ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑ ΚΟΛΑΖ ΙΙΙ

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Ἡ ἀγάπη τοῦ πλησίον


Σᾶς πληροφορῶ ἐντίμως ὅτι τά ρητά εἶναι ἀνεφάρμοστα. Αὐτό τό εἶχα ἐννοήσει ἀπό τήν ἐφηβεία μου ἀκόμη, εὐλογημένη ἐποχή ὅπου πρωτοδιάβασα ''τό ὑπόγειο" τοῦ Ντοστογιέφσκι. Περίλαμπρα ὁ ἥρωας τοῦ Ὑπογείου ἀποδεικνύει πώς δέν εἶναι καλό νά γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν ἑαυτό του. Τά ἐπιχειρήματά του μάλιστα εἶναι τόσο συγκλονιστικά κι ἀνατρέπουν τόν καθιερωμένο ρυθμό τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, ὥστε τό ἔργο εἶναι πραγματικά μεγαλοφυές.

Φυσικά ἐμένα δέν μέ ἀπασχόλησε τό θέμα τῆς γνώσης τοῦ ἑαυτοῦ μου, δέν διαθέτω ἄλλωστε τέτοιες διανοητικές ἱκανότητες. Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος πού δέν φιλοδόξησε ποτέ νά καταπιαστεῖ μέ ὑψηλά θέματα καί νά κυριαρχήσει σέ χῶρο μεγαλύτερο ἀπό ὀγδόντα τετραγωνικά.

Δέν ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶμαι καλός χριστιανός, θά ἔλεγα πώς ἁπλῶς μέ συγκινεῖ ἡ ὀμορφιά τῶν κειμένων καί τοῦ τελετουργικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί ὅμως, ἐφήρμοσα, χωρίς νά τό καταλάβω, τήν κυριώτερη χριστιανική ρήση: ἀγάπα τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Τό βίωμα μου, βλέπετε, δέν ἦταν γνωσιολογικό ἀλλά ἠθικό. Γι'αὐτό καί ἡ προσπάθεια ἐφαρμογῆς του γέννησε ἕνα τεράστιο ἠθικό παράδοξο.

Ἔτσι βρίσκομαι ὁλομόναχος τώρα, ἡμέρα Χριστουγέννων, μέ μία βασανιστική ἀπορία: Ἀφοῦ τήν ἀγάπησα ὡς ἐμαυτόν, γιατί διαμαρτυρήθηκε μετά ἀπό τόσα χρόνια, κι ἕνα ὡραῖο πρωί-ὄχι πρωί, σχῆμα λόγου εἶναι-μᾶλλον γιά ἀπόγευμα ἐπρόκειτο, ἕνα ὡραῖο λοιπόν ἀπόγευμα μοῦ ἐδήλωσε κατηγορηματικῶς, χωρίς θυμούς, δάκρυα καί ἐξάρσεις πώς δέν ἀντέχει ἄλλο αὐτόν τόν δεσμό.

Στήν ἀρχή ξαφνιάστηκα καί δέν τό πίστεψα, σοφίστηκα καί χρησιμοποίησα ποικίλους διερευνητικούς τρόπους, ἀλλά δυστυχῶς ἔλεγε τήν ἀλήθεια. Πανικοβλήθηκα καί τά ἐρωτηματικά, σάν λαιμητόμοι ἔπεφταν στό κεφάλι μου. Τί τῆς ἔκανα λοιπόν καί ἐπαναστάτησε τόσο, δηλώνοντάς μου ὅτι εἶχε πλέον φτάσει στά ὅρια τῆς ἀντοχῆς της; ἑγώ τήν ἀγάπησα ἀληθινά, ὅπως τόν ἑαυτό μου.

Πρῶτα πρῶτα ἐπέβαλα καί σέ αὐτήν τίς ἀπόψεις μου περί γάμου καί τεκνοποίας. Ἐκεῖ τά κατάφερα χωρίς μεγάλο κόπο, γιατί καί ἡ ἴδια ἦταν ἰδεόπληκτη. Δοσμένη κατά καιρούς σέ παράξενες φιλοσοφικές ἰδέες καί ζώντας σέ ἕνα φανταστικό μέλλον, θεωροῦσε τά παρόντα ἐφήμερα καί συμβατικά. Γιά νά εἶμαι ὅμως ἀκριβής μερικές φορές μοῦ ἔκανε προτάσεις γάμου ( αὐτή ἡ γυναίκα εἶχε τήν καταπληκτική εὐχέρεια νά μεταμορφώνεται σέ ἱππότη) σέ ἐποχές μεγάλης θλίψης καί βασάνων γιά μένα. Μέ τό σκληρό καί ἀπότομο ὕφος μου τῆς ὑπεδείκνυα δύο δρόμους: ἤ νά μείνει μέ τούς ὅρους πού ὁ ἴδιος ἐπέβαλα στόν ἑαυτό μου, ἄγαμη δηλαδή, ἤ νά φύγει. Ὁ δρόμος ἦταν πάντα ἀνοικτός καί ἐλεύθερος. Ἔμεινε καί πέρασαν πολλά Χριστούγεννα.

Ἀργότερα, σέ κάποια ἡλικία, θεωρώντας προφανῶς πώς θά ἔχανε τήν δυνατότητα τεκνοποίησης, ἄρχισε νά μοῦ ζητᾶ ἕνα τέκνο, ἔστω καί ἄνευ γάμου. Συντηρητικός καθώς ἤμουν καί μέ ἀκλόνητες ἠθικές ἀρχές, μόλις καί συγκρατήθηκα νά μήν τήν διαολοστείλω. Τῆς τόνισα ὅμως, περισσότερο σκληρά, πώς οὔτε ἐγώ οὔτε αὐτή ἤμασταν ἱκανοί νά διαπαιδαγωγήσουμε ἕναν νέο ἄνθρωπο. Καί φυσικά ξαναεῖπα: ἤ μεῖνε μέ τούς ὅρους πού ξέρεις ἤ φύγε. Ἔμεινε καί πέρασαν πολλές Πρωτοχρονιές.

Στά μεγάλα λοιπόν θέματα τοῦ γάμου καί τῆς τεκνοποιίας εἴχαμε συμφωνήσει. Στά μικρά ὅμως, τά σχεδόν ἐλάχιστα δέν ἄντεξε. Τί ἐπιτέλους τήν εἶχε ἐνοχλήσει; Μήπως ἡ σιωπή πού τῆς ἐπέβαλα γιά τόν δεσμό μας;

Μά αὐτό, πρῶτος ἐγώ τό εἶχα ὑποστεῖ. Δέν ἐμίλησα πουθενά, λέξη δέν εἶπα σέ κανέναν, ἄλλο τί καταλάβαιναν οἱ γύρω, τήν δική μου ὁμολογία δέν τήν εἶχε κανείς. Ἐμένα δέν μέ ἐνδιαφέρουν οἱ ἀντιλήψεις τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος. Δεσμός πού δέν καταλήγει σέ γάμο, πρέπει νά μένει κρυφός.

Φυσικά δέν ὑπῆρχε κανένας ἀντικειμενικός λόγος γιά τήν συνωμοσία τῆς σιωπῆς μας, νά κάτι πού δέν κατάλαβε, ἡ ἐχεμύθεια δέν κρηπιδώνεται πάντα σέ λόγους ἀντικειμενικούς. Ἀπό φυσικοῦ μου σιχαίνομαι τίς ἐκμηστηρεύσεις καί τίς ἀνακοινώσεις, πολλές φορές χρησιμοποιῶ κι ἄλλο ὄνομα γιά περιπτώσεις δευτερεύουσες, ὁ κουρέας μου λόγου χάρη ξέρει πώς μέ λένε κύριο Ἀλέξανδρο, ἐνῶ τό πραγματικό μου ὄνομα εἶναι ἄλλο. Βεβαίως δέν τά κάνω ὅλα αὐτά ἀπό δόλια πρόθεση, οὔτε καί χρησιμοποιῶ τεχνάσματα κακοποιῶν, ἁπλῶς διασφαλίζω ἔτσι τήν ἀνωνυμία μου. Ἀγαπῶ τήν ἀνωνυμία, εἶναι πηγή χάριτος καί ἐλευθερίας.

Θά μοῦ πεῖτε, ἀγαπητοί μου: εἶσαι τόσο ταπεινόφρων; Ἀπαντῶ μετά παρρησίας: ὄχι, δέν εἶμαι, ἀλλά ἀφοῦ δέν ἔχω τό μέγεθος τῆς ἐπωνυμίας ἑνός Νεύτωνος, ἑνός Ἀινστάιν ἤ ἑνός Ντοστογιέφσκι, τί νά τίς κάνω τίς ἄλλες χλιαρότητες; νά εἶμαι δηλαδή ὁ δήμαρχος τοῦ χωριοῦ ἤ ὁ συγγραφεύς μιᾶς μερίδος ἀνθρώπων; Ἡ ἀντιπάθειά μου γιά τά μικρά μεγέθη μέ ὁδήγησε στήν πλήρη, στήν πληρέστατη ἀνωνυμία. Τί ἐνόχλησε λοιπόν τήν ἀγαπημένη μου; τήν ἐνόχλησε ἡ προφύλαξη τοῦ δεσμοῦ μας ἤ οἱ μέρες καί οἱ ὦρες πού εἶχα ὁρίσει γιά τίς συναντήσεις μας; αὐτές τίς μέρες καί ὧρες διέθετα κι ἐγώ γιά τήν προσωπική μου εὐχαρίστηση, ὅλες οἱ ἄλλες ἦταν γεμάτες ἀπό τό ἐπάγγελμα καί τίς οἰκιακές ἀσχολίες, διότι ζοῦσα μόνος.

Θυμᾶμαι τώρα πώς μετά ἀπό πολύ καιρό τόλμησε νά διαμαρτυρηθεῖ γιά τό σπασμένο κρεββάτι πού πλαγιάζαμε, ὅταν τήν φιλοξενοῦσα, πάντα τίς μέρες καί τίς ὧρες πού ἐγώ ὅριζα. Δέν εἶμαι οὔτε ἄπορος οὔτε τσιγγούνης, ἀλλά δωρικός. Μάλιστα, πολύ δωρικός. Δέν μοῦ ἀρέσουν τά ὡραῖα καί περιττά πράγματα γιά τίς κατοικίες. Καί στό ἴδιο κρεββάτι κοιμόμουν καθημερινά, δίχως νά διαμαρτυρηθῶ. Τά κλινοσκεπάσματά μου εἶχαν βεβαίως μερικές τρύπες πού ὀφείλονταν στά πολλά πλυσίματα, ἀλλά ἦταν πεντακάθαρα, μοσχοβολοῦσαν ἄρωμα λεμονιοῦ. Ὅ,τι πρόσφερα στόν ἑαυτό μου, πρόσφερα ἐπακριβῶς καί στήν ἴδια. Τήν ἀγαποῦσα ὡς ἐμαυτόν. Ἔτσι τῆς ὅρισα νά πλένει πολύ συχνά τά χέρια της καί ἐπί ὥρα, νά τά σκουπίζει σχολαστικά, νά μήν ἀγγίζει χωρίς πλαστικά γάντια ἀντικείμενα πού ἔπεφταν στό πάτωμα καί τά λοιπά, ἐξηγώντας της λεπτομερῶς ὅλη τήν λογική τῆς καθαριότητας, πού δυστυχῶς, τό σύνολο τῶν ἀνθρώπων ἀγνοοῦσε. Στήν ἀρχή αὐτή τρόμαζε, διαμαρτυρόταν ἀλλά τελικῶς μπροστά στήν ἀποφασιστική μου πρόταση ἤ φύγε ἤ μεῖνε μέ τούς ὅρους μου, ὑποτασσόταν. Τήν μύησα στά πάντα, σχεδόν μέ ἕναν τρόπο τελετουργικό, γιά νά ἀποφεύγει τά μικρόβια. Ἐπειδή ὅμως δέν γνώριζε ποιά ἦταν τά πιό ἀκάθαρτα σημεῖα τοῦ σπιτιοῦ, ὅπως λόγου χάρη τό πόμολο τοῦ λουτροῦ, πού πρίν ἀπό δέκα χρόνια εἶχε ἀγγίξει μιά παραδουλεύτρα πού εἶχε φέρει ἡ μακαρίτισσα ἡ μάνα μου, τό τμῆμα τοῦ πλυντηρίου ὅπου ἀκούμπησε τό σακκάκι κάποιου ὑδραυλικοῦ ἤ διάφορα παραπλήσια, τῆς ὅρισα ἕνα μονοπάτι, στό ὁποῖο θά μποροῦσε νά κινηθεῖ. Ἀπό τήν κρεββατοκάματα μέχρι τό λουτρό ὑπῆρχε μία λωρίδα στενή, ὅπου ἐπιτρεπόταν νά περπατάει. Κάποτε πού παρέβη τά ὅρια, λίγο καί θά φτάναμε στόν χωρισμό.

Τήν ἀγαποῦσα πολύ καί μοῦ ἄρεσε νά τήν βλέπω κοιμισμένη, γιά νά μπορῶ νά τῆς λέω ὅσα τρυφερόλογα δέν μποροῦσα νά προφέρω κατά τήν ἐγρήγορση. Αὐτή ὅμως, πλάσμα πολύ νευρικό, σηκωνόταν άπό τό κρεββάτι καί καθόταν στήν πολυθρόνα, πού τῆς εἶχα ὁρίσει ὡς τήν πιό καθαρή.

Παραπονιόταν πώς ἔμενε δυό τρεῖς ὦρες σχεδόν ἀκίνητη, διότι ἀπαγορευόταν νά θορυβεῖ καί νά πάει στήν κουζίνα νά φτιάξει καφέ ἤ νά πιεῖ νερό. Τῆς εἶχα πεῖ ὅμως νά μέ ξυπνάει, ὅταν διψοῦσε. Ἀμέσως σηκωνόμουν ἀπό τόν ὕπνο καί τῆς ἔφερνα ἕνα ποτήρι νερό.

Ἧταν πολύ ἰδεόπληκτη, τῆς τό ἔλεγα καί θύμωνε. Παραπονιόταν ὅτι κρύωνε, ἰδέα της ἦταν, πῶς μποροῦσε νά κρυώνει, ἀφοῦ δέν κρύωνα ἐγώ καί ἀφοῦ ἦταν ὁ ἑαυτός μου; Θυμᾶμαι πώς μερικές φορές διαμαρτυρόταν γιά τήν μεταχείρισή μου, ἔκανε σκηνές καί ἔφευγε. Δέν ἐπέμενα ποτέ νά μείνει, γιατί γνώριζα τό ἑπόμενο στάδιο: μετά ἀπό ἕνα τέταρτο χτυποῦσε τό κουδούνι. Ἔμπαινε στό σπίτι δακρυσμένη καί παραδαρμένη ἀπό τήν ἐπαναστατική της ἀπόπειρα καί μέ ἀγκάλιαζε, γιατί τό δίλημμα ἔστεκε συνεχῶς πάνω ἀπό τό κεφάλι της, δαμόκλειος σπάθη. Κατά βάθος ἤμουν σίγουρος πώς ἔτσι τῆς ἀτσάλωνα τόν χαρακτήρα. Γι' αὐτό καί δέν λυπᾶμαι γιά μιά σκηνή, πού μόλις τώρα θυμήθηκα. Ἤμασταν σέ ἕνα ἐξοχικό κέντρο, κι ἄφηνα πάντα αὐτήν νά διαλέγει τό φαγητό. Μοῦ ἄρεσε νά τήν βλέπω νά τρώει μέ ὄρεξη, γιατί τότε γινόταν ἀληθινά ὁ ἑαυτός μου Νά φανταστεῖτε πώς ὅταν τήν γνώρισα καί ἄρχισε ὁ ἔρωτάς μας ἦταν τόσο ἀδύνατη, ὥστε φοβόμουν νά τήν ἀγγίξω, μήπως καί τῆς σπάσω κανένα πλευρό. Ἐγώ τήν πάχυνα καί εἶχε γίνει ὡραία κοπέλλα, μέ παραπάνω βεβαίως κιλά ἀλλά ὡραία.

Στό κέντρο αὐτό λοιπόν, νύχτα καλοκαιριοῦ, εἴχαμε παραγγείλει τό φαγητό. Ὁ κῆπος ἦταν διακοσμημένος μέ κάτι κακόγουστα πιθάρια. Ξαφνικά αὐτή μοῦ δείχνει ἕναν τεράστιο ἀρουραῖο. "Τό πέρασα γιά γατάκι", εἶπε ἔντρομη, ''ἀλλά εἶναι ποντίκι. Πᾶμε νά φύγουμε." Γνώριζα πώς μιά ἀκόμη ἰδεοληψία της ἦταν ὁ φόβος τῶν ποντικιῶν, καί γι'αὐτό παρατήρησα αὐστηρά. "Μήν κάνεις νούμερα. Θά μείνουμε ἐδῶ καί δέν θά ξεφτιλιστοῦμε μπροστά στούς ἄλλους θαμῶνες, πού συνεχίζουν νά τρῶνε ἀνενόχλητοι."

Καί μείναμε. Φυσικά καί εἶχε δίκαιο, ὁ κῆπος ἦταν γεμάτος ποντικούς μεγάλους σάν γατιά, πού πηγαινοέρχονταν στά πιθάρια καί σχεδόν κοντά στά τραπέζια. Ἐκείνη εἶχε ἀνεβεῖ πάνω στήν καρέκλα της φοβούμενη νά πατήσει τά πόδια της στό δάπεδο, εἶχε χλωμιάσει καί πῆρε μιά ἔκφραση σάν νά ἤθελε νά κάνει ἐμετό. Ἐγώ, δίνοντας τό γενναῖο παράδειγμα προσπαθοῦσα νά φάω. Ἧταν ἀλήθεια ὅτι τό θέαμα μέ εἶχε ἀηδιάσει, ἀλλά δέν τό ἔδειχνα.

Ἴσως ἐκεῖνο τό βράδυ κάτι νά ράγισε μέσα της, γιατί μοῦ εἶπε πώς τήν εἶχαν κουράσει ἀφάνταστα οἱ ἰδιοτροπίες καί ἡ συμπεριφορά μου. Διαμαρτυρήθηκα λέγοντάς της πώς οὔτε γυναικάς ἤμουν, οὔτε ἀπατεώνας, οὔτε παίκτης, οὔτε πότης. Μέ κοίταξε μελαγχολικά καί ἀπάντησε: "Μέ τά μεγάλα ἐλαττώματα ξεμπλέκεις εὔκολα, τά μικρά εἶναι πού σοῦ τρῶνε σάν σαράκι τήν ζωή μέσα ἀπό τήν καθημερινότητα."

Δέν ἔδωσα σημασία ἀγαπητοί μου, ἀλλά ποιοί ἀγαπητοί μου, σέ ποιόν ἀπευθύνομαι; ἐγώ σιχαίνομαι τίς ἐκμηστηρεύεις, εἶναι δεῖγμα τῶν ἀδυνάτων ψυχῶν. Καί ἀγαπητό ἄλλον ἀπό αὐτήν δέν ἔχω. Κανείς δέν ἔμαθε, οὔτε καί ἡ ἴδια ὑποψιάστηκε πόσο τήν ἀγάπησα. Ὑπῆρξαν ὧρες πού ὁ ἔρωτάς μου γι' αὐτήν ἦταν τό ἰσχυρότερο συναίσθημα ἐπί τῆς γῆς. Μάλιστα, ἐπί τῆς γῆς. Μοῦ παραπονιόταν ὅτι δέν ζηλεύω, ἀλλά ποτέ δέν κατάλαβε πώς κάθε στιγμή ἔτρεμα νά τῆς φανερώσω τήν ἀδυναμία μου, τήν τρομερή μου ζήλεια ἀκόμη καί γιά τό βλέμμα πού ἔρριχνε ἀδιάφορα στό κενό, γιατί φοβόμουν μήπως καί τήν χάσω. Καί φυσικά τήν ἔχασα ἀπό ἄλλον δρόμο.

"Δέν ἀμφέβαλα ποτέ ὅτι μέ ἀγάπησες," ἦταν τά τελευταῖα της λόγια. "Τό θέμα ἦταν ὁ τρόπος, πῶς μέ ἀγάπησες."

Τήν ἀγάπησα ὡς ἐμαυτόν, τῆς ἐπέβαλα ὅρους πού πρῶτος ἐγώ εἶχα ὑποστεῖ.

Ὄχι, ἀναφωνῶ τώρα, ὅπως ὁ ἥρωας τοῦ Ὑπογείου πού κραύγαζε: δέν εἶναι καλό νά γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν ἑαυτό του.

Ἐγώ δακρύζω καί ὁμολογῶ, ὄχι μήν ἀγαπᾶς τόν πλησίον ὡς σεαυτόν. Βρίσκεται μεγάλος κίνδυνος σέ μιά τέτοια ἀγάπη.

Τό ἐλάχιστο σᾶς εἶπα ἀπό ὅ,τι συνέβη σέ αὐτόν τόν δεσμό, γιατί ἄν μιλοῦσα, θά ἔπρεπε νά γεμίσω ἕναν ὁλόκληρο τόμο. Καί ἐπειδή δέν ἔχω τό ντοστογιεφσκικό μέγεθος σταματῶ, γιατί εἶμαι ἕνα μηδενικό. Καί ὡς μηδενικό μόνον μέ ἄλλον ἀριθμό μαζί ἀποκτῶ θετική ὑπόσταση. Καί ἔξω ἀπό τό δωμάτιό μου εἶναι Χριστούγεννα κι ἐγώ μένω σάν στρείδι προσκολλημένος σέ ἕνα ἀπόγευμα, ὅπου τά πάντα κονιορτοποιήθηκαν. Καί δέν τά διέλυσε ὁ θάνατος, ἀλλά ὁ χωρισμός πού εἶναι μιά μορφή θανάτου.

Τελειώνω, ἀγαπητοί μου ἄγνωστοι, μέ ἕνα ἐρώτημα πού αἰφνιδίως ξεφύτρωσε ἀπό τό μυαλό μου. Τόν ἀγαποῦσα ἄραγε τόν ἑαυτό μου;

Δέν δύναμαι νά ἀπαντήσω διότι φθάνω στόν χῶρο τῆς γνωσιολογίας καί μπερδεύομαι. Ἐγώ ὡς ἠθικός ἄνθρωπος μόνον μέ θέματα ἤθους καί ἠθικῆς μπορῶ νά ἀσχοληθῶ, ἔστω καί ἀνεπιτυχῶς. Σταματῶ ὅμως γιατί, καθώς σᾶς εἶπα, σιχαίνομαι τίς ἐκμηστηρεύσεις. Καί ἄν πέσει στά χέρια σας αὐτό τό κείμενο πού δέν θά σχίσω, γιατί εἶμαι σάν τόν δολοφόνο πού ἀφήνει πάντα κάποιο ἴχνος, πετάξτε το παρακαλῶ, μήν τό διαβάσετε, δέν ὠφελεῖ σέ τίποτα πλέον...

Μία ἐξήγηση: ἀνακάλυψα τό κείμενο στίς ἄκοπες σελίδες ἑνός μυθιστορήματος πού ἀγόρασα σέ κάποιο παλαιοπωλεῖο.

27 Δεκεμβρίου 1992


Τό διήγημα τῆς Ἑλένης Λαδιᾶ εἶναι ἀπό τήν συλλογή "ὁ Ἔτυμος Λόγος'' ''εκδόσεις Ἁρμός 1998.


Ο πίνακας είναι του Σαράντη Καραβούζη




Τα παιδιά των (αρχαίων) ανθρώπων - ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΤΣΟΥΠΡΟΥ


Εφημερίδα Η ΑΥΓΗ 20/8/11

ΕΛΕΝΗ ΛΑΔΙΑ, Οι Έλληνες παίδες στην αρχαιότητα, Εκδόσεις GEMA

Η γνωστή και βραβευμένη για το λογοτεχνικό έργο της, αρχαιολόγος και θεολόγος Ελένη Λαδιά μάς παραδίδει εδώ μία μεγάλη σε όγκο και διεξοδικότατα τεκμηριωμένη μελέτη που ασχολείται με τις περισσότερες από τις πλευρές που αφορούσαν το παιδί στον αρχαίο κόσμο, είτε στον χώρο της θεωρίας (θρησκεία – μυθολογία) είτε στον χώρο της πράξης (λατρευτικές εκδηλώσεις) – το ανά χείρας θα συμπληρωνόταν θεματικά από ένα βιβλίο όπως είναι το προσφάτως μεταφρασμένο Η ζωή των παιδιών στην αρχαία Ελλάδα της Βιβιάν Κενίγκ (Μεταίχμιο, 2010), το οποίο, ωστόσο, απευθύνεται σε παιδικό ή νεανικό κοινό, σε αντίθεση με το βιβλίο τής Λαδιά το οποίο απευθύνεται σαφέστατα σε ενηλίκους και, μάλιστα, σε εκείνους που έχουν ένα ειδικότερο (επιστημονικό) ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο αντικείμενο.

Πέρα από τα μυθιστορήματα, τα διηγήματα και τις νουβέλες της, η Ελένη Λαδιά, σε μία πορεία σχεδόν σαράντα χρόνων, έχει ασχοληθεί επανειλημμένα στα δοκίμια και τις εκτενέστερες εργασίες της με τον αρχαίο κόσμο (Ποιητές και Αρχαία Ελλάδα, Τα ψυχομαντεία και ο υποχθόνιος κόσμος των Ελλήνων, Μυθολογικά παράδοξα και ένα διήγημα), ενώ σε συνεργασία με τον Δημήτρη Παπαδίτσα είχε μεταφράσει τα: Ορφικοί ύμνοι, Ομηρικοί ύμνοι (έχει εκδοθεί και στα φινλανδικά) και Νέκυια (λ της Οδύσσειας). Είναι φανερό, λοιπόν, πως το παρόν βιβλίο είναι προϊόν τής πολυετούς μελέτης αλλά και της λογοτεχνικής γραφής μιας επιστήμονος, η οποία, επιπλέον, αγαπά πολύ το αντικείμενό της.

Το ανά χείρας βιβλίο τής Ελένης Λαδιά (μία πολύ φροντισμένη έκδοση, σε πολυτονικό) χωρίζεται σε έξι κεφάλαια, τα οποία πλαισιώνονται από μία σύντομη Εισαγωγή και από μία πολυσέλιδη Βιβλιογραφία. Στο πρώτο και στο δεύτερο κεφάλαιο, «Παιδιά θεοί» και «Η παιδική ηλικία των ηρώων» αντίστοιχα, περιλαμβάνονται ενότητες για την παιδική ηλικία (και όχι μόνον) του Δία, του Διόνυσου, του Ασκληπιού, του Ερμή (εδώ βρίσκονται, ίσως, οι πιο χαριτωμένες ιστορίες), της Ήρας, του Ποσειδώνα, του Πάνα, του Ήφαιστου, του Απόλλωνα, του Περσέα, του Ηρακλή, του Θησέα και του Αχιλλέα, στηριγμένες στο υλικό που προσφέρεται από ποικίλες αρχαίες ή και νεότερες πηγές.

Στο τρίτο κεφάλαιο, «Μικρή πινακοθήκη παιδιών», πληροφορούμαστε για ορισμένες ιδιαίτερες, αλλά όχι πάντα και ιδιαίτερα γνωστές, περιπτώσεις παιδιών, όπως του Τελεσφόρου, δαίμονα της αναρρώσεως, του Αρποκράτη, τέκνου τής ένωσης της Ίσιδος με τον νεκρό Όσιρι, του Αρχέμορου ή, αλλιώς, Οφέλτη, τροφός του οποίου ήταν η πρώην βασίλισσα της Λήμνου Υψιπύλη (προς τιμήν του είχαν θεσπιστεί αρχικά τα Νέμεα), του Παλαίμονα, του περίφημου παιδιού με το δελφίνι, γιου της Ινώς–Λευκοθέας (προς τιμήν του γίνονταν τα Ίσθμια), του Ίαμου, γενάρχη των Ιαμιδών, του Τήλεφου, τόσο όμοιου στην μορφή με τον πατέρα του Ηρακλή, του Ίωνα, η ιστορία τού οποίου ήταν το θέμα τής ομώνυμης τραγωδίας του Ευριπίδη, του Γλαύκου, του παιδιού που ανάστησε ο μάντης Πολύειδος, του τόσο γνωστού, βέβαια, Οιδίποδα, αλλά και του Έρωτα, του συμπαντικού θεού, κατά την ησιόδεια και την ορφική μυθολογία. Ανάμεσα στα παραπάνω συναντούμε και δύο ξεχωριστές ενότητες. Η μία αναφέρεται στην ταχύποδη Αταλάντη, την μόνη θηλυκή παρουσία σε αυτό το κεφάλαιο, καθώς τα έκθετα τέκνα των θεών, τα προορισμένα για ένδοξο πεπρωμένο, ήταν αγόρια, ενώ στον χώρο των κοινών θνητών έκθετα ήταν τα κορίτσια, «διότι αποτελούσαν βάρος για την οικογένειά τους, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές» – μία από τις παραλλαγές του μύθου τής Αταλάντης την θέλει την μοναδική γυναίκα της Αργοναυτικής εκστρατείας. Η άλλη ενότητα αναφέρεται στην στενή σύνδεση των παιδιών, γενικά, με τα φίδια, καθώς «άλλοτε το παιδί μεταμορφώνεται σε φίδι, άλλοτε το φίδι σκοτώνει το παιδί, άλλοτε το σώζει ή του δίνει το χάρισμα της μαντικής». Το παιδί εθεωρείτο γέννημα της γης, όπως και το φίδι, γράφει η Ελένη Λαδιά, παραθέτοντας τον Mircea Eliade, ενώ συνδέει τις παλαιότερες δοξασίες με ιστορίες αντλημένες είτε από την σύγχρονη Λογοτεχνία είτε από την σύγχρονη καθημερινότητα.

Στο τέταρτο κεφάλαιο, «Τα παιδιά των Μυστηρίων», γίνονται οι αναμενόμενες συστάσεις με τον Διόνυσο των ορφικών μυστηρίων (ειδική μνεία υπάρχει εδώ για την σημασία που έχει «ο μύθος τού διαμελισμού» στην φιλοσοφία και, μάλιστα, όσα λέγονται δεν θα με εξέπληττε αν μάθαινα ότι τα είχε στον νου του ο Έρμαν Έσσε όταν έγραφε τον Λύκο της στέπας), με τον Καδμίλο, τον παίδα των Καβείρων, με τον Ίακχο των Ελευσινίων μυστηρίων (ο Αριστοφάνης διασώζει τον σχετικό ύμνο στους Βατράχους του) – εδώ, όπως και αλλού, η συγγραφέας δεν διστάζει να εκφράσει την διαφωνία της ως προς την εγκυρότητα ορισμένων απόψεων. Το κεφάλαιο συμπληρώνεται με τις ενότητες: για τους Διόσκουρους Κάστορα και Πολυδεύκη («Άνακτες παίδες»), για τα «Μαυροφορεμένα παιδιά στο τέμενος της Ακραίας Ήρας» στον Κορινθιακό κόλπο, εις μνήμην των δολοφονημένων παιδιών της Μήδειας, για τα «Παιδιά ιερείς» (όπου θίγεται και το πολύ ενδιαφέρον ζήτημα, κοινό εν πολλοίς στην αρχαιότητα και τον χριστιανισμό, της σύγχυσης που μπορεί να δημιουργηθεί, κατά την θρησκευτική λατρεία, μεταξύ τού θεού και του αγάλματος ή της εικόνας του) και, τέλος, για τον «Παίδα αφ’ εστίας», ο οποίος «εκ μέρους όλων των μυουμένων καταπραΰνει το Θείον, εκτελώντας ακριβώς τα προστεταγμένα».

Στο πέμπτο κεφάλαιο, «Τα παιδιά στις εορτές», περιλαμβάνονται ενότητες που σχολιάζουν την συμμετοχή και τον ρόλο των αγοριών ή/ και των κοριτσιών, κατά σειράν, στα Αρρηφόρια, στις εορτές της Αρτέμιδας (Καρνάτια, Βραυρώνια, αγώνες διαμαστιγώσεως στο ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος στην Σπάρτη), στα Απατούρια τής Αθήνας και της Ιωνίας, στις Γυμνοπαιδίες της Σπάρτης, στο Σεπτήριον των Δελφών, εις μνήμην του φόνου του δράκοντα Πύθωνα από τον Απόλλωνα, στα Ανθεστήρια, στα Πυανέψια, στα Τιθηνίδια, στα Αγραύλια (όπου οι συμμετέχοντες έφηβοι έδιναν τον περίφημο όρκο), στα Αμφιδρόμια (επρόκειτο για τελετή καθαρμού της λεχώνας, του βρέφους και της μαίας μετά το τοκετό), αλλά και στα Ηράκλεια του Κυνοσάργους, την εορτή των νόθων παιδιών, δηλαδή, των παιδιών των οποίων δεν ήταν αμφότεροι οι γονείς Αθηναίοι πολίτες.

Το έκτο και τελευταίο κεφάλαιο αυτού του τόσο πλούσιου βιβλίου επιγράφεται «Η φωνή των κειμένων για την παιδεία». Συγκεντρώνονται εδώ, κατ’ αρχάς, αποσπάσματα (από) και σχόλια για κείμενα του Πλάτωνα (ο οποίος, μεταξύ άλλων, θεωρούσε ότι έπρεπε να μορφώνονται και τα κορίτσια), του Αριστοτέλη (ο οποίος προέβλεπε και την άμβλωση σε ορισμένες περιπτώσεις), του Ισοκράτη, του Ξενοφώντα, του Πλουτάρχου, του Λουκιανού, τα οποία, επιπλέον, συνδέονται κάποιες φορές από την συγγραφέα με κείμενα, λογοτεχνικά ή φιλοσοφικά, πολύ μεταγενέστερά τους. Ακολουθούν οι ενότητες: για τα παιχνίδια των παιδιών στην αρχαιότητα, μερικά από τα οποία έχουν φτάσει μέχρι την σημερινή εποχή, για τον παιδαγωγό των ηρώων Κένταυρο Χείρωνα, για την Παιδεραστία (με διαφορετική από την σημερινή σημασία) και την Ομοφυλοφιλία (όπου, μεταξύ άλλων, ασκείται κριτική σε κάποιες απόψεις που έχουν εκ λάθους επικρατήσει), για τις Κουροτρόφους, τις τροφούς των αρχαίων θεών και ηρώων, προστάτιδες των βρεφών και των μητέρων τους. Το βιβλίο κλείνει με την Ενότητα για «Τα νεκρά παιδιά», όπου γίνεται αναφορά στην παιδοκτονία και σε συγκεκριμένες μορφές τής αρχαιότητας που συσχετίστηκαν με αυτήν, όπως η Μήδεια, η Ινώ, η Πρόκνη, ο Λυκάων, ο Τάνταλος, ο Ατρέας. Όσο για τους φυσικούς θανάτους των παιδιών, αυτό ήταν ένα φαινόμενο πολύ συχνό στην αρχαιότητα. Πίστευαν, ωστόσο, οι πρόγονοί μας ότι τα σπλάχνα της γης θα χάριζαν στα νεκρά παιδιά μια νέα ζωή, καλύτερη, αυτήν που δεν κατόρθωσαν – και ούτε τώρα κατορθώνουν – να τους δώσουν οι άνθρωποι. Ένα ξεχωριστό βιβλίο.


*Η Σταυρούλα Γ. Τσούπρου είναι διδάκτωρ Φιλολογίας

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΙΔΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ


Οἱ Ἕλληνες παῖδες στήν ἀρχαιότητα (ἀρχαιογνωστικό δοκίμιο) Gema 2010
Τό βιβλίο προσπαθεῖ νά καλύψει ὅλες τίς πτυχές πού ἀφοροῦν τό παιδί στήν ἑλληνική ἀρχαιότητα. Εἶναι χωρισμένα σέ κεφάλαια γιά τήν καλύτερη ἐπεξεργασία τοῦ ὁμολογουμένως τεράστιου ὑλικοῦ. Τό κεφάλαιο μέ τήν παιδική ἡλικία τῶν θεῶν περιλαμβάνει αὐτούς γιά τούς ὁποίους ἔχουμε μαρτυρίες σχετικά μέ τήν παιδική τους ζωή. Τό ἴδιο συμβαίνει καί γιά τήν παιδική ἡλικία τῶν ἡρώων.
Στό κεφάλαιο μέ τόν ὑπότιτλο "Μικρή πινακοθήκη παιδιῶν" περιγράφονται ἰδιαίτερες περιπτώσεις, ὅπως εἶναι: ὁ παράξενος Τελεσφόρος, ὁ Ἁρποκράτης τό ἀλεξανδρινό ἀγόρι, ὁ Ἀρχέμορος τό παιδί τοῦ θανάτου, ὁ Παλαίμων τό παιδί μέ τό δελφίνι, ὁ Ἴαμος τό παιδί τῶν μενεξέδων, ὁ Τήλεφος ὁ γιός τῆς ἱέρειας. ὁ Ἴων τό παιδί τοῦ ναοῦ, ὁ Γλαῦκος τό ἀναστημένο παιδί, ἡ Ἀταλάντη τό ταχύποδο κορίτσι, ὁ Οἰδίπους τό βρέφος τοῦ Κιθαιρῶνος, ὁ ἔρως, τό γελαστό παιδί. Ἀναφέρεται ἐπίσης ἡ σχέση τῶν παιδιῶν μέ τά φίδια.
Στό κεφάλαιο "Τά παιδιά τῶν Μυστηρίων ἐξετάζονται: ὁ Διόνυσος Ζαγρεύς τό κερασφόρο παιδί, ὁ Καδμίλος ὁ παῖς τῶν Καβείρων καί ὁ Ἴακχος, τό παιδί τῶν Ἐλευσινίων μυστηρίων. Ἐπίσης θίγονται θέματα ὅπως οἱ Ἄνακτες παῖδες, τά μαυροφορεμένα παιδιά στό τέμενος τῆς Ἀκραίας Ἥρας, τά παιδιά ἱερεῖς, καί ὁ παῖς ἀφ' ἑστίας.
Στό κεφάλαιο γιά τίς ἑορτές περιγράφονται τά παιδιά στά Ἀρρηφόρια, στίς ἑορτές τῆς Ἀρτέμιδος, στά Ἀπατούρια, στίς Γυμνοπαιδίες, στό Σεπτήριον, καθώς καί ἡ συμμετοχή τους στά Ἀνθεστήρια, τά Πυανέψια, τά Τιθηνίδια, τά Ἡράκλεια τοῦ Κυνοσάργους, τά Ἀγραύλια καί τά Ἀμφιδρόμια.
Στά κεφάλαια γιά τήν παιδεία καί τήν παιδεραστία μιλοῦν γιά τό θέμα τά ἴδια τά κείμενα τῶν ἀρχαίων συγγραφέων.
Ἡ γνωστή λογοτέχνις Ἑλένη Λαδιᾶ μέ σπουδές στήν Ἀρχαιολογία καί τήν Θεολογία συνδυάζει τήν ἐπιστημονική γνώση μέ τήν χάρη τῆς λογοτεχνικῆς γραφῆς, πού τέρπει τόν ἐραστή τοῦ εἴδους ἀναγνώστη.
Τό βιβλίο περιέχει καί βιβλιογραφία.

Κριτικές - Παρουσιάσεις
            Αλέξανδρος Δρίβας, Οι Έλληνες παίδες στην αρχαιότητα, diastixo.gr, 18.9.2012
Νένα Κοκκινάκη, Βιβλία στα ράφια των βιβλιοπωλείων, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 672, 10.9.2011
Σταυρούλα Τσούπρου, Τα παιδιά των (αρχαίων) ανθρώπων, "Η Αυγή", 21.8.2011
Ελένη Λιντζαροπούλου, Οι Έλληνες παίδες στην αρχαιότητα, Περιοδικό "Index", τχ. 44, Ιανουάριος-Μάρτιος 2011
Σάββας Σερέτης, Ίτε, παίδες Ελλήνων, "Ο Κόσμος του Επενδυτή"/ Ένθετο "Culture", 13.11.2010
Φίλιππος Πανταζής, Τα παιδικά χρόνια θεών και... ηρώων, "Αδέσμευτος του Ρίζου", 30.10.2010
M. Hulot, Το παιδί στην Αρχαία Ελλάδα, "Lifo", τχ. 207, 17.6.2010
Χαρίκλεια Δημακοπούλου, Παιδιά στην αρχαιότητα, "Εστία", 8.5.2010
"Βιτρίνα", Η παιδική ηλικία των θεών και των ηρώων, Περιοδικό "Index", τχ. 39, Απρίλιος 2010

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑΡΑΝΤΟΥΛΑ



Ταραντούλα (μυθιστόρημα) Ἑστία 2008
Ἡ Ταραντούλα συνδέει τόν παλαιό κόσμο μέ τόν δικό μας κατά τρόπο ἀβίαστο, σάν ριπές ἀπό ἀέρα πού εἰσχωροῦν στούς ἰδιωτικούς χώρους καί στούς τόπους τῆς ζωῆς μας.
Ὁ ἀνώνυμος ἀφηγητής τοῦ νέου μυθιστορήματος τῆς πολυβραβευμένης Ἑλένης Λαδιᾶ μᾶς παρουσιάζει ἀρχικά ἕναν συγγραφέα, τόν Εὐμένη, ὁ ὁποῖος ἀπογοητευμένος ἀπό τήν ζωή τῆς πρωτεύουσας καί τήν πορεία τῆς τέχνης, ἀποφασίζει νά μήν ξαναγράψει μυθιστόρημα.
Στό ἑξῆς ὁ Εὐμένης θά ἀσχολεῖται μέ τήν συγγραφή μελετῶν, ἐπειδή τίς θεωρεῖ πιό ὠφέλιμο εἶδος. Ἐγκαθίσταται λοιπόν σέ ἕνα ὀρεινό χωριό μέ ἀλλόκοτα πρόσωπα, ὅπου συμβαίνει καί ἕνα φονικό. Ἐξαναγκασμένος ὡστόσο ἀπό τήν ἔμπνευση πού τόν κυνηγᾶ, ἀρχίζει παράλληλα καί τά δύο εἴδη.
Ἡ δομή τοῦ βιβλίου γίνεται ἔτσι τρίπτυχη: Ὁ ἀνώνυμος ἀφηγητής περιγράφει τήν ἐμπειρία τοῦ Εὐμένη στό χωριό. Ὁ Εὐμένης γίνεται μέ τήν σειρά του ἀφηγητής, δηλαδή μυθιστοριογράφος καί δοκιμιογράφος. Στό μυθιστόρημά του πού ἔχει τόν τίτλο Ταραντούλα, ἐμφανίζεται ἡ σκοτεινή πλευρά τῶν ἡρώων, ἐνῶ στό μελέτημα πού ἔχει τόν τίτλο Ἡ Λογική τῶν ἀνθρώπων, ζωντανεύουν οἱ φυσιογνωμίες τῶν αἱρετικῶν καί τά κινήματά τους μέχρι τόν 4ο μ.χ αἰῶνα. Τό τέλος εἶναι ἐντελῶς ἀπρόβλεπτο.
¨Η διαπλοκή τῶν ἀνθρώπινων καθημερινῶν παθῶν μέ τά μεταφυσικότερα ἤ παράλογα πάθη τῶν μαχητῶν τῆς θρησκείας μᾶς δίνει ἕνα μυθιστόρημ πρωτότυπο καί συναρπαστικό. Πρωτότυπο, καθώς κανένας ἄλλος μυθιστοριογράφος δέν καταπιάστηκε ὥς τώρα μέ τό τί σημαίνει πρακτικά μιά ἀληθινά "αἱρετική" προσέγγιση τοῦ βίου. Συναρπαστικό, γιατί οἱ Νεοέλληνες ἥρωές του καταβυθίζονται στά πάθη τους φέρνοντας τόν ἀναγνώστη σέ ἐπαφή μέ τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Ἕνα καινοτόμο μυθιστόρημα πού μᾶς ἀφυπνίζει ὡς ἀπαιτητικούς ἀναγνῶστες.

Κριτικές - Παρουσιάσεις
Ελένη Λιντζαροπούλου, Ταραντούλα, Περιοδικό "Index", τχ. 42, Νοέμβριος 2010
Νένα Κοκκινάκη, Αράχνες και δέκα ζωές, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 607, 11.6.2010
Ελένη Λιντζαροπούλου, Ταραντούλα, Περιοδικό "Οδός Πανός", τχ. 148, Απρίλιος-Ιούνιος 2010
Roni Saba, Ταραντούλα, Περιοδικό "Βημόθυρο", τχ. 1, Χειμώνας 2009-2010
Μάρη Θεοδοσοπούλου, Ευμένης ο εξ Αγράφων, "Η Εποχή", 28.6.2009
Γιώργος Βέης, Το υπερβατικό στοιχείο της καθημερινότητας, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 539, 6.2.2009
Τούλα Ρεπαπή, Όποιος δεν χορεύει, αγνοεί το γινόμενο, www.diavasame.gr, Φεβρουάριος 2009
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Από τις υψηλότερες παραγωγές των τελευταίων ετών, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 532, 12.12.2008
"Βιτρίνα", Ταραντούλα, Περιοδικό "Index", τχ. 27, Δεκέμβριος 2008-Ιανουάριος 2009
Φίλιππος Φιλίππου, Ταραντούλα, Περιοδικό "Index", τχ. 27, Δεκέμβριος 2008-Ιανουάριος 2009

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ



Μυθολογικά παράδοξα καί ἕνα διήγημα (ἀρχαιογνωστικό δοκίμιο) Gema 2007
Μήπως ὁλόκληρη ἡ μυθολογία δέν εἶναι μιά παραξενιά; θά ἀναρωτιόταν κάποιος βλέποντας τόν τίτλο. Παραξενιά ὅμως ὥς πρός τί; μόνον ὅταν συγκρίνεται μέ τήν πραγματικότητα, ὅπως ὁ κόσμος τοῦ ὀνείρου καί τῆς φαντασίας. Ἀνεξάρτητοι ὅμως οἱ τέσσερις κόσμοι, ὡστόσο, (πραγματικός, ὀνειρικός, μυθολογικός, φανταστικός) καί μή συγκρινόμενοι, (ἀφοῦ ἄλλωστε μόνον τά ὅμοια συγκρίνονται) παρουσιάζουν μία δομή καί μία λογική διάρθρωση. Διαθέτουν νόμους, κρυφούς ἤ φανερούς.
Τό παράδοξο, τό παράξενο, τό μή σύνηθες φυτρώνει ὅπου ὑπάρχει νομοτέλεια σπάζοντας ἔτσι τήν ἁλυσίδα τῆς ὅποιας δομῆς.
Στό βιβλίο περιγράφονται μερικά μυθολογικά παράδοξα, πού εἶναι ἐπιλογή τῆς συγγραφέως. Ἀναφέρεται μιά σπουδαία περίπτωση κατοπτρομαντείας, τό θέμα τοῦ ὑπογείου σέ σχέση μέ τά πνεύματα σπουδαίων ἀτόμων, ἕνα νησί ὅπου ἔζησαν θνητοί θεοί, ἡ ἑορτή τοῦ ἔρωτος, (πανάρχαιη ἑλληνική ἑορτή), ἡ πρώτη πόλη τοῦ κόσμου, τό συγκινητικό περιστατικό γιά τήν κρεμασμένη κούκλα τῶν Δελφῶν, τά ἀνθρωπόψυχα πουλιά τοῦ τρωικοῦ ἥρωος Διομήδους, τά παράξενα πλοῖα, τό πανάρχαιο ἄβατο γιά τίς γυναῖκες, ἡ θεραπεία τῶν τρελῶν κοριτσιῶν καί ἄλλα. 'Ανάμεσά τους ὑπάρχει καί τό διήγημα "Πύρρος ὁ Δήλιος ψαράς," στό ὁποῖο περιγράφεται τοῦ θαῦμα τῶν μετενσαρκώσεων τοῦ φιλοσόφου καί μύστη Πυθαγόρα. Ὅλα αὐτά τά παράδοξα συνιστοῦν ἕναν κόσμο μαγευτικό, ὁ ὁποῖος ἐπιδέχεται πάμπολλες ἑρμηνεῖες.
Τό βιβλίο περιέχει καί βιβλιογραφία.

Κριτικές - Παρουσιάσεις
Λάμπρος Σκουζάκης, Μυθολογικά παράδοξα και ένα διήγημα, "Πανδοχείο", 25.5.2013

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ



Ἡ γυναίκα μέ τό πλοῖο στό κεφάλι (νουβέλα) Ἑστία 2006. Κρατικό Βραβεῖο Διηγήματος.
Μιά Ἑλληνίδα ταξιδεύει στήν σύγχρονη Ἀλεξάνδρεια καί στήν Ἀλεξάνδρεια τῶν Ἑλληνιστικῶν χρόνων μέσα ἀπό τό ταξίδι τῆς μνήμης. Ἡ γυναίκα μέ τό πλοῖο στό κεφάλι-προσωποποίηση τῆς ναυτικῆς ὑπεροχῆς τῆς Ἀλεξάνδρειας- ἀναβιώνει σέ μιά νουβέλα σταθμό στό ἔργο τῆς Ἑλένης Λαδιᾶ.
Δυό ἐρωτικές ἱστορίες στή ζωή μιᾶς γυναίκας συμπλέκονται καί μᾶς καθοδηγοῦν, αἰῶνες πρίν ἀπό τήν παγκοσμιοποίηση, στήν μητρόπολη τῆς οἰκουμενικότητας.
Στήν πρώτη ἱστορία ἕνα ζευγάρι εἰδωλολατρῶν ζῆ τήν καταστροφή τοῦ ναοῦ τοῦ Σεράπιδος ἀπό τήν μανία τῶν χριστιανῶν.
Στήν δεύτερη, ἕνα ζευγάρι ὀρθοδόξων χριστιανῶν διώκεται -μαζί μέ τόν Μέγα Ἀθανάσιο- ἀπό τούς ὀπαδούς τοῦ ἀρειανισμοῦ. Τό βιβλίο κλείνει καθώς ἡ ἀφηγήτρια φεύγει ἀπό τήν πόλη παίρνοντας μαζί της κοράλλια καί τέρατα.

Κριτικές - Παρουσιάσεις
Τούλα Ρεπαπή, Το ταξίδι της κιβωτού ή Η πόλις θα σε ακολουθεί, www.diavasame.gr, Ιούλιος 2013

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑ ΨΥΧΟΜΑΝΤΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΥΠΟΧΘΟΝΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ



Τά ψυχομαντεῖα καί ὁ ὑποχθόνιος κόσμος τῶν Ἑλλήνων,(ἀρχαιογνωστικό δοκίμιο) Gema 2005, 2006
Ὅμως μές στήν χαρούμενη ἑορτή τῶν Ἀνθεστηρίων, ὅπου ὁ οἶνος ἔρρεε ἄφθονος κι ἔπαιρναν ὅλοι, ἀκόμη καί τά μικρά παιδιά μέ τά ζωγραφισμένα λαγηνάκια τους, ὑπῆρχε καί ἡ Ἡμέρα τῶν Ψυχῶν, ὅπου νεκροί καί ζωντανοί συνυπῆρχαν. Τό βράδυ τῆς δεύτερης ἡμέρας ἦταν θλιβερό καί πένθιμο. Πήγαιναν στούς νεκρούς προσφορές ἀπό ὄσπρια, τήν λεγόμενη πανσπερμία, καί ἔκαναν σπονδές μέ ὕδωρ στούς τάφους τους. Τά φαντάσματα τῶν νεκρῶν τριγύριζαν σέ ὄλη τήν πόλη προκαλώντας δέος.
Τήν ἡμέρα τῶν Χύτρων τελείωνε ἡ ἑορτή καί λεγόταν ἡ παροιμιώδης φράση:"Θύραζε Κᾶρες, οὐκέτ' ἀνθεστήρια." Φύγετε (ἔξω ἀπό τήν θύρα) Κῆρες, δέν ὑπάρχουν πιά Ἀνθεστήρια. Ἡ ἡμέρα τῶν νεκρῶν εἶχε λήξει, κι αὐτοί ἔπρεπε νά ξαναγυρίσουν στούς τάφους τους. Βλέπεις πώς ἀκόμη καί τούς πιό ἀγαπημένους μας νεκρούς, δέν τούς θέλουμε παρά μόνον γιά μία ἡμέρα τοῦ ἔτους. Ἀκόμη μᾶς ταλανίζει ἡ σκιά τους καί τό νεκρικό μίασμα.
Τό βιβλίο περιέχει καί βιβλιογραφία.

Κριτικές - Παρουσιάσεις
Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ο τρόπος να σκέφτεσαι, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 552, 15.5.2009

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΘΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ


Θεῶν καί ἀνθρώπων συναντήσεις (ἀρχαιογνωστικά ἀφηγήματα) Ἑστία 2003

Κάποτε οἱ θεοί συναντήθηκαν μέ τούς ἀνθρώπους· γίνανε μάλιστα ὁμοτράπεζοι καί ὁμόκλινοι. Ὅμως αὐτή ἡ συναναστροφή εἶχε ἕνα ὅριο· οἱ θνητοί δέν ἔπρεπε νά τό ξεπεράσουν, γιατί κάθε ὑπέρβασή του ἦταν "ὕβρις" καί ἡ τιμωρία ἐρχόταν πάντα σέ χρόνο ἀπροσδιόριστο. Ἡ μυθολογική ἀλλά καί ἡ ποιητική ἀλήθεια τό βεβαιώνουν. Πόση "πραγματικότητα" ὑπάρχει σ' αὐτήν τήν ἀλήθεια δέν ἔχει σημασία. Σημασία ὅμως ἔχει πώς αὐτή ἠ ἀλήθεια περιέχει σοφία καί γίνεται--εἴτε μέ τόν τρόπο τῆς ἀποδοχῆς εἴτε τῆς ἀποφυγῆς-πυξίδα γιά τά μετέπειτα γένη τῶν ἀνθρώπων.

Τά πρόσωπα σέ τοῦτα τά μυθολογικά ἀφηγήματα εἶναι προϊόντα ἔμπνευσης καί τύχης. Ἡ ἔμπνευση ἔφερε μόνον τά δύο μυθολογικά ζευγάρια:τό χθόνιο (Θησεύς καί Ἀριάδνη ) καί τό ὑποχθόνιο (Πλούτων καί Περσεφόνη.) Ἡ τύχη ἔβγαλε τά ὑπόλοιπα ἀπό τίς ἀκροστιχόδες τῶν τεσσάρων ὀνομάτων Ἔτσι ἐμφανίσθηκαν: ἡ τυμπανοχαρής Ρέα, ἡ δισυπόστατη Ἰνώ--Λευκοθέα, ἡ φιλέρημη καί μοναχική Ἑκάτη, ὁ ὑβριστής τοῦ θεοῦ Σαλμωνεύς, ὁ θεολόγος Ὀρφεύς μέ τήν μαγική του λύρα, ἡ κόρη τοῦ Διός Ἐλένη, ὁ Ὑάκινθος, τό ἀγόρι-ἀνθός, καί ἄλλες μυθολογικές μορφές πού φθάνουν καί στόν παροντικό χρόνο μέ τίς ἐπικλήσεις τῆς ἀφηγήτριας.

Τό βιβλίο περιέχει καί βιβλιογραφία.

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΠΟΤΑΜΙΣΙΟΙ ΕΡΩΤΕΣ



Ποταμίσιοι ἔρωτες (μυθιστόρημα)Ἑστία 2002
Τό νέο μυθιστόρημα τῆς Ἑλένης Λαδιᾶ ξεδιπλώνει μέ τό χάρισμα μιᾶς γλώσσας γεμάτης ἀντηχήσεις, τό βάθος τῆς ἀνθρώπινης ὑπόστασης. Τό μυθικό ὑπόβαθρο συνυπάρχει μέ τήν σύγχρονη καθημερινότητα. Οἱ ἥρωες τοῦ βιβλίου ἔχουν τουλάχιστον δύο ὄψεις: διαθέτουν τήν δύναμη τῶν ἀρχετύπων καί τήν εὐλυγισία τῆς δράσης τους στό παρόν. Ἄλλοι εἶναι παγιδευμένοι σέ μυθολογικά πρότυπα, ὅπως ἡ κόρη πού ἐρωτεύεται μέχρι μονομανίας, ὁ πατέρας πού θἐλει νά γίνει θεός κι ἡ μητριά πού ζῆ ἰδιαίτερα ἄγριες καταστάσεις, κι ἄλλοι κινοῦνται ἐλεύθερα στόν ἐνεστῶτα χρόνο συνειδητοποιώντας, ὡστόσο, τήν σχέση τους μέ μακρινούς προγόνους. Κι ὅλοι τους συνεχίζουν τήν πορεία τους ὑπό τό βάρος ἤ τό φῶς τοῦ πεπρωμένου.
Οἱ δυό γυναῖκες--συγγραφεῖς τοῦ μυθιστορήματος ἀμφιταλαντεύονται γιά τήν ἐξέλιξή του περιπαίζοντας, ἔτσι, τήν ἀναγνωστική μας ἀγωνία καί τά ἤθη τῆς μυθιστορηματικῆς τέχνης.
Μιά μουσική ὑπόκρουση μᾶς συντροφεύει ὥς τό τέλος: ὁ ἦχος τῆς ὑδάτινης ροῆς. Τά ὕδατα τοῦ ποταμοῦ--θεοῦ, τοῦ ποταμοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ποταμοῦ--ἐραστῆ.


ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - Η ΧΑΡΙΣ




Ἡ Χάρις (μυθιστόρημα) Πατάκης 2000, Ἑστία 2009
Ἡ Χάρις εῑναι ἕνα οἴκημα, χωρίς σαφή προσδιορισμό· ἵδρυμα, ξενοδοχεῖο ἤ καί ναός. Ἐκεῖ μένουν ἄνθρωποι πού κατέφυγαν γιά σωτηρία, ἐξαναγκασμένοι εἴτε ἀπό τήν κακοκαιρία εἴτε ἀπό τήν μοναξιά. Ὀφείλουν ὅμως νά τηροῦν τούς παράδοξους κανονισμούς τοῦ κτηρίου, τούς ὁποίους ὁρίζει ὁ ἀόρατος ἰδιοκτήτης καί ἐκτελεῖ ἡ μετεωρολόγος τῆς Χάριτος Οὐρανία, μέ τήν βοήθεια τοῦ Ἀνδροκλῆ, πού ὀνομάσθηκε ἀργότερα Ἰεροκλῆς.
Ἀνάμεσα στούς ἐνοίκους τοῦ κτηρίου βρίσκεται καί ὁ Βασίλης, ἕνας ἐξευγενισμένος καί φιλοσοφημένος ἄνδρας, ὁ ὁποῖος ἐκληματεῖ διότι πιστεύει πώς ὁ περιβάλλων χῶρος εἶναι χάρτινος. Ἔτσι, στά ὅρια τῆς παράνοιάς του, δολοφονεῖ μές στό δάσος ἕνα κοριτσάκι, γιά νά διαπιστώσει ἄν εἶναι χάρτινο ἤ ἀληθινό. Τό ὄνομα τῆς μικρῆς ἦταν Χάρις.
Στό κτήριο ζῆ καί ἡ μητέρα τῆς Χάριτος, καθώς καί ἄλλοι ἔνοικοι μέ βαρύ πεπρωμένο καί ψυχολογία.
Ἡ ἐξιστόρηση μέ τήν πρωτοπρόσωπη. δευτεροπρόσωπη καί τριτοπρόσωπη γραφή, καθώς καί ὁ ἐναλλασσόμενος ρόλος ἀφηγητῆ καί συγγραφέως διευκολύνουν τήν πολυφωνία τοῦ μυθιστορήματος, τό ὁποῖο ἀγαπήθηκε ἀπό τό κοινό ἤδη ἀπό τήν πρώτη του ἔκδοση.


Κριτικές - Παρουσιάσεις
Χαρίκλεια Δημακοπούλου, Ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα, "Εστία", 26.9.2009
Τούλα Ρεπαπή, Πανδοχείον η Χάρις ή Ένα μυητικό ταξίδι, www.diavasame.gr, Ιούλιος 2009

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - Ο ΕΤΥΜΟΣ ΛΟΓΟΣ


Ὁ ἔτυμος Λόγος (διηγήματα) Ἁρμός 1998

Ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο.

. ...Ὁ ἀνώνυμος ἄνθρωπος ἔνιωσε νά χάνεται σέ ἕναν ἄγνωστο κόσμο. Μέ βαθιά συναίσθηση πώς δέν θυμόταν τό δικό του ὄνομα, θέλησε νά μάθει τό ὄνομα αὐτῆς τῆς πολίχνης, στήν ὁποία βρέθηκε ἀπό μιά παραξενιά τῆς τύχης του. --Πῶς λέγεται αὐτή ἡ πολίχνη; Κανείς ἀπό τούς κατοίκους πού ἄκουσαν, δέν ἀπάντησε. Τόν κοίταξαν μόνον ἀπορημένοι, λές καί ρωτοῦσε τό πιό εὔλογο πού ὑπάρχει πάνω στή γῆ. Ἐκεῖνος ἐπανέλαβε μέ φωνή παρακλητική τήν ἐρώτηση. Τότε ὁ σαλός ζητιάνος πού χειρονομοῦσε ἀκατάπαυστα σέ μιά φανταστική συζήτηση, τόν ἄκουσε καί ἀπάντησε χωρίς νά τόν κοιτάξει.- Τό ὄνομα τῆς πόλης αὐτῆς λέγεται Ὑπομονή.

Ὁ ἀνώνυμος ἄνθρωπος ἀναστέναξε στό ἄκουσμα τῆς λέξης καί σκέφτηκε. Σωστά, πρέπει νά λέγεται Ὑπομονή, γιατί μόνον ἔτσι ἀντέχουν αὐτοί πού τήν κατοικοῦν.

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑ ΑΛΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ



Τά ἄλση τῆς Περσεφόνης (μυθιστόρημα) Ἁρμός 1997

Τό μυθιστόρημα "Τά ἄλση τῆς Περσεφόνης" ἀναδύεται ἀπό μία λέξη: ἀπό τήν προστακτική Ἔστω, ἡ ὁποία μετασχηματίζει τά δεδομένα μέ ὑποθετικό ἤ εὐχετικό τρόπο. Ἔστω... μέ τήν ὑπόθεση ἀλλάζει καί ἡ ὀπτική, ἀμφισβητεῖται ὁ χρόνος, ἡ ἔρευνα γίνεται παιχνίδι τῆς νοσταλγίας, ὁ ἔρωτας, εὐτυχής ἤ ὀδυνηρός, ἀγωγός αὐτογνωσίας, ὁ θάνατος ἡ ἄλλη μορφή τῆς ζωῆς.

Στά "ἄλση τῆς Περσεφόνης" ἀναζητεῖται τό Πρόσωπο κάτω ἀπό τίς γύψινες μάσκες καί τά προσωπεῖα, καί προσδοκᾶται ἡ συνάντηση μέ τόν Ἄλλον, πού στήν οὐσία εἶναι ἕνας φωτισμός τοῦ αὐθεντικοῦ μας προσώπου. Στά "ἄλση τῆς Περσεφόνης" ἀρχίζει ἡ δ ρ ά σ η, ἐκεῖ ὅπου καταργοῦνται τά ὅρια τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου.

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΕΞ ΑΙΓΥΠΤΟΥ


Ἐξ Αἰγύπτου (Ἅγιοι τῶν Κοπτῶν) Ἁρμός 1995

... Ἡ σημερινή ἔρημος τῆς Νιτρίας δέν εἶναι δύσβατη, ὅπως τόν καιρό τοῦ Παλλαδίου, καί τό ἔδαφος δαμάστηκε ἀπό τήν ἀνθρώπινη εὐφυϊα. Ὄσο ὅμως ἔμενα ἐκεῖ, αἰσθανόμουν πώς βρισκόμουν σέ ἕναν χῶρο ψυχοβολῆς. Χιλιάδες ἄνθρωποι ἀσκήτεψαν σ' αὐτόν, ὅλοι μέ τόν ἴδιο πόθο τῆς αἰωνιότητας καί τῆς ὅρασης τοῦ Θεοῦ.

Αἰῶνες τώρα, αὐτή ἡ ἔρημος ἄκουσε βάσανα καί καημούς, δέχτηκε προσευχές καί μετάνοιες, εἶδε μαρτύρια καί θαύματα. Θεοφάνειες καί σατανικοί πειρασμοί πάλευαν γιά τήν ἀνθρώπινη ψυχή, πού μαρτυρικά ἀλλά νικηφόρα ὅδευε πρός τόν Θεό. Τό ἴδιο νίτρο μέ τίς ἀνταύγειες τοῦ φωτός δίνει στό τοπίο μιά γαλακτόχρωμη μονοτονία, καί οἱ μικροσκοπικοί του κόκκοι κολλᾶνε στά μαλλιά καί στό πρόσωπο, σάν νά φυσάει θαλασσινός ἀέρας...

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - Η ΘΗΤΕΙΑ


Ἡ Θητεία (μυθιστόρημα) Ἑστία 1994, 1996

"Ὁ Γεράσιμος σιωποῦσε κοιτάζοντας τό ταβάνι. Τό πρόσωπό του ἦταν ψυχρό καί τά χείλη του σφιγμένα. Ἔκλεινε τά μάτια, τά ἄνοιγε, στράβωσε τό στόμα του καί εἶπε δείχνοντας μέ τό δάχτυλο:"Βλέπεις μιά ἀράχνη στήν ἄκρη τοῦ ταβανιοῦ; Μικρή εἶναι, τώρα ἀρχίζει τό σατανικό της ἔργο. Τώρα ἀρχίζουν ὅλα, Λάζαρε. Δέν καθαρίζουν τά ταβάνια, δέν μποροῦν νά δοῦν τήν ἀρχή της. Κανείς δέν βλέπει τήν ἀρχή, γιατί ἀδιαφορεῖ. Μόνον ἄν τύχει καί βρίσκεται σέ τέτοια θέση, ὅπως ἐγώ τώρα, πού νά μπορεῖς νά δεῖς. Βάζω στοίχημα πώς ἐγώ μόνον εἶδα αὐτήν τήν μικρή ἀράχνη πού ὑφαίνει. Ἐγώ, καί φυσικά ὁ φίλος μου ὁ διάβολος."

Σέ δύο διαπλεκόμενα μυθιστορήματα, οἱ παράξενες περιπτώσεις ἀνθρώπων μέ βαριά ἀπό μνῆμες ὀνόματα· φοιτητές, Βορειοηπειρῶτες, ὁ πατήρ Χριστόφορος μέ τά πνευματικά του τέκνα καί πρωταγωνιστικά τοπία ἡ Σάμος, ἡ Κεφαλλονιά, ἡ Κύπρος, οἱ ἀρχαιολογικοί περίπατοι τῆς Ἀττικῆς. Στό τελευταῖο μυθιστόρημα τῆς Ἑλένης Λαδιᾶ συναντοῦμε μιά πλειάδα διαφορετικῶν ἀνθρώπων πού ἀναζητοῦν τήν συμμετοχή τους στήν ζωή, σήμερα, στήν Ἀθήνα. Ἡ συγγραφέας πού γνωρίζει καλά τό παιχνίδι τῶν ἰδεολογικῶν ἐπιστρώσεων, ἀποτυπώνει τήν σύγχρονη πραγματικότητα, ὅπως αὐτή ἀναδύεται γιά τό βλέμμα ἑνός ἀναγνώστη πού δέν ἀρκεῖται στό νά κοιτᾶ, ἀλλά ἐπιθυμεῖ νά βλέπει.

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΕΣ ΤΟΠΩΝ


Φυσιογνωμίες τόπων
(ὁδοιπορικό) Ἑστία 1992

Ὁρισμένοι τόποι ἔχουν φυσιογνωμία: Μιλοῦν, ὑπενθυμίζουν, ἀμφισβητοῦν, ὅπως οἱ ἄνθρωποι. Κυρίως ὅμως ἐπαναφέρουν συλλογικές μνῆμες πού κοιμοῦνται ὥς τήν στιγμή πού θά βρεθεῖ ἡ κατάλληλη ματιά γιά νά τίς ἀναγείρει ὁλοζώντανες μπροστά μας. Ἡ Ἑλένη Λαδιᾶ διέτρεξε ὁρισμένες ἀπό τίς παμπάλαιες ἑστίες τοῦ ἑλληνισμοῦ στόν εὐρύτερο νοητό κύκλο πού κλείνει μέσα του τήν σημερινή Ἑλλάδα. Προσεγγίζοντας τούς τόπους, προσπάθησε νά ἀνιχνεύσει τά μυστικά τους.

Ἀπό τίς παρυφές τοῦ ἄβατου γι'αὐτήν Ἁγίου Ὄρους ὥς τήν Βόρειο Ἤπειρο τήν ἐποχή τῆς ἄρσης τοῦ ἐμπολέμου, κι ὥς τήν Αἰολία, τήν Ἰωνία καί τήν Ἀνατολία· ἀπό τήν αἰγυπτιακή ἔρημο τῆς Νιτρίας μέ τά κοπτικά μοναστήρια, κι ἀπό τό Κάιρο ὅπου ἀναπλάθει -καταγράφοντας καί μυθοποιώντας μέ τόν μοναδικό της τρόπο-τήν βιογραφία τοῦ γοητευτικοῦ ἁγίου Ρουές, ὥς τήν 'Αλεξάνδρεια καί τίς κατακόμβες της καί ὥς τό σπήλαιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναϊτου. Ὥσπου νά συναντήσει, τέλος. τούς ἑλληνόφωνους στήν Καλημέρα τοῦ Σαλέντο καί νά κλείσει τόν κύκλο, ἡ συγγραφέας κατορθώνει νά μᾶς φέρει σέ ἐπαφή μέ τήν δική μας λησμονημένη φυσιογνωμία.