ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑ ΚΟΛΑΖ ΙΙΙ

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Ελένης Λαδιά, Η Φερέοικη, Παρουσίαση του βιβλίου από την Νένα Κοκκινάκη

Βιβλιοπωλείο "Επί λέξει" 31-5-2017

Καλησπέρα σε όλους τους φίλους, όλες τις φίλες που σήμερα βρίσκονται εδώ, στη φιλόξενη γωνιά του βιβλιοπωλείου Επί λέξει για να τιμήσουμε τη συγγραφέα Ελένη Λαδιά και το βιβλίο της, τη Φερέοικη. Πρόκειται για το 41ο έργο της συγγραφέως – αν μετρώ σωστά - που από το 1973 με την κυκλοφορία της πρώτης της συλλογής διηγημάτων (Παραστάσεις κρατήρος) και μέσα στα  χρόνια που ακολούθησαν έχει μια συνεχή σταθερή παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Μυθιστορήματα (10 τον αριθμό), συλλογές διηγημάτων, δοκίμια, μεταφράσεις, αρχαιογνωστικά έργα, μια παραγωγή ζηλευτή, διακρίσεις και βραβεία.
Η παρουσία σας με χαροποιεί ιδιαίτερα, όπως και τη συγγραφέα, νομίζω. Στα πρόσωπά σας διακρίνω το βλέμμα του βαθέως εκείνου πόθου που ενώνει τους ανθρώπους πίσω από τα αληθινά δημιουργήματα, εννοώ εκείνα που αφυπνίζουν και δεν αφήνουν περιθώρια για αισθηματολογίες, ωραιοπάθειες, κραυγαλέες φωνές ή και πανικούς. Σε αυτήν την αίθουσα οι παριστάμενοι, συγγραφείς, ομότεχνοι και φίλοι, όλοι φιλαναγνώστες, έχοντας διασχίσει σελίδες επί σελίδων και έχοντας μάθει να ξεχωρίζουν την γνησιότητα της δημιουργίας που γιγαντώνεται με θυσίες ανυπολόγιστες και πολεμά ενάντια σε όλες τις ευκολίες της έκφρασης, ανακαλύπτουν περιχαρείς το διαμάντι που έψαχναν, το φως που γύρευαν στη σκιά του δέντρου πολλών σελίδων. Ένα τέτοιο φως αναδύεται από το μικρό αυτό βιβλίο των 85 σελίδων στον κομψό τόμο των εκδόσεων της Εστίας, που κρατάμε σήμερα στα χέρια μας.
Με χαροποιεί επίσης ιδιαίτερα η παρουσία των αόρατων της παρέας. Πιο συγκεκριμένα εκεί, στο βάθος της αίθουσας, έχει θρονιαστεί η Φερέοικη. Δημιούργημα ή δημιουργός; Το βλέμμα της σαρκαστικό, κάπως κακεντρεχές: «Δεν πρόκειται να σε αφήσω να γράψεις το καινούργιο μυθιστόρημα. Δεν θα με χρησιμοποιήσεις, για να είσαι συ καλά και να χαριτολογείς με την έμπνευσή σου!», μοιάζει να λέει στη συγγραφέα πριν ακόμα πάρει το όνομά της «Φερέοικη», στην αρχή του βιβλίου. Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν κάπως. Ποια η δυνατότερη; «Δημιουργός χωρίς δημιούργημα δεν λέγεται δημιουργός, ούτε το δημιούργημα χωρίς τον δημιουργό λέγεται δημιούργημα». Βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίεργη κατάσταση. Δυο άνθρωποι από την ίδια ουσία με δύο υποστάσεις και πολλά κοινά. Η κοινή αντίδραση, ας πούμε, στο πένθος. Και οι δυο τους δεν το αποδέχονται, το θεωρούν «φάρσα δοκιμασίας». Παρ’ όλα αυτά η Φερέοικη όφειλε να ακούσει τις ιστορίες που είχε ετοιμάσει στο μυαλό της η συγγραφέας, περιλήψεις ιστοριών, όπου η Φερέοικη θα συμπρωταγωνιστούσε με κάποιον τρόπο και τέλος θα δήλωνε αν τις ήθελε ή όχι για προσωπική εμπειρία της. Σε κάποια από αυτές θα στηριζόταν το νέο μυθιστόρημα.
Οι ιστορίες αρχίζουν να ξετυλίγονται και - πράγμα παράξενο – τα καινούργια πρόσωπα παίρνουν κι αυτά μορφή. Εμφανίζονται επίσης στην παρέα των αοράτων της σημερινής βραδιάς: η Φιλιώ και η Γεωργίτσα της πρώτης ιστορίας. Συνομήλικες, ξανθές, ευαίσθητες με τον τρόπο της η κάθε μια. Μοναχοπαίδι η Φιλιώ αισθανόταν ενοχές για την ευμάρεια του σπιτιού της. Αντίθετα η Γεωργίτσα από την ανάγκη και την ανέχεια είχε αναπτύξει μια πρακτική εξυπνάδα κι επινοούσε τρόπους να την αντιμετωπίσει. Στο σπίτι της φίλης της η Φιλιώ εκτός από τις διεξόδους που έβρισκε στην πλούσια φαντασία της ανακάλυπτε σπουδαία πράγματα, όπως παράδειγμα το γεγονός ότι η φτώχεια καταφέρνει τελικά να ταπεινώσει την περηφάνια.
Ακολουθούν τα πρόσωπα της δεύτερης ιστορίας με τα καρκινικά ονόματα: η Άννα που συνειδητοποιεί την αναπόφευκτη διάλυση του γάμου της με τον Τηλέμαχο και ο Σάββας που «δινόταν με το σταγονόμετρο» στον έρωτα, με αποτέλεσμα να τον μετατρέπει «σε ποίηση και μουσική». Η ιστορία ξεφτίζει σαν πολύχρονο χειροποίητο χαλί. «Οι όμοιοι εγωισμοί και οι ευαισθησίες» δεν αφήνουν χώρο να αναπτυχθεί το χιούμορ και η λογική των συμφιλιώσεων. «Καθένας εξέταζε με σχολαστικότητα τα λόγια ή την συμπεριφορά του άλλου, για να τα γνέσει και να τα υφάνει με το δικό του τρόπο». Η ηρωίδα, η Άννα, βιώνει τον χωρισμό της από τον Τηλέμαχο όχι και τόσο οδυνηρά, ενώ με τον Σάββα πνίγεται στις ατέλειωτες λεπτομέρειες συνοδευόμενες μάλιστα «από κακοήθη και οξεία μνήμη».
Η Φερέοικη ωστόσο, ελάχιστη σημασία έδινε σ’ αυτές τις ιστορίες, καθώς συνεπαρμένη από το «άλαστον πένθος» της δεν σκεπτόταν παρά τη μητέρα της που φεύγοντας την άφησε «δίχως σημείο αναφοράς». Κρατούσε μάλιστα και σημειώσεις, όπου ξεδίπλωνε τον προβληματισμό της, πού πήγε η μητέρα της κι αν συνεχίζει να υπάρχει κάπου.
Η ευάλωτη Φερέοικη συγκινεί τη συγγραφέα που προχωρεί στην τρίτη ιστορία της. Αφηγείται λοιπόν μια νουβέλα που κάποτε είχε αποφασίσει να γράψει με τον τίτλο «Καλυψώ».
Η Καλυψώ ζούσε σ’ ένα νησί κι ήταν ερωτευμένη με τον Οδυσσέα Α, κατά πολύ μεγαλύτερό τη, ο οποίος την μύησε στην παρατεταμένη σαρκική ηδονή, τους γαλαξίες και τα παράλληλα σύμπαντα. Το τρίτο πρόσωπο της ιστορίας, ο Οδυσσέας Β, συνομίληκος της κοπέλας και ακόμα παρθένος, μαθαίνει για τον πρώτο έρωτα της Καλυψώς, ταράσσεται και βρίσκει καταφύγιο σε στίχους ερωτικών ποιημάτων και σε ηρωίδες βιβλίων με πρότυπο πάντα εκείνη. Η αποχώρησή του από το νησί και το γράμμα της κοπέλας που σκίστηκε χωρίς ποτέ να διαβαστεί την κάνει να συνειδητοποιήσει την τραγική μοίρα της: «την ανελευθερία που γινόταν εμπόδιο στην ποικίλη φύση της, γιατί γνώριζε πως θα ήταν υπόδουλη σ’ έναν άνδρα, ενώ συγχρόνως θα συνάρπαζε ερωτικά πολλούς άλλους»
Ούτε και αυτή η ιστορία όμως ικανοποίησε την Φερέοικη, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί μαζί με τη συγγραφέα σε τόπους σκοτεινούς και απόκοσμους, εκεί που τον πρώτο λόγο έχει κυρίως η μνήμη.
Η Μνήμη στην «πυρακτωμένη της φάση» φέρνει στο φως εγκλωβισμένες εικόνες που θα μπορούσαν να λησμονηθούν, έστω να ταριχευθούν, όμως η «φθονερή της πλευρά» τις διατηρεί «ολοζώντανες κι ολόπικρες». «Α!», φώναξε η Φερέοικη, «κοίτα εκεί μιαν ανάμνηση του παρελθόντος που έγινε ανάμνηση του παρόντος!». Επρόκειτο και για δική της ανάμνηση. Επειδή «η ανάμνηση διασώζει το κακό, όπως και το καλό» και ουδεμία διαγραφή επιτρέπεται. Όλα προφανώς καταγράφονται στη μνήμη του σύμπαντος, ακόμα και περιστατικά που παραμένουν στο Μουσείο της Μνήμης κι άλλα που διασώζονται σε κάποιο παράλληλο σύμπαν γειτονικό του Μουσείου κι επεκτεινόμενο προς το Νεκροταφείο. Η δημιουργός θυμάται καλά μια προηγούμενη επίσκεψή της στο Νεκυιομαντείο του Αχέροντος, θυμάται πόσο συγκλονίστηκε από τον υγρό και σκοτεινό προθάλαμο του Άδη και θα επιθυμούσε να αρκεστεί απλώς σ’ εκείνη την επίγεια πρόγευση.  Φαίνεται όμως πως οι ρόλοι αντεστράφησαν. Η ηρωίδα του μυθιστορήματος, το δημιούργημα, έχει αποκτήσει τόλμη και επιβάλλει την άποψή της. Η επιμονή της να επισκεφτούν τον Άδη την οδηγεί στην πρόταση: «Πριν μεταβούμε στον κόσμο των νεκρών θα φτιάξουμε ένα τέλος με δυο πιθανότητες».
Το βιβλίο κλείνει με ένα εκπληκτικό παιχνίδι μεταμορφώσεων μέσα στο νεκρικό χώρο, όπου οι δυο ηρωίδες πλέον διακρίνουν αυτό που και οι δύο ενδόμυχα προσδοκούν: το πρόσωπο της μητέρας. Η δική της μορφή ζωής μέσα στο χώρο του θανάτου τις συμφιλιώνει με την ιδέα πως όταν γίνουμε νεκροί θα αναγνωρίσουμε τους δικούς μας και πάνω απ’ όλα τη μορφή της Μητέρας «όπως μας την χάρισε η τέχνη σε όλες τις παραστάσεις». Η Μεγάλη Μητέρα που γεννά και ανασταίνει τον άνθρωπο, που νικά το θάνατο.
«Έτσι εγώ, η συγγραφεύς του βιβλίου», καταλήγει η Ελένη Λαδιά, «μεταμορφώθηκα σε Φερέοικη, και περιμένω με απέραντη υπομονή να ξαναγεννηθεί ένα ροδαλό βρέφος, το οποίο θα ξαναγίνει η μητέρα μου».
Με το βιβλίο της αυτό η Ελένη Λαδιά ανοίγει το εργαστήρι του συγγραφέα, όπου τα μυθιστορηματικά πρόσωπα εμφανίζονται ξαφνικά αυτόκλητα, σαν καινούργια πλάσματα με δική τους υπόσταση. Από κει και πέρα αρχίζει η συμβολή του τεχνίτη του λόγου, ο κόπος, η προσπάθεια, η αντίστασή του στη φορτικότητα των ηρώων που τον βασανίζουν, «βγάλε μας στο φως», του λένε, «για να σε λευτερώσουμε». Ο τεχνίτης θα υποχωρήσει στις παρακλήσεις τους, θα τα νιώσει δικά του, θα ταυτιστεί μαζί τους, όσο κι αν το έργο του τελικά θα έχει κάτι από τη δική του φυσιογνωμία, κάτι που εν τέλει θα πείσει πολλούς πως είναι αυτοβιογραφικό.-


Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Ελένης Λαδιά: Η σημασία του ξένου, κριτική από την Τούλα Ρεπαπή


Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ
Συγγραφέας: ΕΛΕΝΗ ΛΑΔΙΑ
Εκδόσεις: ΑΡΜΟΣ


Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ελένη Λαδιά αναφέρεται στους Ξένους που ζουν δίπλα μας. Μαζί μας. Που είναι μέσα στη ζωή μας. Το είδαμε και στους Ποταμίσιους Έρωτες( σ.25-26,82,96-100,101-104,136-140) και στον Ονειρόσακκο στο διήγημα Σεληνιακό συμβόλαιο. Στο βιβλίο της όμως αυτό, με τον τίτλο « Η σημασία του Ξένου», κάνει μια πλήρη καταγραφή της θρησκευτικής και φιλοσοφικής  αντιμετώπισης του «Ξένου» από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα, αναφερόμενη στους Νόμους του Πλάτωνα, σε φιλοσοφικές τοποθετήσεις, θρησκευτικές δοξασίες και διλήμματα που απορρέουν καθορίζοντας  την καθημερινότητα μας.  Στη γραφή της, χωρίς να έρχεται σε δεύτερη μοίρα, το κάλλος της γλώσσας υποχωρεί, αφήνοντας  να λάμψουν τα φιλοσοφικά ρεύματα, οι έννοιες,  οι ορισμοί και οι διαχωρισμοί  προκειμένου να δοθεί βαρύτητα στον χρόνο που έχει μεσολαβήσει  αλλά και στα γεγονότα τα  οποία θα καθορίσουν την αντιμετώπιση του ΤΩΡΑ.
Όπως αναφέρει, στo έπος «Οδύσσεια» του Ομήρου αλλά και κατά τη χριστιανική εποχή, οι άνθρωποι έδιναν μια θεϊκή ιδιότητα στον Ξένο, πιστεύοντας πως οι Θεοί ή ο Θεός, αντίστοιχα, έπαιρνε τη μορφή ξένου για να δοκιμάσει την πίστη των ανθρώπων.
Στο «Πλάτωνος  Νόμοι», ο Πλάτων τους κατηγοριοποιεί: στους εμπόρους παραθεριστές, στους  απεσταλμένους για  να παρακολουθήσουν Θεάματα και ακροάματα των Αθηνών και σε αυτούς που αποτελούσαν τις κρατικές αποστολές και τους οποίους όφειλαν  να υποδέχονται οι  αξιωματούχοι της πολιτείας, να φιλοξενεί ο τοπικός άρχων με τη βοήθεια των πρυτάνεων. Ταυτόχρονα, είχαν  την υποχρέωση να επιβλέπουν μήπως οι Ξένοι εισάγουν Νέα Ήθη. Τέλος, αναφέρει τη σπάνια κατηγορία, αυτήν  των περιηγητών, που επισκέπτονταν τα αξιοθέατα κάτω από ορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις απέναντι στην πολιτεία και στους κρατούντες. Εν συνεχεία,  διαφοροποιεί και την ερμηνεία των λέξεων  και διαχωρίζει τον Ξένο από τον Αλλοδαπό. Στην αρχαιότητα, « Ξένος» ονομάζονταν ο ομόθρησκος, ο ομόγλωσσος, ο ομοεθνής ή αλλιώς ο όμαιμος, δηλαδή αυτός που είχε το ίδιο  αίμα. Αλλά Ξένος στην αρχαία Ελλάδα ήταν και αυτός ο οποίος προερχόταν  από άλλη χώρα και ήταν πρόσφυγας, μισθοφόρος, μη Έλλην, παράδοξος, παράξενος,  ασυνήθιστος και αλλοδαπός.

Ο Ξένος ήταν πάντα Έλλην και δεν παρέμενε καιρό στον χώρο φιλοξενίας, ενώ ο Αλλοδαπός θεωρείτο Βάρβαρος, μη Έλλην.  Ετυμολογικά Ξένος (κσένος), είναι αυτός ο οποίος κατοικεί σε ένα πρόχειρο κατάλυμα το οποίο συνήθως είναι στην ύπαιθρο και  του δίνει φύλαξη, προστασία από τον ήλιο, σκιάν, άρα σκηνή. 
Ο Αριστοτέλης απεχθανόταν τις επιμειξίες των λαών. Για τον λόγο αυτό ήταν εναντίον της επεκτατικής πολιτικής του μαθητή του, Μ. Αλεξάνδρου, ο οποίος στο όνομα του οικουμενισμού έφερνε την επιμειξία από τη συγχώνευση των λαών.
Η συγγραφέας αναφέρεται  και στη φιλοξενία του Ξένου στην αρχαία Ελλάδα  και στο τελετουργικό που απολάμβανε ο Έλλην, με προστάτες του τον Ξένιο  Δία, την Ξενία Αθηνά  και τους Διόσκουρους Κάστορα και Πολυδεύκη. 
Πόση μέριμνα αλά και πόσο οργανωμένα μοιάζουν όλα αυτά σε μία κοινωνία δυόμιση χιλιάδων χρόνων πριν! 
Εντούτοις, ένα ερώτημα εγείρεται για τον αναγνώστη. Τι έφερνε τους ξένους στις πόλεις τότε; Τι έφερνε τους αλλοδαπούς; Και κάθε πότε παρατηρείται το  φαινόμενο της μετακίνησης των πληθυσμών; Πόσο πολύ μοιάζουν οι κοινωνίες του τότε κα του τώρα!  
Στις μέρες μας, από πού ξεκινούν όλα αυτά; Μήπως από τους ισχυρούς που μετατρέπουν τους πληθυσμούς χωρών με πλούσιους φυσικούς πόρους σε όχλους απελπισίας;  
Αν και η απάντηση είναι δική σας, το  ερώτημα  ωστόσο, παραμένει.
Μέσα από το βιβλίο αυτό μοιάζει ο Ξένος να «πορεύεται» στις σελίδες της Ιστορίας ερχόμενος άλλοτε σαν ευλογία και άλλοτε σαν απειλή. Είτε χωρίς ταυτότητα είτε με τον διαχωρισμό του Ξένου και του Αλλοδαπού συγκρούεται  πάντα με τις αντιλήψεις, πολιτείας και  πολιτών. Για τον λόγο αυτό θεσπίστηκαν νόμοι, που ορίζουν όχι μόνο τα  δικαιώματα και  τις υποχρεώσεις του, αλλά ακόμη  και την ταφή του, κάτω από  τη διαχωριστική γραμμή της έννοιας του Ξένου και του Αλλοδαπού. 
Τη βαθιά επιρροή που ασκούσε η θρησκεία στον χαρακτηρισμό του Ξένου περιγράφει και ο Καβάφης  στο ποίημά του «Μύρης∙Αλεξάνδρεια  340 μ.Χ». Βάση του είναι η  θρησκευτική αντιπαλότητα  και πυρήνας του η αίσθηση του Ξένου. Δηλαδή αυτό που νομίζαμε πως είναι γνώριμο και οικείο και ξαφνικά γίνεται Ξένο. Όπως και εμείς γινόμαστε Ξένοι σε αυτό. 
Κι η τοποθέτηση  του Καβάφη γίνεται η χαραμάδα που ανοίγει η συγγραφέας για να  αφήσει πίσω της τους νόμους, τα φιλοσοφικά ρεύματα και να εισχωρήσει στο κέντρο του κόσμου της, για να μιλήσει για έναν άλλο Ξένο. Αυτόν τον αιώνιο ταξιδευτή του χρόνου, του στερεώματος και της δημιουργίας. Αυτόν, που είναι ξένος προς όλους αλλά και προς τον εαυτό του. Αυτόν τον Ξένο τον γνωστό, τον άγνωστο. Τον Άνθρωπο!  
Τον αφήνει να «περπατήσει»  στις σελίδες της και με τις ψηφίδες της αποτυπώνει  το δικό μας πρόσωπο. Το πρόσωπο του Ανθρώπου, που μοιάζει να περιπλανιέται συνεχώς  αλλάζοντας πατρίδα, αναζητώντας την ευημερία ή την ελπίδα της αλλαγής. Ταξιδεύει συνεχώς, αλλάζοντας γεωγραφικά μήκη και πλάτη και ταξιδεύοντας μέσα στον χρόνο χάνει πολλάκις όχι μόνο τον στόχο του αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι μέσα στη φύση του να απαρνιέται και να αλλάζει μορφές. Άλλοτε Δαίμων, άλλοτε Δαιμόνιο, και άλλοτε Θεός.
Στο βιβλίο με τον τίτλο « Η σημασία του Ξένου», η Ελένη Λαδιά περιγράφει ένα θέμα, αυτό των Ξένων/Αλλοδαπών, που στις μέρες μας μεγαλώνει συνεχώς σαν ένα κύμα που υψώνεται απειλητικά προς όλους.  Στο βιβλίο αυτό πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο ο Ξένος,  αλλά και η Δημοκρατία. Ένα τέλειο πολιτικό σύστημα –το ελληνικό–  που είχε πρόβλεψη, δικαιώματα και υποχρεώσεις για αυτόχθονες και αλλοδαπούς. Ωστόσο, ένα δίλημμα απορρέει. Σήμερα τι είναι σοφό να γίνει; Ποια στάση πρέπει να τηρηθεί; Ποιος παράγοντας είναι αυτός ο οποίος θα επικρατήσει και θα ορίσει τη συμπεριφορά πολιτείας και πολιτών; Τι πρέπει  να κάνουμε εμείς οι Έλληνες, όταν χιλιάδες ξένοι, αλλοδαποί, αλλόθρησκοι, αλλόφυλοι απελπισμένοι «εισβάλλουν» στη χώρα μας; Πόσο μας καθοδηγεί ο Πλάτων που δεν ήθελε Νέα Ήθη ή ο Αριστοτέλης που απεχθανόταν τις φυλετικές προσμείξεις και πόσο πιστοί του χριστιανισμού είμαστε, όταν ο Χριστός δίδασκε πως είναι μέσα σε κάθε Ξένο;  
Πόσο άπραγοι και αδιάφοροι μπορούμε να στέκουμε μπροστά στην εικόνα άψυχων ξεβρασμένων σωμάτων γονέων και παιδιών στις ακτές των νησιών μας;
 Και απαντά η Ελένη Λαδιά: Ο Έλληνας σήμερα  αφήνει πίσω του όλους τους ενδοιασμούς για  τις συνέπειες αυτού του βίαιου κύματος μεταναστών στη χώρα μας. Και συνεχίζει λέγοντας πως όλες οι παραπάνω αναφορές αφορούν το παρελθόν. Τώρα ο Έλληνας με σύμμαχο το παρόν –χωρίς εξάρσεις και ιδεολογικές αγκυλώσεις– τείνει χείρα βοηθείας προς τους πρόσφυγες. Ο ανθρωπισμός  είναι μια κληρονομιά που έχει περάσει στο  DNA του και  τον καλεί να βοηθά και να φωτίζει την ανθρωπότητα συνεχώς. Αυτός ήταν πάντα ο Έλληνας!
 « Η σημασία του Ξένου», είναι άλλο ένα βιβλίο της Ελένης Λαδιά που έχει κέντρο του τον άνθρωπο και που διδάσκει ήθος, πλημμυρισμένο από γνώση, ποίηση και ανθρωπιά, αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας της.
Με  δεδομένο αυτό το γεγονός –της έλευσης των προσφύγων στη  χώρα μας– πόσο πολύ επίκαιρο μοιάζει να είναι το βιβλίο αυτό, ενώ ταυτόχρονα  δίνει την εντύπωση πως αυτό το βιβλίο είχε διαβάσει ο Μπαράκ Ομπάμα, όταν στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος στην Αθήνα έδωσε, στις 16 Νοεμβρίου 2016, μια ιστορική ομιλία για τη Δημοκρατία, τον πολίτη, τη φιλοξενία, το φιλότιμο και τον ανθρωπισμό.

Τούλα Ρεπαπή



Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Παρουσίαση του Μυθιστορήματος της Ελένης Λαδιά "Η Φερέοικη"

Οι εκδόσεις της Εστίας και το βιβλιοπωλείο Επί Λέξει (Ακαδημίας 32) σας προσκαλούν την Τετάρτη 31 Μαΐου στις 19:30 στην παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου τής

Ελένης Λαδιά

Η Φερέοικη

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Χαρίκλεια Δημακοπούλου, κριτικός βιβλίου
Νένα Κοκκινάκη, συγγραφέας-κριτικός λογοτεχνίας

Αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Ολύνα Ξενοπούλου


Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Ελένης Λαδιά: Ἕλληνες και Κόπτες (Παραλληλισμοί καί σκέψεις)





Εὐτυχῶς ἤ δυστυχῶς, δέν εἶμαι οὔτε ἐπίσημος  θεολόγος, οὔτε ἐπίσημος ἱστορικός γιά νά βαρύνει ἡ γνώμη μου σέ εἰδικά θέματα. Εἶμαι ἁπλῶς συγγραφεύς, καί ὅλοι γνωρίζουμε πώς αὐτός ὁ ὅρος περικλείει ὑποκειμενικότητα, διαίσθηση καί ἁπλή περιδιάβαση στόν χῶρο τῶν ἰδεῶν. Πάνω ἀπό ὅλα εἶμαι λάτρης τῆς Αἰγύπτου, στήν ὁποία ἐπιστρέφω μετά ἀπό πάμπολλους αἰῶνες μέ τήν νοσταλγία πού γυρνᾶ κάποιος στίς προγονικές μνῆμες. Ἐπιστρέφω ἐδῶ μέ τήν ἀπορία καί τήν παιδική περιέργεια - ἀφοῦ οἱ Ἕλληνες εἴμαστε διαρκῶς παιδιά, ὅπως εἶπε στόν Σόλωνα ὁ ἱερεύς τῆς Ἀρχαίας Αἰγύπτου - νά δῶ καί νά καταλάβω τήν δύναμη πού κρύβει μέσα του τό κοπτικό στοιχεῖο, τό αὐθεντικότερο στοιχεῖο τῆς χώρας, οἱ γνήσιοι ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Αἰγυπτίων.
Εἶναι γνωστοί οἱ δεσμοί πού ἑνώνουν τούς Κόπτες μέ τούς Ἕλληνες ἀπό τήν χρονιά πού ἔφθασε ἐδῶ ὁ Ἀλέξανδρος, γιά νά σεβασθεῖ καί νά υἱοθετήσει μία μακραίωνη παράδοση, ὥς τίς μέρες μας. Εἴκοσι τέσσερις αἰῶνες ἀδιάλειπτης ἐπικοινωνίας, αἰῶνες πού τά βλέμματα στρέφονται πάντα ἐδῶ, γιατί καί τά αἰγυπτιακά μάτια πρόθυμα ἀνταποκρίνονται στά καλέσματα. Καί ὅπως συμβαίνει σέ ὅλες τίς μακροχρόνιες καί βαθιές σχέσεις, ἡ οἰκειότητα περνᾶ ἀπό φάσεις, πότε καλές καί πότε δυσοίωνες, ὅπως συμβαίνει καί μέ τίς φάσεις τῆς σελήνης. Ὑπῆρξαν ἐποχές τέλειας συντροφικότητας με ἀδιάψευστη μαρτυρία τά ἑλληνικά γράμματα, πού συνθέτουν τό κοπτικό ἀλφάβητο, ἐποχές πού οἱ διανοούμενες τάξεις τῶν Αἰγυπτίων μιλοῦσαν ἑλληνικά. Εἶναι ἀδύνατον νά προφέρει κανείς τόν ὄρο «Πτολεμαϊκός» καί νά μήν ξεπηδήσει, μέ ὅλη τήν δύναμη τοῦ παρελθόντος, τό θαυμάσιο δίπτυχο τοῦ ἑλληνικοῦ καί αἰγυπτιακοῦ πνεύματος, ἡ σύνθεση τῶν δύο λαῶν πού δημιουργεῖ ἕναν τρίτο, τόν ἑλληνοαιγυπτιακο. Οἱ γενιές πού ἑνώθηκαν σέ ἐκείνους τούς αἰῶνες, ἔχουν ἀφήσει ἀκόμη τά σημάδια καί τίς φυλετικές καταβολές. Μέ τόν θάνατο τῆς περίφημης Κλεοπάτρας, αὐτῆς τῆς αἰγυπτιακῆς Ἑλληνίδας, δέν σβήνει ἡ συνύπαρξη τῶν δύο πολιτισμῶν, ἀντίθετα ὑποβόσκει σέ ὅλη τήν περίοδο τῆς ρωμαϊκῆς κατοχῆς, γιά νά ἀνατείλει ξανά, ἐνδυναμωμένη ἀπό ἕνα ἄλλο δυνατότερο στοιχεῖο: τόν Χριστιανισμό. Ἀδιάψευστη ἀκόμη μαρτυρία καί ἡ Ἀλεξάνδρεια, αὐτή ἡ ἑλληνιστική πόλη τοῦ μεγάλου ἀνδρός, ρίζωσε καί καρποφόρησε στά αἰγυπτιακά χώματα καί στέκεται ἀκόμη ἐκεῖ, κλείνοντας μέσα στήν ἀτμόσφαιρά της θρύλους καί σοφίες. Σάν ἀπό περίεργη σύμπτωση, ὁ τέταρτος πρό Χριστοῦ αἰώνας ἔφερε ἐδῶ τόν Ἀλέξανδρο καί ὁ τέταρτος μετά Χριστόν, τόν Χριστό.Τό θρησκευτικό στοιχεῖο ἀποδείχθηκε δυνατότερο.
Ὑπῆρξαν βέβαια καί ἐποχές σκοτεινές στίς σχέσεις Κοπτῶν καί Ἑλλήνων καί θά ἐθελοτυφλούσαμε, ἄν δέν τίς θυμόμασταν. Ἀκόμη ὅμως καί σέ αὐτόν τόν «μεσαίωνα» τῶν σχέσεων, ὑπῆρξε ἐκεῖνος ὁ φανατισμός τῆς ἀγάπης, ὅπως συμβαίνει στούς ἐρωτευμένους πού χωρίζουν ἀλλά διατηροῦν τήν μνήμη τοῦ ἔρωτος. Στήν περίπτωση πρόκειται γιά τόν ἔρωτα στόν Χριστό. Μακριά ἀπό τό μητροπολιτικό αἴσθημα, ἡ Κοπτική Ἐκκλησία διατηρεῖ στήν Ἀνατολή ὅλο τό σφρίγος καί τόν παλμό τοῦ Χριστιανισμοῦ. Καλοί οἱ Κόπτες μοναχοί, ἀπομονωμένοι, πεισματικά διαφυλάσσουν τήν πίστη τους, πού ἔγινε πλέον ἡ φυλετική τους ταυτότητα. Πεισματικά τοῦτος ὁ ἀνθεκτικός λαός γεννάει μεγάλο ἀριθμό ἀσκητῶν, μοναχῶν καί ἁγίων, πού καίγονται ἀπό πίστη, καρφωμένοι στήν ἔρημο.
Καί οἱ Ἕλληνες; Ἡ τύχη δέν ἦταν καί γι’ αὐτούς πάντα εὐνοϊκή. Στά τετρακόσια χρόνια τῆς τουρκικῆς κατοχῆς, αὐτό πού σώζει τήν ἑλληνική ἐθνικότητα εἶναι ὁ Χριστιανισμός. Μέ τό ἴδιο πεῖσμα καί αὐτός ὁ λαός διατηρεῖ τήν πίστη του, μαρτυρεῖ καί βασανίζεται, βγάζοντας ἀπό τά σπλάγχνα του ἡρωικούς κληρικούς, δασκάλους καί παπάδες συνάμα, πού κρυφά μαθαίνουν στά παιδιά τά γράμματα. Κοινός παρανομαστής καί στούς δύο λαούς, ἡ ἀγάπη γιά τόν Χριστό. Μιά ἀγάπη βαθειά ριζωμένη στίς ψυχές τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, πού παραμερίζουν δόγματα καί σοφιστεῖες. Στήν ἀνατολή καί στήν δύση, εἶναι ἰδιαιτέρως ἐμφανής - στίς δύσκολες ἐποχές - αὐτή ἡ πίστη. Στά δύο πιό σημαντικά σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα, ἐκεῖ πού ἀνατέλλει καί δύει ὁ ἥλιος, ὑπάρχουν δύο λαοί, ὀλιγάριθμοι μέν σέ σχέση μέ ἄλλους, ἀλλά ἀνθεκτικοί, πού πάντοτε κρατοῦν ἀναμμένους τούς λύχνους τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτή ἡ πίστη ἑνώνει μέ βαθιές, τόσο βαθιές ρίζες τούς δύο λαούς, ἀναπτύσσοντας ἔτσι μία σιωπηρή ἀλλά ἐπίμονη συμμαχία. Ὁ Ἕλληνας πού ἐπιστρέφει ἐδῶ πολλά ἔχει νά βρεῖ καί νά θυμηθεῖ.
Ὁ αἰσθαντικός Ἕλληνας θά γοητευθεῖ ἀπό τήν ἀτμόσφαιρα τῆς χώρας, ἀπό τίς πρωταρχικές ὀσμές της. Πουθενά δέν εἶναι τόσο ἔντονες οἱ μυρωδιές, ὅσο σέ αὐτόν τόν τόπο, πού μοιάζει σάν ἕνα τεράστιο μαγικό κάτοπτρο, πού ὅλα τά ἀποτυπώνει. Ὁ γνώστης τῆς ἱστορίας καί τῆς ἀρχαιολογίας θά ἀπομείνει ἔκθαμβος μπροστά στίς πολύχρωμες τοιχογραφίες, πού σφύζουν ἀπό τήν ζωή τῶν καθημερινῶν συμβάντων, μολονότι  στολίζουν νεκρικούς θαλάμους, ἀπό τίς ἀγέρωχες πυραμίδες, ἀπό τά πελώρια ἀγάλματα μέ τόν αὐστηρό νόμο τῆς μετωπικότητας.
Ὅμως ὁ μέσος, ἁπλός σύγχρονος Ἕλληνας θά νιώσει τώρα ἀγαπημένος φιλοξενούμενος ἀνάμεσα στούς συγγενικούς του Κόπτες. Πόσο ἔχουν ἀλλάξει τά πράγματα ἀπό τό 1961, πού ἐπισκέφτηκε τό Κάιρο ἕνας σπουδαῖος Ἕλληνας συγγραφεύς, ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς, πού γράφει γιά τή δυσπιστία τῶν Κοπτῶν ἀπέναντι στούς Ἕλληνες. Ἐμεῖς, καί στήν προηγούμενη ἐπίσκεψη τό 1989 καί τώρα, συναντήσαμε στούς Κόπτες βλέμματα ἴσια καί καθαρά, εἰλικρινῆ μαῦρα μάτια, ὅμοια μέ τῶν τοιχογραφιῶν τους, εὐγένεια καί ἄμεση ἀνταπόκριση. Συναντήσαμε μεγάλη δίψα γιά διάλογο, γιά θεολογικές συζητήσεις, καί δέν ξεχνοῦμε τίς ἐρωτήσεις τῶν νεαρῶν φοιτητῶν σχετικῶς μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, τήν θρησκευτικότητα τῶν Ἑλλήνων, τίς χριστιανικές ὀργανώσεις, τόν μοναχισμό καί τό Ἅγιον Ὅρος. Δέν ξεχνοῦμε ἐπίσης καί τό Κοπτικό Μουσεῖο στό Παλαιό Κάιρο, ὅπου μέ συγκινητική τρυφερότητα φυλάγει τά ἐκθέματά του, γλυπτά, τοιχογραφίες, εἰκόνες, ξυλόγλυπτα, ἐπιτύμβιες στῆλες, μεταλλοτεχνικά ἔργα, ἀγγειοπλαστική, κοπτικά χειρόγραφα ἀπό τόν Nag-Hammadi καί ὅλα, ὅσα ἀπαρτίζουν μία κιβωτό τῆς τέχνης. Κυρίως ὅμως δέν ξεχνοῦμε πώς ἡ ἑλληνική μας ἐθνικότητα μᾶς ἄνοιγε ὅλες τίς θύρες. Οἱ Κόπτες, πού ὅλα τά χρόνια μάζευαν ζηλοτύπως τά «προικιά τους», τά δείχνουν τώρα στόν Ἕλληνα μέ συγκίνηση.
Ὁ Ἕλληνας διαβάζει μέ συγκίνηση ἐπίσης στίς κοπτικές ἐκκλησίες τίς ἐπιγραφές μέ τό ἑλληνικό ἀλφάβητο: Θεοτόκος, Παναγία, Ἅγιος, Ἰησοῦς Χριστός. Ξεχωρίζει μέ συγκίνηση ἑλληνικές λέξεις μέσα στά κοπτικά λειτουργικά κείμενα: θεός, Ψυχή - σῶμα - Γάρ - Θεοφάνιος, καί τότε, γιά νά θυμηθοῦμε ἕναν στίχο τοῦ μεγάλου Ἕλληνα Ἀλεξανδρινοῦ ποιητῆ Καβάφη: «πῶς συγκινεῖται ὁ Γραικός Ἑλληνικά διαβάζοντας...»
 Στήν Αἴγυπτο, στήν χώρα, ὅπου αἰσθάνεται κανείς τήν πνοή τοῦ θεοῦ νά ἔρχεται ἀπό τά βάθη τῆς ἐρήμου, βρίσκουμε τούς ἀδελφικούς Κόπτες, μέ διάστικτο τό σχῆμα τοῦ σταυροῦ στό ἐσωτερικό τοῦ δεξιοῦ τους χεριοῦ, νά μᾶς περιμένουν, νά μᾶς μιλήσουν γιά τά θαύματα τῶν ἁγίων μέ πρωτοχριστιανική, ἀνόθευτη λαχτάρα, νά μᾶς δείξουν τίς ἐκκλησίες καί τόν μεγάλο ναό τους στό Κάιρο, νά ἀναφέρουν μέ συγκινητική περηφάνεια τήν προσπάθεια νά μεταφρασθοῦν τά Πατερικά κείμενα, νά ἀνοίξουν μέ ἀγάπη τίς θύρες τῶν μοναστηριῶν τῆς Νιτρίας. Μέ λόγια, μέ ἔργα, μέ ἔμμεσες ἀναφορές, μέ θλίψη καί μέ χαρά, μέ ὅλη τήν κλίμακα τῶν νοητικῶν καί συναισθηματικῶν ἀξιῶν, δηλώνουν πώς ποτέ δέν ἔφυγαν, ἦταν πάντοτε ἐκεῖ, περίμεναν τό «μεγάλο ραντεβού», ἴσως νά ἔγινε λάθος στόν τόπο καί τόν χρόνο, ἀλλά αὐτοί πάντα περίμεναν. Οἱ λόγοι πού μπερδεύτηκε ὁ χρόνος καί ὁ τόπος δέν ἦσαν θρησκευτικοί ἀλλά ἐθνικοί.
Ἡ ἰδέα καί ἡ ἀγάπη τῆς αἰωνιότητας πού ὑπῆρχε στούς ἀρχαίους Αἰγυπτίους, ζωντανεύει στούς γνήσιους ἀπογόνους τους, τούς Κόπτες. Ἀπό αὐτούς βγῆκαν οἱ μεγάλοι ἀναχωρητές πού λάμπρυναν τήν ἔρημο μέ τήν παρουσία τους. Ὁ τέταρτος αἰώνας μετά Χριστόν μᾶς παρουσιάζει ὀνόματα-ἀστέρια καί βίους περίλαμπρους μέσα στήν ἄσκηση, ὅπως διαβάζουμε στή «Λαυσαϊκή Ἱστορία» τοῦ Παλλαδίου (αὐτοῦ τοῦ Ἕλληνα πού ἐπισκέφθηκε τήν Αἴγυπτο τό 390 μ.Χ. καί ἔζησε στή Νιτρία ὡς μαθητής τοῦ Μακαρίου) καί στήν «Ἱστορία τῶν Μοναχῶν τῆς Αἰγύπτου» πού μετέφρασε ἀπό τά ἑλληνικά στά λατινικά ὁ Ρουφίνος τῆς Ἀκυληίας. Πρῶτα-πρῶτα ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ δαιμονομάχος. Ἀγράμματος ἀλλά φωτισμένος ἀπό θεϊκή λάμψη, κλείστηκε στόν τάφο, παλεύοντας μέ τά δαιμόνια. Ὁ Παῦλος ὁ Θηβαῖος, ὁ ταπεινός, πού ἀναζητώντας τήν ἀνωνυμία κλείστηκε στήν σπηλιά καί τήν ὕπαρξή του ἀποκάλυψε ὁ θεός μέσω τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου. Ὁ Παχώμιος, ὁ ἀσκητής πού συνάντησε τόν Ἄγγελο καί μέ τή φλογερή του πίστη ἵδρυσε τόν κοπτικό μοναχισμό. Ὁ Παῦλος ὁ ἁπλός, μαθητής τοῦ Ἀντωνίου, τό πρότυπο τῆς ὑπακοῆς. Ὁ ἑξηντάχρονος ἀγρότης πού ἐγκαταλείποντας τά ἐγκόσμια στάθηκε τρία μερόνυχτα ὄρθιος καί νηστικός ἔξω ἀπό τήν θύρα τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου, ἀποδεικνύοντας τήν ἐπιμονή καί τήν ἐπιθυμία του γιά τόν ἀσκητικό βίο καί τήν δύναμή του νά ἀντέξει τήν θλίψη τῆς ἐρήμου. Ὁ ἅγιος Σισώης, μαθητής ἐπίσης τοῦ μεγάλου Ἀντωνίου, πού ἔφτασε τήν ἀρετή τῆς ταπεινότητας στό κορύφωμά της. Ὁ Ἰωάννης ὁ Λυκοπολίτης ἀπό τό σημερινό Ἀσσιούτ, μέ τό μεγάλο χάρισμα τῆς προφητείας, πού ἔζησε πενήντα χρόνια σέ μία καλύβα ὁλομόναχος, τρεφόμενος μέ σπόρους καί νερό, ὅπως τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ. Ὁ Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, μέγας ἀσκητής, ὅπως τόν ἀναφέρει ὁ μαθητής του Σεραπίων, πού συνέγραψε τόν βίο τοῦ ἁγίου σέ κοπτική γλώσσα. Ὁ ἀναχωρητής πού δέν ἔκανε θαύματα μόνον γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ἀλλά θεράπευσε καί ἄγρια ζῶα. Ἀξίζει ἴσως νά ἀναφερθεῖ ἐδῶ τό θαυμάσιο αὐτό περιστατικό, ὅπως ἀναφέρεται στό βιβλίο: «Ἡ Ἱστορία τῶν μοναχῶν της Αἰγύπτου». Κάποια φορά ὁ ἀββάς Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος προσευχόταν στήν ἔρημο, στό σπήλαιό του. Ἐκεῖ κοντά, σέ ἕνα ἄλλο σπήλαιο ζοῦσε μία ὕαινα. Ὅπως ὁ ἅγιος προσευχόταν, τό ζῶο πῆγε στά πόδια του καί τόν χάιδευε. Μετά τόν ἔπιασε ἀπό τήν ἄκρη τοῦ χιτώνα του καί τόν τραβοῦσε  κατά τήν σπηλιά της, φέρνοντάς του τά μικρά της, πού εἶχαν γεννηθεῖ τυφλά. Ὁ ἅγιος προσευχήθηκε καί ἔπειτα τῆς ἔδωσε τά παιδιά της θεραπευμένα. Τότε ἐκείνη, γιά νά τόν εὐχαριστήσει, τοῦ ἔφερε ἕνα τεράστιο δέρμα ἀπό ἕνα μεγάλο κριάρι καί τό ἄφησε στά πόδια του. Ὁ ἅγιος τῆς χαμογέλασε, σάν νά εἶχε ἀπέναντί του ἕναν εὐαίσθητο ἄνθρωπο καί πῆρε τό δέρμα. Τό καταπληκτικό αὐτό περιστατικό, πού συνέβη στήν ἔρημο ἀνάμεσα στόν ἀσκητή καί στή μάνα ὕαινα, στόν ἅγιο ἄνθρωπο καί τό θηρίο ἀποδεικνύει τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ θεοῦ γιά ὅλα τά πλάσματά του, καί τήν βαθειά ἐπικοινωνία, πού ἐπιτυγχάνεται ὄχι μέ τήν γνώση, ἀλλά μέ τόν πόνο καί τήν διαίσθηση.
Ἀπό τίς «Ἱστορίες τῶν Μοναχῶν» τῆς Αἰγύπτου περνάει ὁ ἀββάς Ὤρ, ἀσκητής τῆς Θηβαΐδος, πνευματικός πατέρας χιλίων ἀδελφῶν, πού ζοῦσαν στά ἐρημητήρια, ὁ Ἄμμων, ἐπίσης τῆς Θηβαΐδος, πατέρας τριῶν χιλιάδων ἀδελφῶν, ὁ ἀββάς Βής πού μέ τήν πραότητά του ἔπειθε ἀκόμη καί τά θηρία, ὅπως ἱπποπόταμους καί κροκόδειλους, πού κατέστρεφαν τίς γεωργικές περιοχές, ὁ ἅγιος Θέων ἀπό τήν πόλη Ὀξύρυγχο, ὁ ὁποῖος μιλοῦσε ἑλληνικά, ρωμαϊκά καί αἰγυπτιακά. Ὁ Ἠλίας πού τά 70 ἀπό τά 100 χρόνια πού ἔζησε, τά πέρασε στήν τρομερή ἔρημό τῆς Θηβαΐδος, καρφωμένος σέ ἕνα σπήλαιο τοῦ βράχου σάν ἀετός. Ὁ Ἀπολλῶς, τῆς Θηβαΐδος ἐπίσης, πατέρας πνευματικός 500 ὡρίμων ἀνδρῶν, πού ἔθαψε τήν ἀλαζονεία του στήν ἄμμο κατά τήν θεϊκή προσταγή, θαυματουργοῦσε, θεράπευε στήν ἔρημο καί μέ τή δύναμη τῆς προσευχῆς τοῦ ἀκινητοποίησε ἕνα πλῆθος εἰδωλολατρῶν, πού μή μπορώντας πλέον νά προχωρήσουν, ψήνονταν στήν κάψα τῆς ἐρήμου ὅλη μέρα. Καί γιά νά γλυτώσουν, ἔστειλαν πρεσβεία στόν Ἀπολλώ, νά τούς σώσει ἀπό τό κακό. Ἐκεῖνος τότε προσευχήθηκε καί οἱ εἰδωλολάτρες ἔγιναν Χριστιανοί. Ὁ Ἀμμοῦν, πού ἀσκοῦσε τρομερή ἐπιρροή πάνω στά φίδια καί θεράπευε ἀπό τό δηλητήριό τους. Ὁ ἐρημίτης Κόπρης πού ἔσωζε τούς ἀνθρώπους ἀπό τά δαιμόνια. Σέ αὐτόν ὀφείλουμε τίς διηγήσεις γιά τόν Πατερμούθιο, τόν πρώην ληστή καί τυμβωρύχο, ὁ ὁποῖος ἐξαιτίας ἑνός φοβεροῦ ὀνείρου ἔγινε θερμός ἀσκητής τῆς ἐρήμου, ἀγρυπνοῦσε στό προσκεφάλι τῶν ἑτοιμοθάνατων καί φρόντιζε γιά τήν κηδεία τους, αὐτός πού μποροῦσε νά διαβαίνει τόν Νεῖλο χωρίς νά βρέχεται καί νά βρίσκεται στά δωμάτια ἐνῶ οἱ θύρες ἦταν κλειστές, γιά τόν Ἀββά Σοῦρο μέ τήν τρομερή δύναμη τῆς προσευχῆς, γιά τόν ἀββά Ἐλλή, πού μποροῦσε νά κρατάει τή φωτιά στόν κόρφο του καί πού τόν μετέφερε ὁ κροκόδειλος στήν πλάτη του γιά νά περάσει τόν ποταμό. Οἱ «Ἱστορίες τῶν Μοναχῶν» τῆς Αἰγύπτου ἀναφέρουν ἀκόμη τόν Ἀπελλῆ, τόν πρώην σιδηρουργό πού μέ πυρακτωμένο σίδερο ἔκαψε τό πρόσωπο τοῦ διαβόλου, ὅταν ἐκεῖνος τοῦ εἶχε παρουσιασθεῖ μέ τήν μορφή γυναίκας. Ἐδῶ βρίσκεται καί ὁ Ἰωάννης πού ἐπί τρία συνεχῆ χρόνια προσευχόταν ὄρθιος πάνω στόν βράχο. Ἀπό τήν ἀκινησία εἶχαν ἀνοίξει τά πόδια του καί ἔβγαζαν πύο, κι ἔτσι ἄρχισε ἡ ἀποσύνθεση. Τότε ἄγγελος Κυρίου τόν θεράπευσε. Ὁ Παφνούτιος ἐπίσης, πού μετά ἀπό πολλή ἄσκηση ζήτησε ἀπό τόν Θεό νά τοῦ ἀποκαλύψει μέ ποιόν ἀπό τούς μεγάλους ἁγίους ἔμοιαζε. Ὅταν ὁ θεός τοῦ ὑπέδειξε τρεῖς κατά σειρά ἀνθρώπους (ἕναν ἄνθρωπο πού ἔπαιζε φλογέρα, ἕναν προεστό χωριοῦ κι ἕναν ἀλεξανδρινό ἔμπορο) ὁ Παφνούτιος τούς συνάντησε καί ἀνακάλυψε ὅτι ἦταν κατώτερος τους. Ὁ Πιτυρίων, ἐπίσης τῆς Θηβαΐδος, μαθητής τοῦ Ἀντωνίου, ἔδιωχνε κι αὐτός τά δαιμόνια, ὁ Εὐλόγιος μέ τήν ψυχολογική διεισδυτικότητα, πού καταλάβαινε τήν ψυχική κατάσταση τῶν μοναχῶν, ὅταν πλησίαζαν στό θυσιαστήριο κι ἀναλόγως τούς ἐπέτρεπε ἤ ὄχι νά μετέχουν στά θεῖα μυστήρια, ὁ Ἰσίδωρος, πού μετέτρεψε τό μοναστήρι σέ μικρογραφία ἐπίγειας Ἐδέμ. Καί ἡ σειρά συνεχίζεται... ὁ Σεραπίων, ἡγούμενος δέκα χιλιάδων ἀνδρῶν, πού τά ἀγαθά τοῦ μοναστηρίου ἀπό τήν ἐργασία τῶν μοναχῶν μοιράζονταν στούς φτωχούς. Ὁ Ἀπολλώνιος πού μαρτύρησε ἀπό τούς εἰδωλολάτρες, ἀλλά σώθηκε τελικῶς ἀπό τόν Θεό, ὁ ὁποῖος ἔσβησε τήν φωτιά τῶν ἀπίστων μέ τήν βροχή. Αὐτός ὁ ἀσκητής βοήθησε πολλούς Χριστιανούς τόν καιρό τῶν διωγμῶν ἀπό τούς εἰδωλολάτρες. Ὁ Διόσκουρος τῆς Θηβαΐδος ἐπίσης, ὁ μοναχός πού συμβούλευε πῶς νά ἀποφεύγονται οἱ ἔνοχες ἐπιθυμίες τῆς σάρκας. Ὁ Δίδυμος τῆς Νιτρίας, μέ τίς γυμνές του πατοῦσες σκότωνε σκορπιούς καί φαρμακερά φίδια. Ὁ Ἀμούν, ὁ πρῶτος μοναχός, πού πῆγε στήν Νιτρία, θεράπευε ἀρρώστιες. Ὅταν πέθανε, ὁ Ἀντώνιος εἶδε τήν ψυχή του να τήν μεταφέρουν οἱ ἄγγελοι στόν οὐρανό. Ὁ ἄλλος Μακάριος ἐπίσης, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἵδρυσε μοναστήρι στή Σκήτη, τόπο ἐρημικότατο, πού ἀπεῖχε ἕνα μερόνυχτο ἀπό τήν Νιτρία.
Ἡ ἱστορία ὅμως τοῦ Μοναχισμοῦ στήν Αἴγυπτο κατά τόν τέταρτο αἰώνα μ. Χ. δέν περιορίζεται μόνον στό ἀνδρικό φύλο. Ἡ «Λαυσαΐκη Ἱστορία» τοῦ Παλλαδίου ἀναφέρει καί πολλές γυναῖκες ἐπώνυμες ἤ ἀνώνυμες πού ἀφιερώθηκαν στήν ἄσκηση. Ἐνδεικτικῶς  ἀναφέρουμε τήν Ἀλεξάνδρα, τήν παρθένα πού οἰκειοθελῶς κλείστηκε στό μνῆμα, γιατί ἄθελά της προκάλεσε ἔρωτα σέ κάποιον, ὁ ὁποῖος τρελάθηκε. Γιά μία παρθένα ἐπίσης, ἀνώνυμη, πού ἐνῶ παρέμεινε ἔξι χρόνια ἔγκλειστη, ὑπερηφανεύθηκε γιά τήν ἐγκράτειά της καί ξέπεσε, δεχόμενη νά κοιμηθεῖ μέ αὐτόν πού τήν ὑπηρετοῦσε. Γιά τή γυναίκα πού ὑποκρινόταν τήν «σαλή» ἐπιτυγχάνοντας τήν ἄκρα ταπείνωση, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ ἀββάς Πιτηρούμ ζήτησε νά τόν εὐλογήσει. Γιά τή Σιλβανία, τήν σοφή πού μελέτησε ὅλα σχεδόν τά συγγράμματα τῶν ἀρχαίων σχολιαστῶν, καί κυρίως γιά τήν Μελάνη, ἡ ὁποία ἀφήνοντας δόξες καί πλούτη, μπῆκε στό ὄρος τῆς Νιτρίας, κι ἔκτισε ἀργότερα μοναστήρι στά Ἱεροσόλυμα. Αὐτή ἔζησε μέ «ξενητεία» 37 χρόνια, βοηθώντας μέ τά πλούτη της μοναστήρια, ἐκκλησίες καί ἀναξιοπαθεῖς. Ὅλος αὐτός ὁ μακρύς καί ἴσως κουραστικός κατάλογος τῶν ἀναχωρητῶν, σκοπό εἶχε νά ἀποδείξει τό χριστιανικό πεῖσμα, πού ἐκδηλώθηκε στούς προγόνους καί κληροδοτήθηκε στούς ἀπογόνους, τό ἴδιο πεῖσμα πού ὑπάρχει καί σήμερα, ἐναρμονισμένο ὅμως μέ τίς ἀνάγκες καί τούς ρυθμούς τοῦ σημερινοῦ καιροῦ. Μνημονεύσαμε ὅλους αὐτούς τούς δυνατούς ἀσκητές, γιατί μονάχα μέ τήν μνήμη ζωντανεύουμε τούς νεκρούς. Ἴσως δέν θά ἔπρεπε νά ποῦμε πώς ὁ κατάλογος εἶναι κουραστικός, γιατί ἐκεῖνοι δέν κουράστηκαν ποτέ σέ συνθῆκες δυσοίωνες, νά ἀγωνίζονται καί νά μαρτυροῦν. Θά ἔπρεπε ὅμως νά θυμηθοῦμε καί ὅλους τούς ἀνώνυμους μοναχούς, τούς πνευματικούς ἀθλητές πού τό ὄνομά τους κρύβεται κάτω ἀπό τήν ἅγια ἀνωνυμία, αὐτούς πού ἔζησαν καί πέθαναν στήν ἔρημο μέ μυστικότητα, ἔτσι ὅπως πεθαίνουν τά πουλιά. Αὐτοί ὅλοι εἶναι οἱ πατέρες τῶν σημερινῶν Κοπτῶν, πού μέσα ἀπό τήν δυνατή χριστιανική τους πίστη στρέφουν τά μάτια τους στήν Ἑλλάδα, σέ χώρα συγγενική και ἀδερφική. Ἔρχονται στόν τόπο μας νέα προικισμένα παιδιά, σπουδάζουν τά θεολογικά γράμματα καί μαθαίνουν, πολλές φορές ἀπταίστως, τήν ἑλληνική γλώσσα, γλώσσα οἰκεία γι’ αὐτούς ἀπό τούς χρόνους τῆς κοινῆς συνύπαρξης, ἀπό τό ἑλληνικό ἀλφάβητο, πού ἀπετέλεσε τήν βάση τῆς κοπτικῆς γραφῆς.
Τό ἑλληνικό χριστιανικό πεῖσμα ὅμως εἶναι παρόμοιο μέ τό κοπτικό, καί ἀποδεικνύεται κυρίως σέ καιρούς σκληρούς καί σέ ἐποχές μαῦρες. Ἀπό τόν ἑλληνικό χῶρο θά διαλέξω μόνον μερικά ὀνόματα. Δέν θά ἀναφερθῶ στόν πολύ μακρύ κατάλογο ἡρώων καί λογίων, οἱ ὁποῖοι βοήθησαν τό Γένος στίς δύσκολες στιγμές. Δέν θά μνημονεύσω τούς τρεῖς Μεγάλους Καππαδόκες (Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο Ναζιανζηνό καί Γρηγόριο Νύσσης) οὔτε τόν Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, θά περιορισθῶ σέ καλόγερους - ἀγωνιστές πού ἔζησαν καί ἔδρασαν στούς σκοτεινούς καιρούς τῆς Τουρκοκρατίας, καί πού ὁ μαρτυρικός τους θάνατος προκαλεῖ καί σήμερα ρίγη συγκινήσεως. Θα ποῦμε γιά τήν χριστιανική τους πίστη, πού τούς ὕψωσε σέ ἥρωες τοῦ Γένους.
Διονύσιος, ὁ φιλόσοφος ἤ λεγόμενος «Σκυλόσοφος» (1541-1611), ἐπαναστάτης δεσπότης. Εἶχε σπουδάσει στήν Ἰταλία φιλοσοφία, φιλολογία καί ἰατρική. Ἔγινε μητροπολίτης Λαρίσης. Τό 1611
σέ ἡλικία 70 ἐτῶν κηρύσσει ἐπανάσταση ἐναντίον τῶν Τούρκων. Ἐλπίζει ὅτι τό Γένος θά ἐλευθερωθεῖ. Δυστυχῶς ὅμως, Ἑβραῖοι τόν συνέλαβαν καί τόν παρέδωσαν στόν Τοῦρκο πασά. Τό τέλος του ἦταν μαρτυρικό. Τόν ἔγδαραν ζωντανό οἱ Τοῦρκοι, γέμισαν τό δέρμα του μέ πίτουρα καί τό ἔστειλαν «πεσκέσι» στόν Σουλτάνο.
Σεραφείμ (1551-1601), ἐπίσκοπος Φαναρίου Καρδίτσης. Σπούδασε στά Βραγγιανά, στή σχολή τῶν Ἀγράφων. Ἦταν εὐφυής καί φιλομαθής. Ὑπῆρξε μοναχός στό περίφημο μοναστήρι τῆς Θεοτόκου (Κορώνα Καρδίτσας). Οἱ Τοῦρκοι νομίζοντας πώς ἔλαβε μέρος στήν ἐπανάσταση τοῦ Διονυσίου τοῦ φιλοσόφου στήν Θεσσαλία, τόν θανάτωσαν μέ φριχτά μαρτύρια. Ὁ Σεραφείμ ἦταν γιά τό πνευματικό του ποίμνιο, ἕνας καλός πατέρας. Προστάτευε τούς Χριστιανούς καί προσπαθοῦσε νά ἐμποδίζει τίς τουρκικές αὐθαιρεσίες. Ὅταν τόν ἔπιασαν οἱ Τοῦρκοι, τόν πρόσταζαν νά ἀλλαξοπιστήσει, γιά νά τοῦ χαρίσουν τήν ζωή. Ἐκεῖνος ὅμως παρέμενε ἀκλόνητος καί ἀμετάπειστος. Οἱ Τοῦρκοι βλέποντας τήν ἄρνησή του, τόν σούβλισαν. Τό σῶμα του τό πέταξαν ἀκέφαλο, κι ἔμεινε ἄταφο πολλές ἡμέρες. Τό κεφάλι τοῦ ἁγίου βρέθηκε τελικῶς ἀπό ψαράδες τοῦ ποταμοῦ, καί σήμερα φυλάγεται στή λειψανοθήκη τῆς Μονῆς Κορώνης, στό μοναστήρι δηλαδή, ὅπου εἶχε ὑπηρετήσει.
Κύριλλος Λούκαρις (1572-1638), ὁ ὁποῖος ἀποκαλεῖται καί «ὁ Μωυσῆς τῆς Ὀρθοδοξίας». Νεώτατος, μόλις 29 χρονῶν, γίνεται Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας. Ὁ Λούκαρις εἶχε νά πολεμήσει μέ τέσσερις κατηγορίες ἐχθρῶν. Μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, μέ τούς Προτεστάντες, μέ τούς Τούρκους καί μέ τούς ἐσωτερικούς προδότες κληρικούς, πού μοναδικός τους στόχος ἦταν ἡ ἐξουσία. Ὁ Κύριλλος Λούκαρις εἶναι κυρίως ἐχθρός τῆς ἀμάθειας, θεωρώντας ὅτι ὅλα τά δεινά τοῦ τόπου προέρχονται ἀπό τήν ἀγραμματοσύνη. Ἔτσι ἐκπαιδεύει κλῆρο καί λαό. Κατηγορεῖται ἀπό τούς Τούρκους ὅτι ἑτοιμάζει «κίνημα» τῶν Ἑλλήνων. Τόν συλλαμβάνουν, τόν φυλακίζουν καί οἱ γενίτσαροι τόν μεταφέρουν μέ βάρκα στήν ἀκτή τῆς Προποντίδος. Ἐκεῖ θά τόν κρεμάσουν καί θά πετάξουν τό σῶμα του στήν θάλασσα. Ψαράδες τό ἀναζήτησαν καί τό βρῆκαν. Ἔτσι ἔθαψαν τό ἅγιο σῶμα στό νησάκι τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου.
Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός (1714-1779), ὁ περίφημος Πατροκοσμᾶς. Ἡ καταγωγή του ἀπό τόν νομό Αἰτωλοακαρνανίας. Ἀπό μικρός δουλεύει στά χωράφια, ὅπως ὅλα τά παιδιά τῆς ὑπαίθρου ἐκείνη τήν ἐποχή καί βοηθάει τόν πατέρα του στό ἐπάγγελμα τοῦ ἀνυφαντῆ. Φιλομαθής καί μέ δίψα γιά γράμματα, πηγαίνει στήν περίφημη Ἀθωνιάδα Σχολή τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ὅπου δάσκαλοί του ἦταν ἐξέχουσες φυσιογνωμίες τῆς ἐποχῆς. Μετά τό τέλος τῶν σπουδῶν του, γίνεται μοναχός στήν ἱερά Μονή Φιλόθεου στό Ἅγιον Ὅρος καί χειροτονεῖται ἱερέας. Βγαίνει ὅμως ἀπό τό Ὅρος, γιατί νιώθει πώς ὁ βασανισμένος λαός ἔχει ἀνάγκη, καί ἐφοδιασμένος μέ ἄδεια ὡς ἐπίσημος ἱεροκήρυκας τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου, ἀρχίζει τίς περιοδεῖες του. Εἴκοσι σχεδόν χρόνια περιοδεύει σέ ὁλόκληρο τόν ἑλληνικό χῶρο καί φθάνει ὥς τήν Βόρειο Ἤπειρο κηρύττοντας καί ἐμψυχώνοντας τούς Χριστιανούς. Μολονότι ὁ ἴδιος σπουδασμένος, ἡ ὁμιλία του ἦταν ἁπλή ἀλλά γεμάτη σοφία, γιά νά τόν καταλαβαίνει ὁ λαός. Ὁ Πατροκοσμᾶς ἔγραψε λίγες ἐπιστολές συμβουλευτικοῦ χαρακτήρα, γιά τήν τόνωση τοῦ ἐθνικοῦ καί θρησκευτικοῦ συναισθήματος. Καταλαβαίνοντας τήν ἀνάγκη τῆς μάθησης γιά τό ὑπόδουλο Γένος, ἔλεγε: «Ἀδελφοί μου, πρέπει νά σπουδάζετε τά παιδιά σας, γιά νά μαθαίνουν καλά τά ἑλληνικά γράμματα. Ἕξ ἄλλου, ἀδελφοί, τό γένος μας εἶναι ἑλληνικό. Οἱ προγονοί μας, οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ἤκμασαν εἰς σοφίαν τόσο, πού οἱ ἄλλοι λαοί μαθαίνουν ἑλληνικά γράμματα, γιά νά μποροῦν νά κατανοοῦν τά ἀρχαία ἑλληνικά συγγράμματα, διότι ἀποτελοῦν λαμπερά φανάρια γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Κι ὅταν οἱ ξενόφυλοι κοπιάζουν νά μαθαίνουν τά ἑλληνικά γράμματα καί ὁμιλοῦν τήν ἑλληνική γλώσσα, πῶς μποροῦμε νά δικαιολογηθοῦμε ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες;»
Ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἵδρυσε πολλά σχολεῖα, ἀπό ὅπου περνοῦσε καί ἔλεγε: «Καλλίτερον, ἀδελφέ μου, νά ἔχεις ἑλληνικόν σχολεῖον εἰς τήν χώραν σου, παρά νά ἔχεις βρύσες καί ποτάμια...».
Αὐτός ὁ φλογερός πατριώτης καί ἱεροκήρυκας, ὁ Πατροκοσμᾶς εἶχε μαρτυρικό θάνατο. Οἱ Ἑβραῖοι τόν συκοφαντοῦν στόν Κούρτ πασά τοῦ Μπερατιοῦ καί τοῦ δίνουν 20.000 γρόσια, γιά νά σκοτώσει τόν Κοσμᾶ. Τόν ἔδεσαν ἀπό ἕνα δένδρο καί τόν ἔπνιξαν μέ σχοινί. Ἔπειτα πέταξαν τό κορμί του στόν Ἄψο ποταμόν, δένοντας τό μέ μία μεγάλη πέτρα. Τή νύχτα ὅμως ἕνας πιστός χριστιανός βλέπει τό πτῶμα, πού ἔπλεε στήν ἐπιφάνεια τοῦ ποταμοῦ. Τό πῆρε καί τό ἔθαψε στό χωριό Κολικόντασι στήν Βόρειο Ἤπειρο.
Σαμουήλ (; -1803). Ὁ ἡρωικός καλόγερος, μαθητής τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Αὐτός τόν ἔστειλε στήν περιοχή τοῦ Σουλίου, γιά νά ἐμψυχώσει τούς κατοίκους νά μήν ἀλλαξοπιστήσουν. Καί ὁ Σαμουήλ φώναζε στούς Σουλιῶτες: «ἀδελφοί μετανοεῖτε, πλησιάζει ἡ τελευταία κρίση». Ὁ καλόγερος δέν περιορίσθηκε μόνον στά θρησκευτικά του καθήκοντα, ἀλλά ἔλαβε μέρος καί στούς ἀγῶνες τῶν Σουλιωτῶν ἐναντίον τῶν Τούρκων. Ἡ τελευταία πράξη του ὑπῆρξε μεγαλειώδης: ὅταν κατάλαβε πώς ἡ ἄμυνά τους δέν ἄντεχε, κλείστηκε μέ τούς συντρόφους του στό ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Οἱ Τουρκαλβανοί τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ τούς περικύκλωσαν. Τότε ὁ Σαμουήλ ἔβαλε φωτιά στό μπαρούτι καί ἀνατινάχτηκαν. Μαζί τους σκοτώθηκαν καί ἑκατοντάδες Τουρκαλβανοί. Ἡ θυσία τοῦ καλόγερου Σαμουήλ στό Κούγκι τοῦ Σουλίου παραμένει στήν μνήμη μας.
Ἀνάλογη μέ τήν θυσία τοῦ Σαμουήλ στό Σούλι, εἶναι καί τό ὁλοκαύτωμα στό Ἀρκάδι 1 Κρήτης τό 1866. Ὁ ἐθνομάρτυρας ἡγούμενος τῆς μονῆς Γαβριήλ βοηθοῦσε τούς ἐπαναστάτες Κρῆτες νά ἑνωθοῦν μέ τήν Ἑλλάδα. Ὁ Τοῦρκος πασάς τόν ἀπειλεῖ νά σταματήσει τήν ἐπαναστατική του δραστηριότητα, ἀλλά ὁ γενναῖος κληρικός ἀπαντᾶ: «ὁ ὅρκος καί τό σύνθημά μας εἶναι ἡ ἕνωσις τῆς Κρήτης μετά τῆς Ἑλλάδος ἤ ὁ θάνατος, καί πλέον τούτου δέν θέλομεν ν’ ἀκούσωμεν τίποτε ἄλλο». Τότε ἡ μονή Ἀρκαδίου πολιορκεῖται ἀπό εἴκοσι δύο χιλιάδες Τούρκους στρατιῶτες μέ ὁπλισμό καί πυροβόλα. Μέσα στή μονή πολεμιστές καί μοναχοί μάχονται γενναίως. Ἡ τελευταία λειτουργία στό Ἀρκάδι εἶναι πολύ συγκινητική μέ τούς Ἕλληνες νά μεταλαμβάνουν καί τόν ἡγούμενο Γαβριήλ νά τούς ἐνθαρρύνει. Τελικῶς οἱ πολιορκημένοι ἔβαλαν οἱ ἴδιοι φωτιά προτιμώντας τόν θάνατο ἀπό τήν ἀτιμωτική παράδοση στά χέρια τῶν Τούρκων.
Ἡ εὐγενική μορφή τοῦ Πατριάρχη Γρηγορίου τοῦ Ε (1741 - 1821) καί ὁ μαρτυρικός του θάνατος τό 1821, τό μεγάλο ἔτος δηλαδή πού ἀρχίζει ἡ ἑλληνική ἐπανάσταση, σφραγίζει μία ἀπό τίς ἐνδοξότερες σελίδες τῆς ἱστορίας. Γιός φτωχῶν γονιῶν ἀπό τήν Δημητσάνα, μέ τρομερή δίψα γιά μάθηση, σπουδάζει στήν σχολή τοῦ τόπου του, στήν Ἀθήνα καί Σμύρνη. Μελετᾶ ἀρχαίους συγγραφεῖς καί συγγράμματα Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκλέγεται Οἰκουμενικός Πατριάρχης, βοηθᾶ τό ὑπόδουλο Γένος, ἱδρύει ἑλληνικό τυπογραφεῖο, ἀνοικοδομεῖ ἐκκλησίες καί ἀφήνει τά περιουσιακά του στοιχεῖα στό Πτωχοκομεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί σέ ἄπορους μοναχούς. Κατηγορήθηκε ἀπό τούς Τούρκους ὅτι γνώριζε τίς προετοιμασίες τῆς ἑλληνικῆς ἐπανάστασης. Στήν τελευταία του λειτουργία μνημονεύει ὅλους τούς Ἕλληνες, πού εἶχαν σφαγιασθεῖ  ἐκεῖνες τίς μέρες. Ὁ Γρηγόριος ὁ Ε συλλαμβάνεται, φυλακίζεται καί βασανίζεται ἀνηλεῶς. Μετά ὁδηγεῖται στό Πατριαρχεῖο, ὅπου  ὄχλος Τούρκων καί Ἑβραίων οὐρλιάζει. Στήν Πύλη τοῦ Πατριαρχείου ἀπαγχονίζεται. Τό λείψανο καί τά κουρελιασμένα του ράσα ποδοπατοῦνται ἀπό  Ἑβραίους  καί Τούρκους. Τόν πυροβολοῦν ἀκόμη καί νεκρό!
Ἄλλος κληρικός - ἀγωνιστής, (γιά νά κλείσουμε τόν κατάλογο), εἶναι ὁ περίφημος Γρηγόριος Δίκαιος, ὁ Παπαφλέσσας. Σπούδασε στή σχολή τῆς Δημητσάνας καί ἐκάρη μοναχός στή Μονή Βαλανιδιᾶς Καλαμάτας. Ὁ Παπαφλέσσας, ἡρωικός καί παράφορος, ἀπό ἀρχιμανδρίτης γίνεται πολεμιστής. Ξεσήκωνε χωρικούς νά πολεμήσουν καί μαζί μέ ἄλλους ὕψωσαν τήν σημαία τῆς ἐπανάστασης στίς 23 Μαρτίου 1821 μέ τήν κατάληψη τῆς Καλαμάτας. Ὁ Παπαφλέσσας ἀνέκοψε τήν πορεία τοῦ Ἰμπραήμ στό Μανιάκι δίνοντας τό σύνθημα γιά μία ἄνιση ἀλλά γενναία μάχη, κατά τήν ὁποία σκοτώθηκε.
Αὐτός ὁ κατάλογος, ὁ περιορισμένος μόνον στούς ἀγωνιστές κληρικούς (καί πλῆθος ἄλλοι ἐπώνυμοι καί ἀνώνυμοι ὑπάρχουν), ἔχει σκοπό νά ἀποδείξει τό μεγάλο πεῖσμα τῶν Ἑλλήνων γιά τήν χριστιανική τους πίστη, πού τήν ταυτίζουν μέ τήν ἐθνική τους συνείδηση.
Σήμερα ἀκόμη στο Κάιρο βρίσκεται μία μικρή ἐκκλησία, ἀφιερωμένη σέ ἕναν μεγάλο ἅγιο. Ἐννοοῦμε τόν ἀββά Φρεέζ, τόν γνωστό μας πλέον ἅγιο Ρουές. Θέλω νά μιλήσω γι’ αὐτόν, ὄχι μόνον γιατί βαθύτατα μέ συγκινεῖ, ἀλλά κυρίως γιατί εἶναι τό ἀντιπροσωπευτικότερο παράδειγμα τοῦ κοπτικοῦ πείσματος. Τῆς κοπτικῆς ἀντοχῆς. Ἀπό τόν μακρύ κατάλογο καί τῶν δύο λαῶν εἴδαμε νά παρελαύνουν ἀσκητές καί μοναχοί, πού δροῦσαν ἀνάλογα μέ τίς ἀπαιτήσεις τῶν ἐποχῶν. Ἄλλοτε στήν ἔρημο φαγωμένοι ἀπό τό ὅραμα τῆς πίστης τους, κι ἄλλοτε στήν ἐπανάσταση καί στίς μάχες. Ὁ ἅγιος Ρουές ὅμως εἶχε δυό διαφορετικά γνωρίσματα. Τό πρῶτο ἦταν πώς ποτέ δέν θέλησε καί δέν εἶχε κανένα ἱερατικό ἀξίωμα. Δέν ἦταν οὔτε ἱερέας οὔτε διάκονος, ἀκόμη οὔτε ἀναγνώστης, ὅπως ἀναφέρεται. Ἕνας φτωχός καμηλιέρης ἦταν, κινημένος ἀπό τόν ἐρωτά του γιά τόν θεό. Τό δεύτερο χαρακτηριστικό του ἦταν πώς δέν φοβήθηκε ποτέ τήν συνάφειά του μέ τόν κόσμο. Βρισκόταν πάντα μέσα στήν δίνη τῆς ἀνθρώπινης καθημερινότητας. Εἶναι γνωστός ὁ φόβος τῶν μοναχῶν γιά τόν κόσμο, ὅπου ἀναφύονται χιλιάδες πειρασμοί. Εἴδαμε πῶς οἱ πατέρες ἐξαφανίζονταν βαθειά στήν ἔρημο ἤ πῶς γίνονταν στρατιῶτες γιά τόν Χριστό καί τό ἔθνος. Ὁ ἅγιος Ρουές βρισκόταν καθημερινῶς κοντά στόν ἁπλό ἄνθρωπο, κηρύττοντας τά λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι γίνεται τό πρότυπο ἑνός πιό συγχρόνου ἁγίου, γιατί ὁ σημερινός ἄνθρωπος, σέ ὅλα τά πλάτη καί τά μήκη τῆς γῆς, ἔχει ἀνάγκη ἀπό τήν παρουσία ἁγνῶν καί φωτισμένων ἀτόμων νά τόν καθοδηγεῖ.
Ὁ αἰώνας βεβαίως, ὅπου ἔζησε ὁ φτωχός καμηλιέρης ἦταν ἰδιαίτερα σκληρός γιά τήν Αἴγυπτο. Ἡ χώρα βρισκόταν ὑπό τήν κατοχή τῶν Μαμελούκων, πού ἐκμεταλλευόμενοι τίς ἔριδες τῶν διαδόχων τοῦ περίφημου Σαλαδίνου, πῆραν τήν ἐξουσία στά χέρια τους καί κυριάρχησαν ἀπό τό 1251-1517. Διωγμοί Χριστιανῶν, βασανιστήρια καί βίαιοι ἐξισλαμισμοί ἀπειλοῦσαν τούς πιστούς.
Ἡ ἐποχή ἀπαιτοῦσε τήν παρουσία ἑνός ἁγίου. Ὄχι πλέον στήν ἔρημο, ἀλλά στίς πόλεις, στά φτωχά χωριά, στά δρομάκια τοῦ Καΐρου. Ὁ ἅγιος Ρουές ἐπωμίσθηκε αὐτό τό βάρος. Γιά χρόνια ὁδοιπορεῖ σέ ὅλη τήν Αἴγυπτο κηρύττοντας καί ἐμψυχώνοντας τούς Χριστιανούς. Γίνεται ὁ ἴδιος ἕνα ζωντανό, μετακινούμενο παράδειγμα. Τήν παλιά συνήθεια τῶν ἀναχωρητῶν νά κρύβουν τό ὄνομά τους, ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης τους ταπεινότητας, τήν συναντᾶμε καί στόν φτωχό ἅγιο, πού διαγράφει τό ὄνομά του καί παίρνει τό ὄνομα τῆς καμήλας του: Ρουές. Οἱ δαίμονες τῆς ἐρήμου, αὐτοί πού τυράννησαν τούς ἀσκητές, ἔρχονται τώρα στίς πόλεις καί μεταμφιέζονται σέ ἀνθρώπους κακόβουλους καί ἀντίχριστους. Βασανίζουν καί δέρνουν τόν ἅγιο. Πολλές φορές τό λιπόσαρκο σῶμα του ἔμοιαζε μέ νεκρό ἀπό τά μαρτύρια. Αὐτός ὁ κοπτικός ἅγιος, πού θά πρέπει νά γίνει γνωστός καί στόν ὑπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, μᾶς διδάσκει τήν ἁπλότητα πού πρέπει νά ἔχει ἡ χριστιανική ψυχή, μακριά ἀπό σοφιστεῖες, δόγματα καί ἀξιώματα. Μᾶς διδάσκει κυρίως τήν ἀνάγκη πού ἔχει ἡ ἀνθρώπινη ψυχή νά καθοδηγεῖται ἀπό ἔνθεα ἄτομα.
Τελειώνοντας θά ἤθελα νά συνοψίσω τά κυριώτερα κοινά στοιχεῖα ἀνάμεσα σέ Κόπτες καί Ἕλληνες. Πρῶτα-πρῶτα, καί οἱ δύο εἶναι γνήσιοι ἀπόγονοι μεγάλων πολιτισμῶν, πού δίδαξαν καί φώτισαν τήν ἀνθρωπότητα.
Δεύτερον, ἡ κοινή κληρονομιά, προϊόν τῆς συγχώνευσης κατά τούς πτολεμαϊκούς χρόνους. Καί τρίτον, ἡ χριστιανική Ὀρθοδοξία, πού ἐνδυναμώνει ἀκόμη περισσότερο τό φυλετικό πεῖσμα καί τήν φυλετική ἀντοχή αὐτῶν τῶν λαῶν. Αὐτά τά στοιχεῖα, πότε ὁρατά καί πότε ἀόρατα ἀλλά πάντοτε ὑπαρκτά, καλλιεργοῦν καί ἀναπτύσσουν μία συμμαχία ἀνάμεσα στούς δύο λαούς, σιωπηρή μέν, ἀλλά συμμαχία.


 Σημείωση 1. Ἀναφέρεται πώς στό Ἀρκάδι πολέμησαν καί Κόπτες, ἐξαναγκασμένοι ἀπό τούς Τούρκους. Ὅμως δέν σήκωσαν ὅπλο κατά τῶν χριστιανῶν Ἑλλήνων, καί ἀπόδειξη εἶναι οἱ πάμπολλες σφαῖρες πού βρέθηκαν πεταμένες και ἀχρησιμοποίητες. Πρός τιμήν τῶν Κοπτῶν  ὑπάρχει σήμερα στό Ρέθυμνο τῆς Κρήτης κοπτική ἐκκλησία.

Τό κείμενο διαβάστηκε στό κοπτοορθόδοξο κέντρο πατερικῶν μελετῶν τοῦ Καϊρου τό 1990
Δημοσιεύθηκε στό περιοδικό «Παράδοση» τεῦχος 2//6 Ἰούνιος 1993 και περιλαμβάνεται στο Ποικιλόγραφο Βιβλίο, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2016.



Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Ελένης Λαδιά: Τό θαῦμα τοῦ ἔρωτα καί τῶν λέξεων - Σκέψεις γιά τήν ποιητική συλλογή «Μυστήριο» τοῦ Κώστα Ε. Τσιρόπουλου

Η πρωτοτυπία τόσο στήν σύλληψη, ὅσο καί στήν λεκτική της ἐπένδυση, τήν ποιητική γλώσσα, εἶναι δεδομένη σέ αὐτή τήν συλλογή. Ὁ ποιητής διαχωρίζει σχηματικά τό βιβλίο σέ τρία μέρη μέ ἰδιαίτερους ὑπότιτλους, προσπαθώντας νά ταξινομήσει τά νοητικά ἐπιτεύγματα, ξέροντας βέβαια ἐκ τῶν προτέρων πώς κάθε ταξινόμηση ἤ διαχωρισμός δέν εἶναι παρά μία προσωπική ὀπτική γιά τό Μυστήριο πού μᾶς περιβάλλει. Οἱ τρεῖς μεγάλες ἑνότητες τοῦ βιβλίου φέρουν τούς ὑπότιτλους λέξεις: ΦΩΣ, ΗΜΙΦΩΣ, ΓΝΟΦΟΣ. Ἡ θεματολογία τοῦ βιβλίου ὁ ἔρως, ὁ κοσμογονικός ἔρως, ὁ ὀντολογικός, ἔτσι ὅπως τόν συνέλαβε ἡ ὀρφική θεολογία, ἡ πνοή γιά τήν δημιουργία τοῦ σύμπαντος, τό βιβλικό πνεῦμα τοῦ θεοῦ πού «ἐφέρετο ἐπί τῆς ἐπιφανείας τῶν ὑδάτων», ὁ ἔρως, ρίζα τῆς κάθε μυστικῆς σοφίας, ἑρμηνευτική ἀπόπειρα τοῦ μυστηρίου, πρώτη Ἀρχή.
Τά δεκαεπτά ποιήματα τοῦ πρώτου μέρους μέ τόν ὑπότιτλο «Φῶς», ἀναφέρονται σέ δεκαεπτά μεγάλους ἐρωτικούς, καταξιωμένες ἐπιλογές ἀλλά καί προσωπικές ἀγάπες τοῦ ποιητῆ. Τά ὀνόματα αὐτῶν τῶν μεγάλων ἐρωτικῶν εἶναι συνάμα καί ὁ τίτλος τοῦ κάθε ποιήματος. Στά δεκαεπτά ὀνόματα ὑπάρχει καί τό Δημοτικό τραγούδι, ἡ μόνο ἀπρόσωπη μαρτυρία ἀνάμεσα στίς ἐξέχουσες ἀτομικότητες, ἀλλά καί ἡ συμπύκνωση τῆς συλλογικῆς μνήμης καί αἴσθησης. Τά ποιήματα τοῦ Τσιρόπουλου γιά τίς μεγάλες αὐτές φυσιογνωμίες ἀποκαλύπτουν τήν πεμπτουσία τοῦ φιλοσοφικοῦ τους στοχασμοῦ, τήν ἰδιαίτερη προσέγγιση τοῦ καθενός πρός τό σύμπαν μυστήριο ἀλλά καί τήν λεκτική τους ἑρμηνεία ἤ ἀπόπειρα ἑρμηνείας νά ὀνοματίσουν τήν κινητήριο δύναμη τῆς δημιουργίας.

Ἔτσι στό πρῶτο μέρος τῆς συλλογῆς ὑπάρχουν θεματολογικά πολλές καί διάφορες ὀπτικές, τελικῶς ὅ,τι καλύτερο ἔδωσε ἡ ἀνθρωπότητα μέχρι τώρα στήν περιοχή τοῦ στοχασμοῦ. Καί συνάμα δεικνύονται οἱ σφραγῖδες τῆς δωρεᾶς πού φέρουν αὐτοί οἱ μεγάλοι ἐρωτικοί τοῦ σύμπαντος. Ἀνάμεσα στά δεκαεπτά ποιήματα τῆς πρώτης ἑνότητας, μέ τόν ὑπότιτλο, ὡς ἀναφέραμε, «Φῶς», βρίσκονται οἱ τρεῖς Ὕμνοι, φωνή βαθειά τοῦ ποιητῆ, δοξολογία χαρμολύπης, πού οἱ λέξεις τους βαριές σέ νόημα καί στιλπνές σάν μάρμαρο χαράζουν τούς ὁριακούς σταθμούς τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, τῆς ἑλληνικῆς γιατί ἡ πρωταρχική σκέψη εἶναι ἑλληνική. Στόν τρίτο ὕμνο ἐνυπάρχει καί τό στοιχεῖο τῆς προφητείας, πού ἐμπεδώνεται καί συμπληρώνεται καί ἀπό τά λόγια τοῦ Ἰωάννου τῆς Ἀποκαλύψεως, λόγια πού ἀναφέρονται στήν κατάλυση, δέν θά ἔλεγα τοῦ κακοῦ ἤ τοῦ σκότους, γιατί οἱ λέξεις ἐγκυμονοῦν κινδύνους παρερμηνείας στήν ὅποια κατάλυση ἐκείνου τοῦ στοιχείου πού ἐμποδίζει τήν νέα ὅραση, τήν καθαρή ὅραση. «Καί ὄψονται τό πρόσωπον αὐτοῦ».
Τό πρόσωπο αὐτοῦ, τοῦ θεοῦ, τοῦ σύμπαντος, τοῦ μυστηρίου; Δέν ἔχει τόση σημασία ἡ ὀνοματολογία, ὅσο ἡ οὐσία. Κι ἐδῶ, στήν πρώτη ἑνότητα νά σταματοῦσε αὐτή ἡ ποιητική συλλογή, θά εἶχε μία σημαντική θέση στήν ποίησή μας. Θά ἦταν ἡ διαπίστωση καί ἡ δοξολογία ἑνός ποιητῆ, πού αὐτό ταπεινώνεται καί παραμερίζεται, γιά νά μᾶς δείξει τίς λαμπερές ὄψεις τῶν μεγάλων ἐρωτικῶν. Τό στοιχεῖο ὅμως πού θά τοποθετήσει σέ κάποιο μέλλον αὐτή τήν ποιητική συλλογή στούς «νέους ἀστερισμούς» καί θά ἀποδείξει πώς καί ὁ Κώστας Τσιρόπουλος εἶναι ἕνας μεγάλος ἐρωτικός τοῦ νοῦ εἶναι τό β καί γ μέρος, μέ τούς ὑπότιτλους «Ἡμίφως» καί «Γνόφος», εἶναι ἡ πρωτότυπη κίνηση στόν χῶρο τῆς ποιητικῆς γλώσσας.
Ἀπό τήν ἀρχή κιόλας τοῦ βιβλίου εἶναι ἔκδηλο πώς ὁ ἔρως ὁ ὀντολογικός, «ὁ θεῖος ληνός τοῦ ἔρωτα» συμπορεύεται μέ τήν λειτουργία τῆς λέξης ἀποδεικνύοντας κάθε στιγμή τό δισυπόστατό της, τόν ἀμετάβλητο δηλαδή ἀλλά συνάμα καί μεταβλητό της χαρακτῆρα. Ἔρως καί λέξη, σύμφυτα στήν γνήσια ποιητική ἀντίληψη, πόλοι τοῦ κοσμογονικοῦ μυστηρίου. Ὁ ἔρως ὡς ἀρχή καί ἡ λέξη ὡς ἑρμηνεία αὐτῆς τῆς ἀρχῆς. Στήν β καί γ ἑνότητα μία σοφή κατασκευή ἔχει ἤδη συντελεσθεῖ. Τά ἴδια τά ποιήματα τῆς πρώτης ἑνότητας ἐμφανίζονται γλωσσικῶς μεταμορφωμένα, διατηρώντας ὡστόσο τήν οὐσία τους καί τήν νοηματική τους ἀκρίβεια.
Ἡ μεταμόρφωση γίνεται μέ τήν ἀφαίρεση λέξεων, πού ταυτοχρόνως εἶναι ἐπιλογή λέξεων, μέ ἐλαφρές γραμματικές καί συντακτικές ἀλλαγές, μέ προσθήκη νέων λέξεων. Ἄν καί μέχρι τώρα ἀπέφευγα νά παραθέσω στίχους ἀπό αὐτή τήν ποιητική συλλογή, γιατί ὅλοι οἱ στίχοι εἶναι σάν πολύτιμες πέτρες σφιχτά δεμένες μεταξύ τους, καί στήν ὅποια μου ἀπόπειρα νά τούς χωρίσω θά ἦταν σάν νά ἔσπαγα ἕνα περιδέραιο, τώρα μπαίνω στόν πειρασμό νά παρουσιάσω ἕνα ἀπόσπασμα, γιά νά δειχτεῖ καλύτερα ἡ μεταμόρφωση, ὁ τρόπος τῆς ποιητικῆς ἐπεξεργασίας.

Τοῦ Ὁμήρου (τό ἀπόσπασμα στήν πρώτη ἑνότητα, στό «Φῶς»)

Τούς εἶχαν προσπεράσει τά μεσάνυχτα
σώματα γλαφυρά νά μή πνιγοῦν
σέ ἀθανασία ἐκρατήθηκαν γυμνά.
Φλόγα μυστηρίου ἐκυμάτιζε πάνω τους
ὡς οἶκτος ἀψαύστων ἡ γλώσσα
καί ἀπό τόν βαθύ τῶν σπλάχνων τους
τάρταρο
ξυπνοῦσε πόθος ἁλιεύοντας
ἀστρῶα ὄνειρα
μές στήν ὑγρότητα τῶν σωμάτων
κραυγάσματα φέρνοντας
λέξεις θραύσματα θεῶν νοήσεις.

Τό ἴδιο ἀπόσπασμα, ἀφοῦ ἀφαιρεθοῦν οἱ λέξεις, μεταμορφώνεται στήν β ἑνότητα, στό «Ἡμίφως».

Σώματα τά μεσάνυχτα
σέ ἀθανασία
ἡ γλώσσα ἐκυμάτιζε
πάνω τους
ὑγρότητα λέξεις θραύσματα
θεῶν νοήσεις.

Καί στήν γ ἑνότητα, στόν «Γνόφο»
Σώματα
ἀθανασία γλώσσας
θεῶν λέξεις.

Οἱ λέξεις λάμπουν διαφορετικά στίς τρεῖς ἑνότητες κι ἀκούγονται σάν μουσικό μοτίβο πού πρωτοστατεῖ ἀρχικῶς, γιά νά γίνει στό τέλος ἀπόηχος. Τό διθυραμβικό ὕφος τοῦ πρώτου μέρους μετατρέπεται ἀπό τήν ποιητική αἴσθηση σέ μία σύνοψη στιλπνή καί ἱερατική, ἐνῶ ἡ γλωσσική συμπύκνωση, ἀποτέλεσμα ἀφαίρεσης καί ἀλλοίωσης προσδίδει μία ἄλλη ἐγκυρότητα στόν στίχο. Καί εὔγλωττο τό ἐρώτημα τοῦ νοῦ: ποῦ λοιπόν ἡ ἀλήθεια; Στό φῶς, στό ἡμίφως ἤ στόν γνόφο; Δρόμοι ἀνοίγονται μπρός στήν ἀπαίτηση τοῦ νοῦ. Σημασία ὅμως δέν ἔχουν ἐδῶ οἱ ἴδιοι οἱ δρόμοι ἀλλά αὐτή ἡ καταπληκτική, ἡ πρωτότυπη ποιητική κίνηση πού διοχετεύεται σέ ὁλόκληρο τό βιβλίο νά δειχτοῦν τά νοητικά συστατικά αὐτῶν τῶν ὁδῶν, ἡ «ἐπιβεβλημένη» δηλαδή ἀπό τά ἴδια τά πράγματα βεβαιότητα γιά τό «Φῶς», ἡ ἴσως πλανερή, τό ἀγνωστικιστικό «Ἡμίφως», ὁ «Γνόφος», αὐτό τό παράδοξο σκότος πού ὅλα τά ἀποχρωματίζει ἤ τά χρωματίζει ἀλλιώτικα καί σέ κεραυνοβολεῖ ἤ σέ μαγεύει, ὅπως ὅταν βρίσκεις τό πρωταρχικό σύμπλεγμα πού εἶναι ἡ ρίζα γιά τήν ἐτυμολογία μίας λέξης, ρίζα μέ δύο ἤ τρία γράμματα μόνον, χαμένη καί διασωσμένη στούς καιρούς, πού δηλοῖ τό καθόλου, τήν πρωταρχική σημασία τῆς λέξης.
Μέ αὐτόν τόν πρωτότυπο τρόπο γραφῆς καί ξανά-γραφῆς τῶν ποιημάτων του, ὁ ποιητής Τσιρόπουλος ἀποδεικνύεται καί ἄξιος κάτοχος τῆς γλωσσικῆς ποιητικῆς λειτουργίας καί στοχαστής κυριευμένος ἀπό τό ὅραμα. «Οἱ λέξεις θεόθεν», τελειώνει σιβυλλικά ὁ ποιητής. Θεόθεν. Λέξεις λοιπόν μυστηρίου καί μαρτυρίου, συμπληρώνουμε σάν ἀπάντηση οἱ ἀναγνῶστες. Κι αὐτό σημαίνει νέα ἀρχή, «νέους ἀστερισμούς».


* Δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Γραφή, Ἰανουάριος Φεβρουάριος 1990.

** Περιλαμβάνεται στο Ποικιλόγραφο Βιβλίο, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2016, σ. 393-397.



Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Κώστας Τσιρόπουλος ἕνας αἰσθητικός νοῦς. Κείμενο της Ελένης Λαδιά από τα ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΕΥΘΥΝΗΣ τεύχος 41


Δέν τοῦ δίνω αὐτόν τόν χαρακτηρισμό ἀβασάνιστα· σκέφτηκα πολύ. Ὁ Τσιρόπουλος ὅμως δέν εἶναι μόνον αἰσθητικός ἀλλά καί θεολογικός, ποιητικός, συγγραφικός νοῦς. Πῶς λοιπόν ἀπομονώνω μία του πλευρά;
Στόν παρελθόν ὅταν διάβασα τό ποίημα τοῦ Δ.Π. Παπαδίτσα μέ τόν τίτλος «ἡ ἔννοια μιᾶς πολυδιάστατης φυτείας καί τό ἀσύλληπτο τοῦ ζωντανοῦ αὐτιοῦ», προβληματίστηκα γιά τήν ἀφιέρωσή του στόν Τσιρόπουλο.
Γνωρίζοντας ὅμως ἀργότερα τήν ψυχοσύνθεση τοῦ συγγραφέως καί ποιητῆ καθώς καί τό ἔργο του, διεπίστωσα πώς πάντα σχεδόν τό ἀφιερωμένο ποίημα φανερῶς ἤ κρυφίως συνδέεται μέ τήν ποιότητα τοῦ ἀνθρώπου στόν ὁποῖον χαρίζεται.
Ὁ Κ. Τσιρόπουλος ὡς πρός τήν ψυχοσύνθεσή του εἶναι μία πολυδιάστατη φυτεία, μιά πλούσια καί χαρισματική προσωπικότητα, ἐνῶ ὁ νοῦς του γίνεται τό ζωντανό αὐτί, πού ὅλα τά άκούει καί τά κατανοεῖ. Εἶναι πολυσχιδές τό τάλαντό του: θαυμάσιος ποιητής, ἡ ποίησή του γίνεται μεγάλη ἀναγωγή πρός τό κοσμογονικό ὄν, μέ τονισμένο μερικές φορές καί τό θρησκευτικό στοιχεῖο, κρατερός δοκιμιογράφος μέ ὀξυτάτη ἀντίληψη καί σκέψη, ὡραῖος Ἕλληνας πατριώτης, πού ὑπεραμύνεται τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καί παιδείας, ἐργατικός ἐκδότης περιοδικοῦ, λιτοῦ, ὀλιγοσέλιδου ἀλλά κομψοῦ καί οὐσιαστικοῦ.
Στό βιβλίο του «Ρωμανική ζωγραφική, Βυζαντινή ζωγραφική» (θεώρηση τῶν ρομανικῶν τοιχογραφιῶν τῆς Ἱσπανίας.) ἀποδεικνύεται ἕνας ἄξιος συγγραφεύς πού μέ ἐπιστημονικό τρόπο καί ποιητική ματιά ἀσχολεῖται μέ ἕνα θέμα, τό ὁποῖον ἦταν νέο γιά τήν ἐποχή πού γράφτηκε.
Ὁ συγγραφεύς ἀποκαλύπτει τήν αἰτία αὐτῆς τῆς συγγραφῆς: «Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕρμαιο τῆς Ἱστορίας. Ἔτσι ὅταν ἡ καταδρομή της στόν τόπο μου καταπίεσε τήν ζωή μου, ἀναζήτησα τρόπο διαφυγῆς γιά νά σώσω τή ἀκεραιότητα τοῦ προσώπου μου. Τόν τρόπο αὐτό μοῦ πρόσφερε τό Instituto de Cultura Hιspanica  μέ μία διετῆ ὑποτροφία γιά νά μελετήσω τίς ρομανικές τοιχογραφίες τῶν ἱσπανικῶν ναῶν μέσα ἀπό τό πρίσμα τῆς βυζαντινῆς Ἁγιογραφίας.»
Ὁ συγγραφεύς καλλιτέχνης ξαναγίνεται σπουδαστής καί μελετᾶ μέ ἐμβρίθεια τό ὑλικό του. (Τό βιβλίο ἐκδόθηκε τό 1980 ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἀστέρος καί εἶναι ὄντως ἕνα κόσμημα μελέτης καί ἔκδοσης.)
 Ἱστορία, θεολογία καί ἀρχαιολογία εἶναι τό ὑλικό πού μελετᾶται. Ὁ Τσιρόπουλος βρίσκει τίς αἰσθητικές σχέσεις βυζαντινῆς καί ρομανικῆς ζωγραφικῆς, ἐπισημαίνει πώς τό φυσικό, μεσογειακό φῶς χαρίζει στήν ρομανική ζωγραφική τήν ὑψηλή χρωματική αἴσθηση, ὑποστηρίζει πώς ὁ βασικός συντελεστής στήν διαμόρφωση τῆς ρομανικῆς τοιχογραφίας ἦταν θεολογικός καί ἐκκλησιαστικός. «Ἡ Ἐκκλησία ἡ ἴδια» γράφει, «ἔπρεπε νά δείξει πώς ὀ Χριστός δέν εἶναι μόνον θεός οὔτε μόνον Ἄνθρωπος ἀλλά θεάνθρωπος. Μέ αὐτή τήν πίστη στόν Θεάνθρωπο ἐργάσθηκαν καί οἱ ρομανικοί ἁγιογράφοι.» (Ἐδῶ ἀναφέρεται καί τό κεφάλαιο περί Κοπτικῆς ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποσπάσθηκε τό 451 μχ κατά τήν Σύνοδον τῆς Χαλκηδόνος ἀπό τήν βυζαντινή τέχνη ἀξιοποιώντας μόνον λαϊκά καί τοπικά στοιχεῖα).

 Στό βιβλίο ἐξετάζεται μέ ἐμβρίθεια τό πρόβλημα τῆς καταγωγῆς τῆς Ἱσπανικῆς ρομανικῆς ζωγραφικῆς. Τά συμπεράσματα ἀναφέρουν πολλά στοιχεῖα γιά τήν καταγωγή της: εἶναι τέχνη αὐτόχθονη ἀλλά καί μέ προελεύσεις Ἀραβικῆς ἤ Μοθαραβικῆς, Ἰρλανδικῆς ἤ Ἀγγλικῆς, Καρολίνειας ἤ Ὀθωνικῆς, Γαλλικῆς καί Ἰταλικῆς, τό λεγόμενο Ἰταλοβυζαντινό ὕφος. Ὁ μελετητής Τσιρόπουλος παραθέτει γνῶμες πολλῶν συγγραφέων καί μία πλουσιότατη βιβλιογραφία.
Τό ἐκκλησιαστικό ἐπίσης στοιχεῖο εἶναι ἐναργές καθώς ἀναφέρονται οἱ οἰκουμενικές σύνοδοι καί οἱ αἱρέσεις. Ἡ Ἱσπανία καί ὁ Βυζαντινός κόσμος ἔχουν σχέσεις ἐκκλησιαστικές, (προσκυνήματα, ἅγια λείψανα,  μονή τοῦ Σινᾶ) ἐμπορικές (ἀκμή τοῦ βυζαντινοῦ ἐμπορίου τόν 9ο καί 10ο αἰ. καί καλλιτεχνικές. (ἡ εὐρύτατη κυκλοφορία τῶν βυζαντινῶν χειρογράφων στήν Δύση).
Οἱ αἰσθητικές σχέσεις βυζαντινῆς καί ρομανικῆς ζωγραφικῆς ἔχουν τήν πηγή τους στήν θρησκεία καί τήν ἐκκλησία, ἡ ὑφή τους εἶναι λειτουργική, ὁ χαρακτήρας τους ἐκκλησιαστικός, ἡ θεμελιακή ἁγιογραφική ἀποστολή ἀντιρεαλιστική, καί ἡ πίστη στήν ἐνσάρκωση τοῦ θεοῦ δίνει τήν ἀνθρωπομορφική ἀπεικόνιση. Στήν βαθύτερη τους οὐσία εἶναι ἄχρονες, μέ  μετωπική στάση καί ὑπερκόσμια σοβαρότητα προσώπου. Γιά τό χρῶμα ὑπάρχει ἡ ἄρνηση τοῦ φυσικοῦ φωτός γιά νά τονισθεῖ τό νοητό καί ἀθέατο. Ὁ συγγραφεύς γράφει: «τά χρώματα γίνονται ἀντιρεαλιστικά, συμβολικά, ἀποκτοῦν τήν δύναμη τῆς ὑποβολῆς τῶν ὑπεραισθητῶν καί μαζί κατορθώνουν τό βασικά ἀμετάβλητο κι ἑνιαῖο τῆς ἁγιογραφίας. Ποτέ τό ὕφος μιᾶς τέχνης δέν ἦταν τόσο ἐσωτερικά ἑνιαῖο καί μαζί τόσο ἐλεύθερο, ὅσο στήν βυζαντινή καί στήν ρομανική ζωγραφική.»
Πολλές τέτοιες ἐπισημάνσεις καί σκέψεις γιά θέματα πολύ δύσκολα καί σοβαρά κάνει ὁ Κώστας Τσιρόπουλος, τονίζοντας πάντα τίς ἀθέατες πλευρές καί τίς λεπτεπίλεπτες ἀποχρώσεις.
Τό βιβλίο γιά τό ὁποῖο λίγες μόνο γραμμές ἔγραψα, πρέπει νά μελετηθεῖ προσεκτικά, γιατί τό πνευματικό ὄφελος θά εἶναι μεγάλο.
Εὐχαριστοῦμε τόν σπουδαιότατο συγγραφέα Κώστα Τσιρόπουλο, γιά τά πνευματικά δῶρα πού μᾶς πρόσφερε. Δῶρα τῶν ὁποίων ἡ εὐωδία, θά διαρκεῖ πάμπολλα ἔτη, ὅπως τό θυμίαμα τῶν ὀρφικῶν ὕμνων.

Δεκέμβριος 2014  Ἑλένη Λαδιᾶ


* Το κείμενο συμπεριλαμβάνεται στο εξαιρετικό αφιερωματικό τόμο "Έκφραση Τιμής στον Κώστα Τσιρόπουλο", Τετράδια Ευθύνης τευχ. 41, Δεκέμβριος 2015.

** Η φωτογραφία του Κώστα Τσιρόπουλου, στιγμιότυπο από τις τελευταίες του επισκέψεις στο γνώριμο Σαββατιάτικο στέκι των εκδόσεων επί της οδού Πολυτεχνείου 1. είναι από το αρχείο του εκδότη Γιώργου Α. Γκέλμπεση, ιδιοκτήτη των Εκδόσεων Κοράλλι, των Εκδόσεων των Φίλων, του Αστρολάβου και φυσικά της Νέας Ευθύνης και του περιοδικού Κοράλλι.





Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ», κριτική για την Φερέοικη της Ελένης Λαδιά από την Χαρίκλεια Δημακοπούλου

Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα εκυκλοφόρησε ένα νέο βιβλίο της κ. Ελένης Λαδιά, υπό τον τίτλο: Η Φερέοικη (εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 88, ευρώ 10). 

Η συγγραφεύς το χαρακτηρίζει μυθιστόρημα. Σε έκταση προσεγγίζει μάλλον την νουβέλλα. Είναι ένα βιβλίο που ανήκει στις ευτυχείς στιγμές της συγγραφέως, καθώς επανέρχεται σε αυτό το μικτό είδος αφηγήσεως, μυθιστορίας, που κινείται μεταξύ πραγματικού και ονειρικού, ενίοτε εφιαλτικού, με απηχήσεις από την ψυχολογία του βάθους, την Θεολογία, την μυθολογία, αλλά και την έντονη ανάγκη γραφής και εκφράσεως που διακρίνει την κ. Λαδιά ως άξονας όλου του έργου της. 

Η κ. Λαδιά γράφει και εκδίδει όπως αναπνέει ή, μάλλον, αναπνέει για να γράφη. Με αυτές τις σκέψεις ξεκινά το νέο μυθιστόρημα: «Ὅταν τελειώνω ἕνα βιβλίο μέ κυριεύει μιά ταραχή, πού ἐξαπλώνεται στόν νοῦ μου σάν φαγούρα νευροδερματίτιδας. Ἀντιαισθητικό ἀλλά ἔτσι εἶναι ἀκριβῶς. Δέν ἄγχομαι γιά τἠν πορεία τοῦ βιβλίου ἀλλά γιά τό κενό πού δημιουργεῖται  στήν ψυχή μου». Έτσι αρχίζει.    

Και αυτό που μας προσφέρει είναι ένα σχεδόν σουρεαλιστικό κείμενο όπου η συγγραφεύς μάχεται εναντίον της ηρωίδας της που δεν θέλει να… συνεργασθεί! Η προσπάθεια πληρώσεως του κενού της σελίδας και η βαθειά ανάγκη να εξωτερικεύσει τον πόνο από την απώλεια της μητέρας της, στην μνήμη της οποίας είναι αφιερωμένο το βιβλίο, μας προσφέρουν ένα μικρό αριστούργημα λόγου και βαθύτατης εσωτερικής αναζητήσεως, με απόηχους της εξαιρετικής καλλιεργείας και ελληνομαθείας της συγγραφέως. 

Το βιβλίο δεν είναι εύκολο. Διαβάζεται όμως απνευστί, παρασύρει τον αναγνώστη στον αγώνα δημιουργού και δημιουργήματος, όπου το εξαιρετικό ταλέντο της συγγραφέως μας πείθει πέρα από την  λογική για όσα μας αφηγείται με απλότητα, αλλά πόσο περίπλοκη απλότητα, με εξαιρετικό στυλ, με τόσο «δουλεμένο» λόγο. Ο πόνος, η αναζήτησις του «άπιαστου» και του άρρητου, η γοητεία της δημιουργίας, όλα μας προσκαλούν και μας προκαλούν. Χρειάζεται όμως στιβαρούς αναγνώστες.