαιρετικής καλλιεργείας και ελληνομαθείας της συγγραφέως. 

Το βιβλίο δεν είναι εύκολο. Διαβάζεται όμως απνευστί, παρασύρει τον αναγνώστη στον αγώνα δημιουργού και δημιουργήματος, όπου το εξαιρετικό ταλέντο της συγγραφέως μας πείθει πέρα από την  λογική για όσα μας αφηγείται με απλότητα, αλλά πόσο περίπλοκη απλότητα, με εξαιρετικό στυλ, με τόσο «δουλεμένο» λόγο. Ο πόνος, η αναζήτησις του «άπιαστου» και του άρρητου, η γοητεία της δημιουργίας, όλα μας προσκαλούν και μας προκαλούν. Χρειάζεται όμως στιβαρούς αναγνώστες.