ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑ ΚΟΛΑΖ ΙΙΙ

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Αρμός - Ελένης Λαδιά: «Η σημασία του Ξένου»

Το θέμα τού «Ξένου» απασχόλησε και απασχολεί αιωνίως τον άνθρωπο. Ποιος ο ορισμός του Ξένου και ποια η αντιμετώπισή του;

Η συγγραφέας του βιβλίου για να εντοπίσει την σημασία του Ξένου ανατρέχει στον Όμηρο, στον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη, στον Πλούταρχο, στους Στωικούς, στον Καβάφη, στην Ελληνιστική εποχή, στον Χριστιανισμό, και φτάνει στην σημερινή εποχή με το μεγάλο δίλημμα: Πρέπει να υποδεχόμαστε και να φιλοξενούμε τον Ξένο;

Ή πόσο κίνδυνο διατρέχει μια μικρή πατρίδα, όταν την κατακλύζουν εκατοντάδες πρόσφυγες και μετανάστες, κυνηγημένοι από τον πόλεμο και τις κακουχίες της δικής τους πατρίδας;
Υπάρχει τελικά απάντηση στο μεγάλο αυτό δίλημμα;


Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Σχόλια για τις έννοιες του χώρου και του χρόνου στις ιστορίες της Ελένης Λαδιά, γράφει ο Αλέξης Ζήρας

Είχα αναφέρει άλλοτε ότι τα μυθιστορήματα της Ελένης Λαδιά έχουν ισχνή πλοκή, ότι η κίνηση των προσώπων της στον χώρο είναι περιορισμένη, αν τη συσχετίσουμε με την πολύ εντονότερη εσωτερική κινητικότητά τους, με τον αναστοχαστικό τους χαρακτήρα, όπως αυτός μάς παρουσιάζεται συνήθως από την υπονοούμενη αφηγήτρια. Εκείνη που, συνήθως αθέατη, πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη, «τυχαίνει» ως επί το πλείστον, όπως δηλαδή τα έχει φροντίσει η ίδια η πεζογράφος Λαδιά, να είναι μια έκδοχη μορφή της, αφού πολλές φορές συμμετέχει παρομοίως ως μισοεπινοημένη-μισοπραγματική μορφή στις ιστορίες της. Και το αναφέρω αυτό, διότι η μυθοπλασία ή αλλιώς η επιδίωξη δημιουργίας ενός κόσμου αποσυνδεδεμένου όσο γίνεται από αυτοβιογραφικά στοιχεία,  όντως μοιάζει σε αρκετά από τα παλαιότερα βιβλία της (λ.χ. στην πρώτη μορφή του μυθιστορήματός της  Αποσπασματική σχέση,1974), να μην είναι στα πρώτα της ζητούμενα. Εν πάση περιπτώσει, μυθιστορηματικά της πρότυπα δεν φαίνεται πως είναι η γοργή ανέλιξη των καταστάσεων, οι πυκνοί σαν ριπές διάλογοι, το κυνήγι του χρόνου που είναι ένα από τα πιο εμφανή χαρακτηριστικά στα αφηγηματικά είδη του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, αλλά οι ενσωματωμένες στον κύριο λόγο, δευτερεύουσες και πλάγιες φωνές, κατά τον τρόπο που παλαιότερα ήταν καμωμένο το ρωσικό φιλοσοφικό μυθιστόρημα. Με λίγα λόγια, η αφήγηση της Λαδιά αυτό που προπάντων θέλει είναι χώρο για ν΄απλωθεί.  Αν ρωτήσει κάποιος γιατί αυτή η διαφοροποίηση με άλλους συγγραφείς (που ασφαλώς δεν είναι μόνο ίδιόν της), θα απαντούσα: διότι η μυθοπλασία γι΄αυτήν είναι ένα "κατ΄ανάγκην" χρησιμοποιούμενο όχημα που φέρει πάνω του ένα πυκνό (και γιατί όχι, βαρύ) φορτίο ιδεών, σκέψεων και στοχασμών. `Ενα φορτίο που αναμφίβολα ήταν (και συνεχίζει να είναι) το προνομιακό πεδίο αυτής της ιδιότυπης πεζογράφου, η οποία από νωρίς, από τα διηγήματα του Μαύρου Ερμή (1977) και του Χάλκινου ύπνου (1980), έπλεξε και έδεσε στη ροή του αφηγηματικού της λόγου το παραδειγματικό, το ιστορημένο και το ανιστόρητο, το υπερβατικό και το απτό, αλλά με μια αφηγηματική γλώσσα απαλλαγμένη στην εκφορά της από ασάφειες, διφορούμενα, υπόρρητα, παρ΄ότι στα πεζά της έχουν κεντρική σημασία τα σύμβολα, οι υποδηλώσεις, οι αλληγορίες. Συχνότατα μυθολογεί, κατευθυνόμενη προς τη μυστική διττότητα των πραγμάτων, αλλά η διττότητα είναι το ζητούμενο όχι της διαυγούς ομιλίας όσο του βλέμματός της που αναζητά κατ΄αρχάς τη διαύγεια!

Γενικά μιλώντας θα έλεγα ότι αυτή η αδρότητα, η σχεδόν δωρική λιτότητα, η ζυγισμένη ακρίβεια του λόγου στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, ήταν αναγκαία στη Λαδιά για την ευθυβολία του αναστοχασμού της, αν και με την πάροδο των ετών έχασε την αρχική της αυστηρότητα, καθώς η γλώσσα της υπόκειται ή υφοποιείται (όπως θα έλεγε ο Μιχαήλ Μπαχτίν) ολοένα και πιο πολύ από τα συναισθήματα της: έγινε μ΄άλλα λόγια, ηδύτερη, παθητικότερη, ειρωνικότερη, ελεγειακότερη, με περισσότερο χιούμορ. Παλαιότερα, ο «ιθύνων λόγος» έκανε τα πεζά της πιο συμπαγή, πιο λόγια, πιο «φιλοσοφικά», πιο σκληρά , δεδομένου ότι οι ιστορίες της υπήρξαν, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, ιστορίες εσωτερικής ζήτησης. Ο βιωματικός αποθησαυρισμός έτσι κι αλλιώς αλλάζει τη γλώσσα μαζί με την πρόοδο της ηλικίας, την κάνει πιο ευλύγιστη, πιο ανοιχτή ‘ άλλωστε, στην περίπτωσή μας, η αναστοχαστικότητα, ο εσωστρεφής διαλογισμός, η προσδοκία του αφηγηματικού ορίζοντα να δει πέρα από το φαινομενικά ορατό, είναι συστατικά μέρη ενός τρόπου διόρασης της Λαδιά, εγκαθιδρυμένου πλέον στον αναπαραστατικό της νου και στη φαντασία της.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι άλλαξαν τελείως τα πράγματα. Για να είμαστε ακριβείς, στα πεζά της εμφανίζονται, πριν απ΄όλα και όπως πάντα, αναζητήσεις για την αρχετυπική, οντική συμπεριφορά του ανθρώπου, αναζητήσεις που πηγάζουν και αναπτύσσονται από ένα σταθερό ιδεοστοχαστικό κέντρο. `Ετσι, στο σύνολο του έργου της συναντούμε έναν κύκλο συναφών και επαναλαμβανόμενων εσωτερικών συγκρούσεων: η ηρωϊκή ζωή, η ερωτική ζωή, η ασκητική ζωή, τα πάθη, η υποταγή της ύπαρξης σ΄ένα αμάλγαμα φυσικών και υπερβατικών κανόνων που το επιβάλλει μια προλογική νομοτέλεια, το αφ΄εαυτού μοιραίο που δίνεται ως προίκα στην ύπαρξη, ως χάρη ή ως έλλειψη της χάρης. Με τις καταστασιακές αυτές συγκρούσεις «κατοικείται» ένα ιδιότυπο δημιουργικό σύμπαν που- πρέπει να το πούμε- δεν είναι έρμαιο τυχαιοτήτων, συναισθηματικών, υποκειμενικών ή άλλων. Τίποτε δεν είναι αφημένο στην τύχη, όλα έχουν το λόγο τους, πράγμα που συντελεί στο να μάς είναι ευανάγνωστο, μετά από τόσο καιρό, ότι οι ιστορίες της Λαδιά, αφού εκκινούν από το ίδιο κέντρο ανοίγονται προς τον ίδιο ορίζοντα της ενορατικής τους προσδοκίας, παραλλαγμένες μόνο ως προς τον τρόπο ανάβασης προς το ένθεο. Μια βασική λοιπόν παρατήρηση που θα είχα να κάνω είναι ότι η πεζογραφία της Λαδιά, ακόμα και όταν, συχνότατα, εκχωρεί έδαφος στο όνειρο, στο όραμα, στην παραμυθία, δεν αφήνεται στη ρευστότητα και στην απροσδιοριστία: δεν αποσυνδέεται από την αναφορά στο υφάδι μιας λογικής που διέπει τις πλασματικά αντίθετες έννοιες του ρητού και του απόκρυφου ή του άρρητου.  

Η άλλη παρατήρησή μου σχετίζεται με τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας χειρίζεται στο δημιουργικό της πεδίο τον χρόνο και τον χώρο, ως έννοιες αλλά και ως εμπραγματώσεις στην καθημερινότητα της ζωής. Προηγουμένως σημειώσαμε την παρουσία στις ιστορίες της μιας προλογικής αρχής ‘ η αρχή αυτή ως ιδρυτική και εποπτεύουσα είναι μοιραίο ότι αποδυναμώνει την παντοδυναμία του χρόνου, ελαφρώνει το σφίξιμο από τη μέγγενη της αγχώδους στιγμής που βασανίζει τον νεοτερικό άνθρωπο. Αντίθετα λοιπόν προς αυτά, αντίθετα προς τη διαμελιστική και καταστροφική επέμβαση του χρόνου πάνω στη φύση και τον κόσμο, αντίθετα προς τη βουλιμία του χρόνου, ο ίδιος ο χώρος, ακόμα και τα μικροστοιχεία του, οι ιδιομορφίες του, οι αποχρώσεις, η φυτική ή η ορυκτή του εικόνα, αποδίδονται πάντοτε από την Λαδιά μ΄έναν λεπταίσθητο, ρεαλιστικό ανασχηματισμό. Ο χώρος είναι το σπίτι και η πατρίδα της. Αυτή η αντίθεση χρόνου και χώρου, αυτόχρημα ενδιαφέρουσα αλλά και γοητευτική, δημιουργεί στη φαντασία του αναγνώστη των ιστοριών της μια συνθήκη που ίσως τον παραξενεύει αλλά και του υποβάλλει μια κατάσταση ιαματική για την προσαρμοσμένη στην κατάτμηση του χρόνου σύγχρονη ζωή του: συνυφαίνονται  έτσι σ΄αυτή την κατάσταση το άπιαστο και μαγικό της ψυχικής ζωής μα και το άκρως συγκεκριμένο του εμπράγματου περιβάλλοντος. Τέτοια έργα της Λαδιά που μας οδηγούν σ΄ ετούτη την υποβλητική συνθήκη, είναι κατεξοχήν τα οδοιπορικά της, οι Φυσιογνωμίες τόπων (1992) αλλά και τα Εξ Αιγύπτου (1995) όπου η ανθρώπινη παρουσία εγγράφεται ενσωματωμένη στον χώρο, και δεν μπορεί να νοηθεί πέρα από αυτόν. Ο χώρος και η φυσιολογία του, άλλωστε, είναι αυτά που ετοιμάζουν το σκηνικό πεδίο στο οποίο πραγματοποιούνται οι διαχρονικές μυθικές αναγωγές, οι τόσο συχνές στα πεζά της, οι γάμοι της αρχαϊκής παράδοσης με το διηνεκώς παρόν της φύσης, όπου επίσης γεννιέται, φθείρεται και πεθαίνει το ανθρώπινο σώμα-ή, μάλλον, η χρονικότητα του σώματος.

Με αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να απομονώσουμε το εξής παράδοξο που διατρέχει ως μόνιμο ζητούμενο τις περισσότερες, αν όχι όλες, τις ιστορίες της. Ο χώρος, ο τόπος, το περιβάλλον, θα έλεγα ότι εκτοπίζουν ή εξωθούν τον χρόνο, το αγκυροβόλημα και ρίζωμα στη στιγμή της ιστορίας. Και τελικά μάλλον αυτός- η αδιαφορία για τον χρόνο- είναι ο λόγος που αρκετές από τις ιστορίες της Λαδιά κινούνται ελεύθερα, με την υδραργυρική ρευστότητα του ονείρου, πάνω σε δυο διαστάσεις, τη μυθολογική και την πραγματική. Αυτό το διφυές που δεν ξεχωρίζει αλλά συμπλέκεται συνεχώς, έτσι ώστε τα πρόσωπά της να έχουν κι αυτά μια ρευστή αρχετυπική ταυτότητα, καθώς είναι φορείς αρχαϊκών συμβολικών νοημάτων μα και δυνατών σωματικών αισθήσεων. Αποτυπώσεις, όπως σημειώσαμε, του κύκλου γέννησης και θανάτου. Γεύσεις, αφές, οσμές, εικόνες που όχι μόνο κάνουν εντονότερη την νοσταλγία των τόπων αλλά και θεραπεύουν ενίοτε με την επίκλησή τους την οξύτητα ή την σκληρότητα του χρόνου-φθορά, της στιγμής που εντάσσεται στην ιστορία. `Ετσι, η αφηγήτρια/συγγραφέας αλλά και πρόσωπο της οικογενειακής γενεαλογίας των μυθιστορηματικών Θεαινών (2015), που, σημειωτέον, έχουν πολλά κοινά με ένα άλλο, προηγούμενο μυθιστόρημά της, Τα άλση της Περσεφόνης (1997), με το να ανασκευάζει τη ζωή της μητέρας της, οδηγώντας την και πάλι, λογοτεχνικά τη φορά αυτή, από την παραμυθία του ορεινού, μακεδονικού χωριού ως το άξενο του σύγχρονου αττικού τοπίου, με ενδιάμεσες καταστροφές, εμφυλίους, υπερορίες, καταργεί διαρκώς τεράστιους ενδιαμέσους όγκους χρόνου, εποχές και αιώνες, εστιάζοντας στη διαχρονία της φυγής, της αναζήτησης και της περιπλάνησης στον χώρο. Υφαίνει η Λαδιά ένα νήμα που μπορεί να συνδέει  διαρκώς ένα γεγονός τρέχον, ενίοτε απολύτως συμβατικό, με την διαχρονική αλληγορική του εκδοχή, με το χαμένο μέσα στο ανιστόρητο γέννημα της συγγραφικής φαντασίας. `Ετσι, η μητέρα, στην κοριτσίστικη ζωή της, στην οποία ανατρέχει η μυθοπλαστική επινόηση της θυγατέρας της, παίρνει συχνά τη μορφή μιας μικρής υάδας, μιας νύμφης των δασών!

Πρόκειται για ένα κομβικό σημείο αυτού ειδικά του βιβλίου, των Θεαινών. Γιατί η Λαδιά, χρησιμοποιώντας τη μορφή της μητέρας της ως πρόσωπο αφηγηματικό και ταυτόχρονα ως μυθική περσόνα που συνδέει το ελληνικό τοπίο με τη διαχρονία του, επαναλαμβάνει στην ουσία τη παμπάλαιη διαδικασία της θεϊκής μεταμόρφωσης, της γείωσης δηλαδή του υψηλού στα όρια του ανθρώπινου αισθησιασμού, κάτι που ήταν ιδιαίτερα προσφιλές τόσο στον αρχαίο όσο και στον μεσαιωνικό ή στον κόσμο των Παρνασσιακών του τέλους του 19ου αιώνα, από όπου πήγασε (όσο κι αν επιμένουμε να το παρακάμπτουμε) η καλύτερη ποίηση του Βάρναλη! `Αλλωστε, παρεμφερής είναι και ο τρόπος που μυθοποιεί η Λαδιά και άλλα πρόσωπα του οικείου της περιβάλλοντος, όπως τις τρεις συνομήλικές της γυναίκες, τη Μαρώ, την Πόπη και την Αιμιλία, προς το τέλος του μυθιστορήματος Οι Θεές, τις  «ελευσίνιες» όπως τις αποκαλεί, που η ζωή τους έχει γίνει επίσης μέρος μιας χοϊκής/υπερβατικής τελετουργίας με σταθερό επίκεντρο στον χρόνο τον χώρο της Ελευσίνας και τον μύθο της Περσεφόνης. Αλλά παρομοίως μυθοποιεί και τον λυρικό ποιητή Δημήτρη Παπαδίτσα (1922-1987),  ο οποίος εμφανίζεται στην αφήγηση ως η περσόνα του «Ποιητή», αν και όχι τυχαία αφού συνδέεται αναδρομικά εν τοις πράγμασι με τον χώρο, τα πρόσωπα και την ίδια τη συγγραφέα, καθώς στην τελευταία περίοδο της ζωής του είχε επισκεφθεί μαζί της κατ΄επανάληψη την Ελευσίνα και είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με τη μετάφραση των ορφικών ύμνων. Τηρώντας λοιπόν σε όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος το εναλλάξ πλέξιμο  του αρχαϊκού κοσμογονικού μύθου με τις σύγχρονες συμβολικές του προεκτάσεις, τη διασταύρωση της παραβολικής με την αυτοβιογραφική μυθοπλασία, η Ελένη Λαδιά δημιουργεί ένα μεικτό είδος εξιστόρησης, δοκιμιακού και παραμυθητικού χαρακτήρα, εστιάζοντας, όπως ήδη είπαμε, προπάντων στον χώρο, ο οποίος, ορεινός ή ενάλιος, εγκολπώνεται και ενσωματώνει τον χρόνο, δίνοντας του τη δική του ιδιοσυστασία.

Το μυθιστόρημα Οι Θεές το διατρέχουν σε μια γραμμή διαρκούς εναλλαγής η ζωή και ο θάνατος. Οι πόλεμοι, οι παντοειδείς καταστροφές και η προσπάθεια της ζωής να ανορθωθεί από το κακό. Ο μύθος της Περσεφόνης και της ανά διαστήματα καθόδου της στον `Αδη, έχει κι αυτή την έννοια, της εναλλασσόμενης με τη μορφή των φυσικών φαινομένων πάλης, ανάμεσα στην παρουσία και στην απουσία. Μπορεί η παρουσία και η απουσία να αποτελούν συναφείς έννοιες, προβαλλόμενες στο κανονιστικό σύστημα της φύσης, αλλά εννοείται πως δεν συμβαίνει το ίδιο αν προβληθούν στη χρονικότητα της ζωής: εκεί παίρνουν ένα ηθικό νόημα, γίνονται καλό ή κακό για τη ζωή του ανθρώπου. Ο αρχέγονος μύθος της  Περσεφόνης φτιάχτηκε λοιπόν έτσι ώστε να ταιριάζει η παρουσία και η απουσία της Περσεφόνης με τις εποχές του έτους, αλλά σ΄ό,τι αφορά τις μυθιστορηματικές Θεές έχει επιπλέον και μια απολύτως οργανική σημασία για τις σχέσεις των προσώπων. `Οταν πια,  προς το τέλος του βίου της, η Αρετή, η μητέρα της συγγραφέως συγχέει τα πάντα, επιστρέφοντας στην παιδική ηλικία και αντιστρέφοντας μέσα στο χάος της άνοιας την έλλογη σειρά των πραγμάτων (χωρίς βέβαια να έχει συνείδηση ή συναίσθηση αυτής της αντιστροφής), οι ρόλοι αναποδογυρίζουν. Η μητέρα νιώθει πως είναι το βρέφος, αντιδρά ως βρέφος, ενώ η κόρη της παίρνει τη μορφή της μητέρας! Αυτό το «αναποδογύρισμα», αυτή η «ανατροπή» των ρόλων, δίνει έναυσμα στη Λαδιά να προσαρμόσει στη σχέση που έχει με τη μητέρα της την αρχετυπική σχέση Δήμητρας-Περσεφόνης. Δηλαδή, να είναι αυτή η ίδια Δήμητρα και η μητέρα της Περσεφόνη! `Αλλωστε, είναι μια αντιμετάθεση που την είχε από καιρό στο νου της, καθώς λέει ότι σε χρόνο παρελθόντα «από τότε που πέθανε ο Ποιητής, τον παρακαλούσα να μεσολαβήσει στον `Αδη να μη σε πάρει, να αργήσει να σε πάρει...» (σ.164), εννοώντας τη μητέρα της. Ικετεύει λοιπόν, σ΄αυτό το γεμάτο παραβολές και πολλαπλά νοήματα, εύχαρι όμως, μυθιστόρημα της Λαδιά, η κόρη/Δήμητρα τον ποιητή να ζητήσει από τον `Αδη να αφήσει την μητέρα/Περσεφόνη να ζήσει. Και πράγματι σε όλο το βιβλίο των Θεαινών η μορφή της μητέρας μάς παραδίδεται σαν άλλη Περσεφόνη, σαν εκείνη που όντως κινδυνεύει να την επιθυμήσει ο `Αδης και να την αρπάξει, σύμφωνα πάντα με τον μύθο. 

                                                                                                                                                                                                   ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

                                                                                                                       
[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περ. Το Κοράλλι, τχ.9, Απρ.-Ιουν.2016, σ.9-12, στο ειδικό αφιέρωμα στην Ελένη Λαδιά]

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Η λογοτεχνική φυσιογνωμία της Ελένης Λαδιά – γράφει ο Ηλίας Κεφάλας*


Η πεζογραφία και η δοκιμιογραφία της Ελένης Λαδιά αντανακλούν μία από τις πιο σημαντικές δημιουργικές μορφές στη νεότερη λογοτεχνία μας. Τα αφηγηματικά της πλαίσια περικλείουν τα προβλήματα της μοναχικότητας του ανθρώπου, της αναζήτησης του βαθύτερου προσώπου του και της φύσης του Θεού. Πρόκειται για μια λογοτεχνία όχι μόνον παραμυθητική για τον αναγνώστη, αλλά ταυτόχρονα αγωνιακή και ερευνητική, αφού η επιστημονική σκέψη, η δοκιμιακή εμπλοκή και η φαντασιακή πλησμονή αλληλοσυμπλέκονται και από κοινού οδηγούν στη σύνθεση της αφήγησης.
Η Ελένη Λαδιά, έχοντας βιώσει τις οντολογικές αναζητήσεις της αρχαίας ελληνικής σκέψης, συνεχίζει τη δική της πορεία, με το βλέμμα της εστιασμένο στις υπερβατικές καταφυγές του χριστιανισμού και τις πνευματικές διακορυφώσεις της κλασικής επιστήμης και φιλοσοφίας. Ο οντολογικός προσανατολισμός της όμως παραμένει πάντοτε σταθερός και η αντιμετώπιση των όποιων επιδράσεων της φιλοσοφίας και της θρησκευτικής πίστης τελεί υπό αυστηρότατη κριτική και συνεχή αίρεση.

Τα βιβλία της διακονούν ατέρμονα και ποικιλότροπα την εσωτερική μας αγωνία για τη φύση των πραγμάτων και την τοποθέτησή μας μέσα σ’ αυτά. Όλα συμβαίνουν μέσα μας και επομένως η δράση των ηρώων της είναι εσωτερικής φύσεως κατά πρωτεύοντα λόγο και λιγότερο εξωτερική διαπάλη και σύγκρουση με την ορατή πραγματικότητα. Με τον τρόπο αυτόν αποθεώνεται ο λόγος και βιώνεται παραστατικά η πρόσληψη και η μετεξέλιξη των ιδεών.
Από το πρώτο της βιβλίο («Παραστάσεις κρατήρος», διηγήματα,1973) μέχρι και το έκτο της («Ο μαύρος Ερμής», διηγήματα,1977), η Ελένη Λαδιά καταθέτει τη συγκίνησή της για τη σύγκρουση ιερού και ανίερου μέσα στην ανθρώπινη φύση, έχοντας ως έναυσμα και καθοδηγητή της ένα δραστικότατο μεταφυσικό δέος. Βέβαια στην περίοδο αυτή αναφύονται αφετηριακά όλα τα θέματα της πεζογραφίας της, τα οποία θα επανέρχονται συνεχώς στο μέλλον και θα αντιμετωπίζονται επανειλημμένα πάνω στη βάση των διαφορετικών εκδοχών τους, με τις οποίες θα εγείρονται κάθε φορά. Η ροή του χρόνου, ο αναπόδραστος πόνος της μοναχικότητας, η ενοχή που επιζητά τον προσδιορισμό της, η πίστη στον Θεό που δοκιμάζεται κάτω από αιτιώδεις αναφλέξεις, η συγκρότηση του συμβατικού μας προσώπου και η αναζήτηση του υπερβατικού είναι τα πιο ορατά από τα κυρίαρχα θέματα που δεσμεύουν και ποδηγετούν την εργώδη προσπάθεια της συγγραφέως για την απόδοση μιας λογοτεχνίας υψηλών προδιαγραφών.

Η Ελένη Λαδιά αναζητά μέσα στο έργο της και ταυτόχρονα συνθέτει αυτό το αόριστο συμπύκνωμα του διαφορετικού ανθρώπου, που εμφανίζεται συνεχώς μέσα στην ιστορία, επισύροντας μαζί την εκ των προτέρων καταδίκη του. Η διαφορετικότητα αυτή συνιστά το πρόσωπο του εν γένει δημιουργού, του μύστη και του καλλιτέχνη, του οραματιστή και του προφήτη, που θεωρεί χρέος του να καλυτερέψει τον κόσμο μέσα από την ανάδειξη του ταγμένου ρόλου του. Υφίσταται όμως πάντα την καταδικαστική απόρριψη, λόγω της δυσαρμονίας του με την καθεστηκυία τάξη. Ωστόσο, αργά ή γρήγορα, η αποστολή του επιτυγχάνεται και το πέρασμά του καταξιώνεται στις συνειδήσεις ανθρώπων φωτισμένων και μη. 
Από το έβδομο βιβλίο της («Χάλκινος ύπνος», διηγήματα, 1981, β’ κρατικό βραβείο διηγήματος) μέχρι το δέκατο έκτο [«Εξ Αιγύπτου (Άγιοι Κοπτών)», 1995] μεσολαβεί μια μεγάλη περίοδος κατά την οποία η συγγραφέας αναδεικνύει τη συνθετική της σκέψη με δοκίμια, ταξιδιωτικές και ιστορικο-θρησκευτικές αναπτύξεις. Στην πεζογραφία της αναπτύσσει διεξοδικά την επίδραση του χρόνου πάνω στο πρόσωπο του όντος. Τόσο στα αριστουργηματικά διηγήματά της όσο και στα μακρόπνοα μυθιστορήματά της τα καίρια ερωτήματά της θίγουν το δίλημμα αν ο συμβατικός χρόνος θα ορίσει, περιορίζοντας την ιδιαιτερότητά μας μέχρι τον θάνατο ή το ατέρμονο της δημιουργικής αλληλουχίας θα μας εγκολπώσει, ταξιδεύοντάς μας πέρα από τον θάνατο. Εδώ φαίνεται και η αγάπη της για τα μαθηματικά, την επιστήμη που ισορροπεί τις αντιφάσεις της θεωρίας και φιλοσοφεί πάνω σε βεβαιότητες, εκμηδενίζοντας έτσι όλες τις ουτοπίες.

Στην «Ωρογραφία» τονίζεται επίμονα η αγάπη της για την αρχαιοελληνική σκέψη, η οποία αποκρυστάλλωσε τα πάγια οντολογικά προβλήματα του ανθρώπου. Στη «Θητεία» και μέσα από μια διπλή γραφή, ένα δίδυμο μυθιστόρημα, περιγράφεται η νοσταλγία της επιστροφής και, ταυτόχρονα, η αγωνία για το ανεπίστροφο και την οριστική φυγή. Η μνήμη γίνεται μια δεύτερη εκκίνηση ζωής, πυροδοτώντας χιμαιρικές αναστάσεις και αλήθειες που δεν μπορούν να ειπωθούν, όσο κι αν μυστηριακά βιώνονται μέσα στην αχλύ του θάμβους τους. Στα ταξιδιωτικά αναπλάθεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο η τοπογραφία της περιοχής με αντιστίξεις από την ενδόμυχη συγκίνηση του αφηγητή και τις εκτιμήσεις του πάνω στις ιστορικές διαστάσεις του χώρου. Οι φαντασιακές μεταμορφώσεις του τοπίου εδράζονται στη διάθεση της συγγραφέως να απελευθερώσει τις δεσμευτικές παρακαταθήκες της μυθολογίας και της θρησκευτικής πίστης που τη συνέχουν και να δημιουργήσει έτσι μια ονειρική ψευδαίσθηση της διαιώνισης και της δικαιολόγησης όλων των προκαταλήψεων και των αφετηριακών πίστεων για τον συγκεκριμένο τόπο.

Από το δέκατο έβδομο βιβλίο της («Τά άλση της Περσεφόνης»,1997) μέχρι το εικοστό («Ποταμίσιοι έρωτες», 2002) η Ελένη Λαδιά κορυφώνει το βεληνεκές του ταλέντου της και προσφέρει στους αναγνώστες της μια συναρπαστική γνώση του ανθρώπινου υποσυνείδητου και των δραματικών αρχών που το διέπουν. Το πρόβλημα ορισμού του τι εστί το όντως ον είναι κι εδώ παρόν. Στα «Άλση της Περσεφόνης» μελετάται το εσώτερο του προσώπου μας πέρα από τις οριστικότητες του εφήμερου και μέσα στις εσχατιές της πνευματικής παραφοράς και της κοσμικής αοριστίας. Στο μυθιστόρημα «Η χάρις» ξεδιπλώνεται ένα ευρηματικότατο αφηγηματικό άλλοθι με προεξάρχουσα την αλληγορία της μυθοπλαστικής ανέλιξης, για να καταδειχθεί η έννοια και το πνεύμα της αλληλοπεριχώρησης, που είναι η ακροτελεύτια πράξη της αγάπης με την οποία ο ένας άνθρωπος εμπεριχωρεί μέσα στον άλλον. Στους «Ποταμίσιους έρωτες» το νερό σβήνει το ισχνό παρόν για να αποκαλύψει τις ενοχές ενός αβυσσαλέου παρελθόντος, συμπαρασύροντας μαζί τις υπαρξιακές ενοχές δημιουργού και δημιουργήματος.

Αξιολόγηση – Συνολική εκτίμηση
Οι ήρωες της Ελένης Λαδιά ανακαλούν μέσα από τον χαρακτήρα τους παλαιά πρόσωπα και σύμβολα της μυθολογίας και της δραστικής ιστορίας και καταβυθίζονται σε αρχετυπικά πλαίσια συμπεριφορών, βοηθώντας έτσι στην κατανόηση της κοινής ανθρώπινης θέσης μέσα στο Σύμπαν. Η αφήγησή της, που καθίσταται μία από τις πιο στέρεες και ολοκληρωμένες γλωσσικές φόρμες της λογοτεχνίας μας, κερδίζει από αυτό το ιδιόμορφο, γεμάτο με διονυσιακές εξάρσεις, αλλά και μοναστικούς εναγκαλισμούς, ύφος της, που το τροφοδοτεί με πληθωρικούς ποιητικούς διαστοχασμούς. Παράλληλα με τις οντολογικές αναζητήσεις διακονεί το πνεύμα της αγάπης, το οποίο στα έργα της υποδεικνύεται ως προϊόν γνήσιας ένωσης, ως επενέργεια που διοχετεύεται στη σκέψη και δημιουργεί πότε την αιχμή της αίρεσης και πότε την ολοσχερή υποταγή στο θείον. Οι συναρπαστικές της ιστορίες και περιγραφές βασίζονται πάνω σε σύγχρονους προβληματισμούς και καταφέρνει να συνδέει την καθημερινότητα με τα αιώνια προβλήματα του ανθρώπου. Η Ιστορία ενώ δεν προβάλλεται στη λογοτεχνία της προβάλλονται όλα τα ηθικά διδάγματά της με αποκορύφωμα την αφοσίωση προς την Πατρίδα και προς όλο το αξιακό σύστημα που τη συνιστά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ 
1. «Παραστάσεις κρατήρος» (διηγήματα), 1973.
2. «Άρθρα για την Καβαφική ποίηση», 1974, 1975.
3. «Αποσπασματική σχέση» (μυθιστόρημα), 1974,1979,1983.
4. «Δοκίμια», 1976.
5. «Φάθι Ζαρατούστρα» (ποίηση), 1976.
6. «Ο μαύρος Ερμής» (διηγήματα),1977.
7. «Χάλκινος ύπνος» (διηγήματα), 1981 – Β΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος.
8. «Ο σχιζοφρενικός θεός» (διηγήματα), 1983.
9. «Ποιητές και Αρχαία Ελλάδα (Σικελιανός – Σεφέρης – Παπαδίτσας), μελετήματα 1984.
10. «Ο αγαπημένος του όντος (δοκίμια για την ποίηση του Δ. Π. Παπαδίτσα)», 1984.
11. «Χι ο Λεοντόμορφος» (μυθιστόρημα), 1986.
12. «Ωρογραφία» (διηγήματα), Βραβείο Ουράνη Ακαδημίας Αθηνών, 1990.
13. «Φρειδερίκος και Ιωάννης» (αφήγημα), 1991, 2003.
14. «Φυσιογνωμίες τόπων» (οδοιπορικό) 1992.
15. «Η θητεία» (μυθιστόρημα), 1994, 1996.
16. «Εξ Αιγύπτου (Άγιοι Κοπτών)», 1995.
17. «Τα άλση της Περσεφόνης» (μυθιστόρημα), 1997.
18. «Ο έτυμος λόγος» (διηγήματα), 1998.
19. «Η Χάρις» (μυθιστόρημα), 2000.
20. «Ποταμίσιοι έρωτες» (μυθιστόρημα) 2002.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
1. «Ορφικοί ύμνοι» (σε συνεργασία με τον ποιητή Δ. Π. Παπαδίτσα) 1983, 1984, 1997, 2002.
2. «Ομηρικοί ύμνοι» (σε συνεργασία με τον ποιητή Δ. Π. Παπαδίτσα) 1985, 1997, 2002.
3. «Η φύση του Χριστού», έργο του Πατριάρχου των Κοπτών Σενούντα του Γ΄ , μετάφραση σε συνεργασία με τον Κόπτη μοναχό Πόλα Άμπα Μπισόι.
4. «Σημειώσεις από το υπόγειο» έργο του Φ. Ντοστογιέβσκι, μετάφραση σε συνεργασία με την Τατιάνα Ντίκο, 2003.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΕΣ
Επιμελήθηκε μαζί με τον Γ. Φέξη τη μνημειώδη έκδοση Graecolatina με αρχαία ελληνικά και λατινικά αρχέτυπα κειμένων του 16ου και 17ου αιώνα.

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Η Ελένη Λαδιά συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Διαβάζω», «Νέα Εστία», «Ευθύνη», «Δώμα», «Νέο Επίπεδο», «Ελίτροχος», «Γραφή», «Εποπτεία», με τις εφημερίδες «Το Βήμα», «Η Καθημερινή», «Ο Επενδυτής», «Ο Ριζοσπάστης» και σε πολλές συλλογικές εκδόσεις, ανθολογίες ή επιμέλειες βιβλίων άλλων συγγραφέων.
Δημοσιεύτηκαν γι’ αυτήν πολλές κριτικές, οι σημαντικότερες των οποίων είναι:
• Από Δ. Θ. Φραγκόπουλο («Καθημερινή», 23-1-1977)
• Από Βασίλη Βασιλικό («Καθημερινή», 1977)
• Από Ι. Μ. Χατζηφώτη ( «Διαβάζω», τ. 83/14-12-83)
• Από Ανδρέα Καραντώνη («Ν. Εστία» τ. 1257/79)
• Από Απόστολο Σαχίνη («Νέα Πορεία», τ.317-320/1981)
• Από Τάκη Μενδράκο («Επίκαιρα» 19/3/1981)
• Από Ηλία Κεφάλα («Διαβάζω» τ.272/1991)
• Από Βαγγέλη Αθανασόπουλο («Σημείο»,1993-4)
• Από Μιχάλη Μερακλή («Η Λέξη», τ.151/1999)
• Από Αλέξη Ζήρα («Διαβάζω», τ.386/1998)
• Από Νατάσα Κεσμέτη («Ευθύνη», τ. 349/2001)
• Από Κωστή Παπαγιώργη («Αθηνόραμα», Αύγουστος 2003) 
• Από την Μαρία Στεφανοπούλου (μεγάλο και εμπεριστατωμένο δοκίμιο, «Νέα Εστία», Φεβρουάριος 2003), και αναρίθμητες άλλες.

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ


*Το κείμενο σταματά το 2002 και αποτελεί μια παλαιότερη, αδημοσίευτη, εργασία του ποιητή Ηλία Κεφάλα για το έργο της Ελένης Λαδιά. Την ανάρτηση κοσμεί νεανική φωτογραφία και χειρόγραφο της συγγραφέως από την συλλογή του ποιητή, καθώς και φωτογραφία του ίδιου.