ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑ ΚΟΛΑΖ ΙΙΙ

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Κοράλι πού πετάει



Ἀπό τά πλατάνια πέφτανε κάθε λίγο σκουριασμένα φύλλα μέ χρυσωμένες ἄκρες, ἄλλα ὁλοκίτρινα, ἄλλα θαμπωμένα ὅπως χνωτισμένα γυαλιά ἤ ξεφτισμένα κομμάτια ἀπό παλιούς κασσιτερωμένους καθρέφτες.
Σ’ἕνα ἀπό τά τσίγκινα τραπεζάκια καθόταν ἡ Ἑλένη , χωμένη στό παλτό της -εἰκόνα τοῦ φθινοπώρου, πολύ μόνη. Ἔτσι μπορεῖ νά νόμιζε κάποιος πού δέν θά τήν γνώριζε καθό-
λου , οὔτε θά εἶχε τό χάρισμα νά παρατηρεῖ , ὄχι ἀπό περιέργεια, ἀλλά μέ αὐθεντικό ἐνδιαφέρον. Γιά ὅποιον ὅμως ἡ θέα τῆς Ἑλένης ραντισμένης ἀπό τόσα χρυσωμένα φθινοπωρινά ὑαλουργήματα ἦταν συναρπαστική , ἄλλα σημεῖα θά ἀποκαλύπονταν στήν κάπως σαστισμένη του ἀναγνώριση:
Ἡ Ἑλένη σκεφτόταν ὅπως πάντα καί ἔγραφε ὅπως σ’ ὅλη τή ζωή της κι ἀκόμα περισσότερο τώρα πού εἶχε βρεθεῖ κάτω ἀπό τήν βροχή τῶν πλατανόφυλλων. Ὅμως βρισκόταν μέσα στήν μαγική αὔρα ἐκεῖνων πού εἶχε μαζί της , θεούς, θεές, ἥρωες ἀλλά κυρίως τούς παῖδες: ἀπό τόν « παράξενο Τελεσφόρο» καί τόν ἀλεξανδρινό Ἁρποκράτη μέχρι τόν « Ἀρχέμορο, τό παιδί τοῦ θανάτου », τήν « Ἀταλάντη, τό ταχύποδο κορίτσι », τόν « Γλαῦκο, τό ἀναστημένο παιδί », τόν «Ἴαμο, τό παιδί τῶν μενεξέδων» κι ἕνα πλῆθος ἄλλα « πέτρινα παιδάκια » τοῦ ἀρχαίου κόσμου καί τῶν μύθων του. Παιδάκια πού τῆς ἦσαν ὄχι μόνο ἀγαπημένα ἀλλά καί πολύτιμα, τόσο πού νά γράφει πώς τά βλέπει στούς σύγχρονους δρόμους ζωντανεμένα ...
Τό τσίγκινο τραπεζάκι ὅπου ἀκουμποῦσε τούς ἀγκῶνες της ἔσταζε κάπου κάπου ἀπό τίς στρογγυλεμένες ἄκριες του μικρές ὠοδεῖς σταγόνες - ἀντανακλάσεις πού μέσα τους ἐλάχιστα θραύσματα ἀπό τόν οὐρανό ἤ τό πρόσωπό της λάμπανε γιά μιά στιγμή. Νερό καί οὐρανός γύρω ἀπό τό τραπεζάκι σχημάτιζαν ἕναν θαμπό ἀργυρό δίσκο κάτω ἀπό τό ἀγαπημένο φυτό τῆς δενδρίτιδος .*
Ὅπως κοίταζε χωμένη στήν περισυλλογή της, δέν ἤξερε ἄν τό κάλεσε ἤ ἄν ἦρθε ἀπό μόνο του τυχαία. Δέν μπορεῖ νά ἦταν ὅμως τυχαία γιατί αὐτό δέν ἦρθε γιά μιά στιγμή μόνο. Δέν πέταξε πάνω ἀπό τό κεφάλι της γιά νά χωθεῖ , διαλέγοντας ἕνα κλαδί τοῦ πλάτανου, ἀνάμεσα στά φύλλα πού λίγο λίγο τόν ἐγκατέλειπαν , ὥσπου νά τόν ἀφήσουν ἐντελῶς γυμνό. Ὄχι ! Αὐτό ἔφερε τόν πορτοκαλί πουπουλένιο μανδύα μπροστά στό πρόσωπό της κι ἄρχισε νά κάνει κύκλους γύρω του φανερώνοντας ὅλες τίς ἀποχρώσεις τῶν κοραλιῶν πού τό στόλιζαν. Ἕνα τόσο δά πουλάκι ! Ἴσως ἕνα ξεχωριστό εἶδος κοκκινολαίμη.
Δέν ἔδειξε ξαφνιασμένη. Μπορεῖ νά τό ἀναγνώρισε σάν μέρος τῆς ρέμβης της ἤ σάν ἕνα ὁλόφωτο στοχασμό, ἕναν ζ ων τ α ν ό στοχασμό πού πετοῦσε ὁλόγυρά της. Ἀλλά τό κοραλένιο πλάσμα δέν ἀρκέστηκε στό νά τήν τριγυρίζει. Πλησίαζε ὅλο καί πιό πολύ τό πρόσωπό της. Τῆς ἄγγιξε τά χείλη κι αὐτή δέν τραβήχτηκε καθόλου στό ἄγγιγμα τοῦ ράμφους του. Εἶχε κάποιο ψιχουλάκι στά χείλη της; Μποροῦσε νά ταϊζει τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ;
Ἡ Ἑλένη Λαδιᾶ καί ὁ ρουμπινένιος κοκκινολαίμης ἔφερναν ἕνα μήνυμα . Ἀλλά γιά ποιόν; Ἴσως γιά μένα. Θά μάθω κάποτε τό περιεχόμενό του; Θέλω πολύ. Δέν πρόλαβα νά ἐκφράσω αὐτή τήν ἰσχυρή ἐπιθυμία καί ξαφνικά ἦρθε ἕνας φίλος. Πόσο ἔμοιαζε μέ παραμύθι! Ὅμως δέν ἦταν. Ἁπλά ὁ φίλος γνώριζε πολλά γιά τον Μεσαίωνα:
« Τότε » μοῦ εἶπε « ἔβλεπαν στόν κοκκινολαίμη τό Παιδίον , τό Παιδί-Χριστός! Καί ἀκόμα ἔβλεπαν τό Θεῖο Πάθος Του, καί εἴχανε μιά σχετική ἱστορία.
Λέγανε πώς ὁ κοκκινολαίμης πέταξε ψηλά στό κεφάλι τοῦ Κυρίου καί προσπαθοῦσε μέ τό μικρό του ράμφος νά βγάλει ἕνα ἕνα τά ἀγκάθια ἀπ’τό στεφάνι Του. Ἀλλά τ’ἀγκάθια ἤτανε μεγάλα κι ὁ κοκκινολαίμης δέν ἦταν παρά ἕνα μικρό μικρό πουλάκι. Τ’ ἀγκάθια τοῦ τρυπήσανε τό στῆθος κι ἀπό τότε φοράει , ὡσάν παράσημα τῆς ἀγάπης καί τοῦ πόνου του γιά τόν Κύριο, τό ρουμπινένιο περιλαίμιο του!
Θυσία καί ἀνανέωση τῆς ὕπαρξης , ἄνοιξη μές στό καταχείμωνο, ὑπηρεσία, προσφορά, εἶναι μόνο κάποιοι ἀπ’τούς συμβολισμούς.» , εἶπε ὁ πολύμαθος φίλος μου.
Ἡ καρδιά μου πόνεσε καί χάρηκε. Εἶδα πάλι τήν Ἑλένη Λαδιᾶ νά κάθεται ὡσάν εἰκόνα φθινοπώρου, συνομιλώντας ὅμως μέ τήν πιό ἀνάλαφρη, φτερωτή ἄνοιξη στόμα μέ στόμα. Καί σκέφθηκα: Τί μοῦ θυμίζει ἀλήθεια; ... Κοράλι πού πετάει!

Ἀλλά γιά μένα, θά προτιμήσω νά κρατήσω τά φτερούδια, τό πετάρισμα, τό ράμφος τοῦ κοκκινολαίμη καθώς τσιμπολογάει ἀθέατο ἀρτίδιο , στό φῶς ἀπό ἕναν λόγο τοῦ Πασκάλ:
« Κάθε τί πού ἐμφανίζεται ὑποδεικνύει ὄχι μιά πλήρη ἐξαίρεση οὔτε μιά ἔκδηλη παρουσία τῆς θεότητας ἀλλά τήν παρουσία ἑνός Θεοῦ πού κρύβει τόν ἑαυτό του ». !*


Νατάσα Κεσμέτη
Δεκέμβριος 2010





  • Ἑλένης Λαδιᾶ : «Οἱ Ἕλληνες παῖδες στήν ἀρχαιότητα »
ἐκδ. Gema , 2010 , σελ. 151, ὅπου καί κατά τό Θεόκριτο ἡ ἐγγραφή πάνω στήν φλούδα τοῦ πλατανιοῦ : ΔΩΡΙΣΤΙ ΣΕΒΟΥ Μ’ ΕΛΕΝΑΣ ΦΥΤΟΝ ΕΙΜΙ.
  • Η Νατάσα Κεσμέτη είναι πεζογράφος

Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

Ελένης Λαδιά - Ο ονειρόσακος




Ενα πρωί, μετά από ύπνο χωρίς ενύπνια (δόξα τω Θεώ τους τελευταίους μήνες ο ύπνος είναι βαρύς, ληθαργικός και επιλήσμων), αποφάσισα να πετάξω όλα τα όνειρα που ανεκπλήρωτα κυρίευσαν το χώρο του σπιτιού μου. Βεβαίως, η ιδέα κρυφόκαιγε μέσα μου καιρό, έπρεπε κάποτε να καθαρίσω, ο οικίσκος μου ήταν μικρός, μόλις πενήντα τετραγωνικά, και τα όνειρα της ζωής μου πλημμύριζαν επικίνδυνα το ζωτικό μου χώρο. Επομένως έπρεπε να αποφασίσω: ή εγώ ή εκείνα. Τελευταία τόσο δε με άφηναν να αναπνεύσω και να κινηθώ ελεύθερα, ώστε αναγκαζόμουν να απουσιάζω ώρες από το σπίτι, βρίσκοντας καταφύγιο στους δρόμους, στα αλσύλλια ή με το κρύο στους κινηματογράφους.

Οταν επέστρεφα σπίτι τα έβλεπα, ή προσποιόμουν πως δεν τα βλέπω, στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο σε τέλειες επιμειξίες, μολονότι ήταν όνειρα διαφορετικής καταγωγής και περιεχομένου. Φαίνεται, όμως, πως με την πάροδο του καιρού απέκτησαν ένα κοινό χαρακτηριστικό που τα ωθούσε προς ένωση: Ηταν όλα εξόριστα από την πραγματικότητα ή, σαφέστερα, ανεκπλήρωτα. Ετσι αποτέλεσαν μία κοινωνία διαφοροτήτων, όμοια με αυτή των ανθρώπων.
Οπου κι αν έστρεφα το κεφάλι μου, σε οποιαδήποτε γωνία ή σημείο του σπιτιού, όλο και έβλεπα κάποιο όνειρο να μου κεντρίζει τη μνήμη, τονίζοντάς μου έτσι το μέγεθος της θλίψης ή της αποτυχίας μου.

Στην αρχή υπήρχε μια ταξινόμηση ονείρων, καθένα πήγαινε στην ομάδα ή στο είδος του, τα ταξιδιωτικά λόγου χάρη βρίσκονταν στο μέσον του τοίχου, ενώ τα φιλόδοξα σκαρφάλωναν ακόμη και στο ταβάνι. Αργότερα, με τις επιμειξίες τους, είδα τα τελευταία να κατεβαίνουν μέχρι τις γωνίες του πατώματος και να συντροφεύουν με τα συναισθηματικά, που ήταν πιο άτολμα και πρόωρα γηρασμένα. Τα μικρά απόκρυφα τρύπωναν στο πατάρι ή στα συρτάρια της ντουλάπας. Με τα χρόνια άρχισε η μείξη και η σύμφυσή τους, ώστε διασαλευόταν και η δική μου μνήμη, ανίκανη να ξεχωρίσει την προέλευσή τους. Σα να μην έφτανε όμως μόνο η επιμειξία, είχαμε και αποτελέσματα τεκνογονίας. Οχι σε όλα τα όνειρα βεβαίως, αλλά στα πιο γόνιμα. Ετσι αναπτύσσονταν σαν παράσιτα, καταλαμβάνοντας όλο και μεγαλύτερο χώρο. Οταν πρωτοείδα τον πολλαπλασιασμό τους, παρατήρησα και ανακάλυψα ότι τα πιο γόνιμα, και συνεπώς τα πιο κατακτητικά, ήταν εκείνα τα χλωμά και άτολμα συναισθηματικά. Αυτά με την αταραξία και τη στωικότητά τους δελέαζαν ακόμη και τα τολμηρά φιλόδοξα, που για πολύ καιρό απέφευγαν τις μείξεις. Πολλά από τα απόκρυφα και αυστηρώς προσωπικά ήταν τέκνα αυτής της αταίριαστης ένωσης, ανάπηρα, διφορούμενα, ανακατεμένα με ψυχολογισμό ή εμβολιασμένα με δόση αρχετυπικού χαρακτήρα.

Οταν λοιπόν τα όνειρα γέμισαν επικίνδυνα το χώρο της οικίας μου, αναγκάζοντάς με να αυτοεξορίζομαι (στην αρχή απολάμβανα τη φυγή μου, αλλά αργότερα κουράστηκα), αποφάσισα να τα πετάξω. Κι εκείνο το πρωί, όπως ανέφερα, πήρα ένα μεγάλο σάκο σχεδιάζοντας να τα στοιβάξω όλα και να τα ρίξω στον γκρεμνό. Εφοδιάστηκα λοιπόν με θάρρος και ψυχραιμία, έπνιξα κάθε συναισθηματισμό, κι εγώ που κρατούσα ενθυμητάρι ακόμη κι ένα εισιτήριο θεάτρου ή ένα ταξιδιωτικό πρόγραμμα, εγώ, άσπλαχνος και άκαρδος, άρχισα το κυνήγι των ονείρων. Φαίνεται όμως πως αυτά τα «όντα» (δεν ξέρω με ποια λέξη να τα χαρακτηρίσω) είχανε παντού μάτια και αυτιά, γιατί μόλις κατάλαβαν τις προθέσεις μου ταράχτηκαν. Ακόμη και κείνα που ήταν κλεισμένα στο πατάρι και στα ερμάρια πήραν είδηση τον πανικό που επικρατούσε και κρύφτηκαν ακόμη βαθύτερα. Εγώ, όμως, μυημένος σε τέτοιες πονηριές, κατόρθωσα και έχωσα αρκετά στον ονειρόσακο και έως το μεσημέρι, καταϊδρωμένος και κουρασμένος, τον είχα αρκετά γεμίσει. Τον έδεσα γερά με τρεις κόμπους για να μη διαφύγει κανένα από τα συλληφθέντα και κάθισα στο κρεβάτι να καπνίσω ένα τσιγάρο. Απέναντί μου είδα ένα όνειρο που ερχόταν αμέριμνο από την κουζίνα και, νομίζοντας πως η επιχείρηση - σκούπα είχε τελειώσει, προσπαθούσε να βρει θέση στο δωμάτιο. Χωρίς να προσέξει ότι ήμουν κοντά του, ζωηρό και μάλλον ευρισκόμενο στη ζάλη της εφηβείας του, τεντώθηκε ηδονικά και ξάπλωσε στη γωνία του πατώματος. Το αναγνώρισα αμέσως. Ανήκε στην κατηγορία των ταξιδιωτικών, όνειρο που δεν εκπληρώθηκε ποτέ και είχε γεννηθεί στα χρόνια της δικής μου νεότητας για ένα ταξίδι πολλών μηνών που είχα τότε επιθυμήσει, ένα ταξίδι στη Μέση Ανατολή για να γνωρίσω διάφορες γλώσσες και πολιτισμούς. Απόρησα σαν θυμήθηκα εκείνα τα σχέδια και ξαφνιάστηκα με τη ζωηρότητα και την αντοχή του ονείρου, γιατί εγώ ήμουν πλέον μεσόκοπος, ανήμπορος από προβλήματα καρδιάς και υψηλής πιέσεως, τέλεια αδύναμος να εκτελέσω το ονειρεμένο ταξίδι.

Ζήλεψα, αλήθεια, τη δική του υπομονή και αντοχή, κι έτσι σβήνοντας γρήγορα τη γόπα του τσιγάρου, το άρπαξα βιαίως και το έβαλα στον ονειρόσακο. Κουρασμένος καθώς ήμουν, ίσως και να οπτασιάστηκα γιατί άκουσα λυγμούς. Φαίνεται πως το όνειρό μου έκλαιγε, αλλά εγώ ψυχρός και μεθοδικός μπήκα στο μπάνιο να βρέξω λίγο το πρόσωπό μου. Από δάκρυα ονείρων είμαι συνηθισμένος, είπα στον εαυτό μου και βγήκα στο δωμάτιο να συνεχίσω το έργο μου...
Συνέχισα με πείσμα και ορμή. Ο ονειρόσακος είχε πλέον γεμίσει και το σπίτι μου είχε πλέον αδειάσει. Προτού τον κατεβάσω στο αυτοκίνητό μου, έκανα μια επιθεώρηση σε όλες τις γωνιές. Ημουν ευχαριστημένος, γιατί δεν ανακάλυψα κανένα όνειρο, ούτε το ελάχιστο. Εσυρα τον βαρύ ονειρόσακο από τις σκάλες (ποτέ δεν είχα υποψιαστεί το μολυβένιο βάρος των ονείρων) και τον τοποθέτησα προσεχτικά στο πίσω κάθισμα. Θα μπορούσα βέβαια να τον στοιβάξω στο πορτ μπαγκάζ, αλλά από έμφυτη ευγένεια και ευαισθησία δεν το έπραξα, για να μην καταπιέσω τα όνειρα. Αρχιζε το δειλινό όταν οδηγούσα στους έρημους δρόμους για την τοποθεσία όπου υπήρχαν γκρεμνοί και βαθιές χαράδρες. Ιδανική μεριά να τα πετάξω, σκέφτηκα ευχαριστημένος, ιδανική και δίκαιη, γιατί τ' αφήνω στην τύχη τους να σκοτωθούν ή όχι.

Ανοιξα το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου για να με συντροφεύει στη μοναχική μου διαδρομή. Το τραγούδι που ακούστηκε φαίνεται πως συγκίνησε κάποιο όνειρο, γιατί ξανάκουσα λυγμούς. Κι όταν θυμήθηκα, ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό μου. Το τραγούδι αυτό που τυχαία ακούστηκε ήταν ένα από τα αγαπημένα που πλαισίωναν μια εποχή σφόδρα συναισθηματική και φιλόδοξη, τραγούδι-σύμβολο. Τότε η απολυτότητα και η ορμή μου με τοποθετούσαν στο κέντρο του κόσμου, του δικού μου όμως κόσμου, γι' αυτό και βρέθηκα καθημαγμένος έξω από τον κύκλο της αντικειμενικότητας. Το όνειρο πίσω μου έκλαιγε και το συνόδευε η μουσική, η ίδια μουσική που το γέννησε και το γιγάντωσε, ενώ εγώ μπροστά οδηγούσα σφίγγοντας τα χείλη μου να πνίξω τον αναστεναγμό. Οχι, δεν έκλεισα το ραδιόφωνο σαν δειλός. Ακουσα το τραγούδι μέχρι το τέλος, στα βάθη της αποτυχίας μου είχα ατσαλωθεί και μάλιστα ηδονιζόμουν με τις μηδενιστικές μου αποφάσεις. Η πίστη μου ότι η αποτυχία ελευθερώνει ήταν τόσο δυνατή, ώστε θα μπορούσα, αν ήθελα, και όρη να μετακινήσω. Το τραγούδι τελείωσε και οι λυγμοί του ονείρου μετατράπηκαν σε ένα ρόγχο που έμοιαζε επιθανάτιος. Πεθαίνει, σκέφτηκα και ανέπτυξα ταχύτητα. Το δειλινό έφευγε, κρυβόταν στο βάθος της δύσης, αλλά δε θ' αργούσα να φτάσω στο επιλεγμένο σημείο του γκρεμνού.

Ηταν φως ακόμη όταν έφτασα, λυκόφως ανοιξιάτικο συνυφασμένο με απροσδιόριστη νοσταλγία. Ο ονειρόσακος μου φάνηκε πιο βαρύς ή ίσως εγώ ήμουν πιο κουρασμένος. Τον τράβηξα ωστόσο προσεκτικά και τον έσυρα στο κατάλληλο σημείο. Δυσκολεύτηκα να λύσω τους κόμπους για να απελευθερώσω τα όνειρα, αφού από τη μανία μου να μη φύγουν τους είχα δέσει πολύ σφιχτά. Ο σουγιάς που είχα στο συρτάρι του αυτοκινήτου μαζί με διάφορα άχρηστα αντικείμενα, όπως λόγου χάρη ένα μικρό ορθογραφικό λεξικό, μολονότι είμαι άριστος ορθογράφος, ή ένα μπουκαλάκι ουίσκι που ποτέ δεν πίνω, έδωσε τη λύση.
Οταν άνοιξα τον ονειρόσακο και τον έγειρα προς το μέρος του γκρεμνού ξαφνιάστηκα. Τα περισσότερα όνειρα ήταν ήδη νεκρά, δεν άντεξαν φαίνεται την έλλειψη οξυγόνου, ενώ μια μικρή ομάδα σε λίγο θα ξεψυχούσε. Ελάχιστα ήταν αυτά, όπως το ταξιδιάρικο της εφηβείας και άλλα παρεμφερή και πιθανόν της ίδιας εποχής, που πέταξαν σαν πουλιά ξεφεύγοντας από την κόλαση του γκρεμνού. Τα έβλεπα να χάνονται στον αέρα, δεν είχα θλίψη, αλλά ήμουν κατάπληκτος με την εμμονή τους. Πού θα πάνε, σκέφτηκα με κακεντρέχεια, πώς θα σταθούνε μόνα τους χωρίς εμένα; Λησμονώντας ο βλαξ πως για πάμπολλα έτη ζούσαν ανεξάρτητα από τη συγκατάθεσή μου.

Ο ονειρόσακος είχε αδειάσει όταν πέταξα τα νεκρά και ημιθανή όνειρα. Ενα βάρος έφευγε από το στήθος μου στη σκέψη πως τώρα θα ήμουν απολύτως ελεύθερος. Τη στιγμή όμως που ετοιμαζόμουν να πετάξω και τον ονειρόσακο άκουσα έναν περίεργο ήχο. Εβαλα το χέρι μου στον πάτο του ονειρόσακου και έπιασα ένα αρτιγέννητο όνειρο. Πότε πρόλαβε να γεννηθεί, αναρωτήθηκα, και ποιας επιμειξίας προϊόν ήταν; Δεν υπήρχε ακόμη κανένα ιδίωμά του, τόσο ελάχιστο ήταν. Μόνο ο ήχος πρόδιδε την ύπαρξή του.
Στάθηκα δίβουλος: να το πετούσα στον γκρεμνό πριν μεγαλώσει και προβάλει απαιτήσεις ή να το κρατούσα; Θυμήθηκα ότι στο παρελθόν είχα ένα μικρό ενυδρείο με λιλιπούτεια χρυσόψαρα. Με τον καιρό και παρ' όλη τη φροντίδα μου είχαν όλα πεθάνει κι απέμεινε μόνο ένα, το μικρότερο. Και τότε ξαναβρέθηκα στο ίδιο δίλημμα, αλλά ήμουν νέος και ανθεκτικός. Ετσι, έβαλα το χρυσοψαράκι σε μία μεγάλη κατσαρόλα με νερό και το επέστρεψα στο κατάστημα των ενυδρείων για να το κρατήσουν συντροφιά με τα άλλα. Ετσι έπραξα τότε. Και με αυτή τη μνήμη, έβαλα στη χούφτα μου το ονειρατάκι (λέξη επινοημένη από τον Διονύσιο Σολωμό), το άφυλο και αδήλωτο, και το παρατηρούσα.
Οχι, δεν το πέταξα, δεν μπόρεσα να το πετάξω και δεν προτίθεμαι να αναλύσω τους λόγους αυτής της απόφασής μου.
Το πήρα μαζί μου στο δρόμο της επιστροφής, γιατί εγώ και το ονειρατάκι μου χωρούσαμε μια χαρά στο σπίτι...


Πηγή: Ριζοσπάστης


Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

Παρουσίαση βιβλίου: Οι Έλληνες παίδες στην αρχαιότητα


Οι Έλληνες παίδες στην αρχαιότητα
Συγγραφέας: Ελένη Λαδιά
Εκδόσεις: GEMA, Αθήνα 2010
Σελ: 302

Το βιβλίο διαβάζεται τόσο αποσπασματικά, όσο και με μιας. Η Ελένη Λαδιά, δαμάζει ένα ομολογουμένως τεράστιο υλικό κάνοντάς το προσιτό στον αναγνώστη με την σοφή κατανομή του σε θεματικά κεφάλαια. Είναι το πληρέστερο, νομίζω, στο είδος του διότι προσεγγίζει τις περισσότερες πτυχές του ανεξάντλητου και τρυφερού αυτού θέματος, ενώ δεν απευθύνεται μόνο σε αρχαιογνώστες αλλά στον καθέναν που θα ήθελε να γνωρίσει, μέσα από τον θερμό και γλυκύ λόγο των εξαίρετων ελληνικών της Ελένης Λαδιά, τη θέση του παιδιού στην αρχαιότητα. Παράλληλα στον αναγνώστη δίνεται ευκαιρία συνάντησης με στίχους αρχαίων και νεώτερων ποιητών που η συγγραφέας ενθέτει στο κείμενο αφού, όπως η ίδια μας λέει, «… η μυθολογία και η λογοτεχνία έχουν κοινή καταγωγή και ίσως όχι τόσο διαφορετικούς δρόμους.»
Στα περιεχόμενα του βιβλίου διαβάζουμε για:

Την παιδική ηλικία των Θεών…
Για ιδιαίτερες περιπτώσεις παιδιών… όπως ο Τελεσφόρος, ο Αρποκράτης, ο Αρχέμορος…
Την σχέση των παιδιών με τα φίδια…
Τα παιδιά των μυστηρίων…
Τους άνακτες παίδες…
Τα παιδιά ιερείς…
Τους μαυροφορεμένους παίδες στο τέμενος της Ακραίας Ήρας…
Τα παιδιά στις εορτές…
Την παιδεία
Την παιδεραστία
Τους παιδικούς θανάτους…

Αυτό, το τελευταίο, άγγιξε τόσο την ψυχή μου...
Εδώ κορυφώνεται η ευαισθησία της συγγραφέως, η αγάπη της για την νιότη, οι ελπίδες και η φροντίδα που η ίδια και αξιώνει και επιφυλάσσει για τις μελλούμενες γενιές παιδιών μέσα από το πολύπλευρο επιστημονικό και λογοτεχνικό της έργο και την διαρκή βεβαιότητα πως το μόνο καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε για τα παιδιά είναι να τους παρέχουμε Παιδεία… αυτήν που, όπως η συγγραφέας επισημαίνει, ο Πυθαγόρας τα προέτρεπε να ασχολούνται επιμελώς, μιας και πήρε τ’ όνομά της από την δική τους ηλικία.

Το εξώφυλλο, που φιλοτέχνησε η Άλκηστις Μιχαηλίδου, κοσμεί «περιδέραιο» παιδικών κεφαλών από αγάλματα ή θραύσματα που η συγγραφέας συνάντησε στις έρευνές της και μοιράζεται μαζί μας την πολύτιμη διαχρονία της ομορφιάς τους.



Ελένη Λιντζαροπούλου



Παρουσίαση βιβλίου: Ταραντούλα


Τίτλος: Ταραντούλα

Συγγραφέας: Ελένη Λαδιά


Εκδότης: Βιβλιοπωλείον της Εστίας


Έτος: 2008


Κατηγορία: Ελληνική Λογοτεχνία


Σελίδες: 237


Ένα βιβλίο γραμμένο για ν’ απαντήσει σε ερωτήματα
ή να γεννήσει μυριάδες τέτοια;



Η Ελένη Λαδιά, γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε αρχαιολογία και θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επίσης είναι πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ η λογοτεχνία αποτελεί την αποκλειστική της απασχόληση από τα εφηβικά της χρόνια. Μυθιστορήματα αλλά και διηγήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες, ενώ αρθρογραφεί και δημοσιεύει μελετήματα στον περιοδικό και ημερήσιο Τύπο.

Διάβασα την Ταραντούλα της Ελένης Λαδιά απνευστί…

Ένιωσα πουλί που πετά ανάμεσα στις σελίδες του, νύμφη που αναδύεται από τις γραμμές του και ερώτημα που γράφεται εντός του.
Με κέρδισε.
Το κύριο πρόσωπο του έργου, ο αφηγητής-συγγραφέας, ο Ευμένης, είναι ένας μεσήλικας μυθιστοριογράφος που αποφασίζει να μην ξαναγράψει λογοτεχνία.
Ο λόγος απλός: η καθολική έκπτωση, η απουσία ιδανικών, η υποκειμενικότητα και ο ξεπεσμός στο χώρο της τέχνης του.
Παρ’ όλη την απόφασή του όμως, στο ταξίδι που πραγματοποιεί στο χωριό του με σκοπό να συγγράψει το μελέτημά του για τις χριστιανικές αιρέσεις, τα πρόσωπα του μυθιστορήματος που καταπιέζει μέσα του ξυπνούν και μπαινοβγαίνουν αυθαιρέτως στην πραγματικότητά του. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, πρέπει να γράψει.
Το βιβλίο, φαινομενικά, ακολουθεί τον γνωστό δρόμο των παράλληλων διηγήσεων. Δεν είναι όμως έτσι. Εδώ η διήγηση ξεδιπλώνεται σε τρία επίπεδα, συμβολικά και πραγματικά, για να ενωθεί στην κορύφωση και την «από μηχανής λύση» της, σε έναν άλλο τόπο, τα απομεινάρια των ονείρων του συγγραφέα.

«Η λογική των ανθρώπων», το μελέτημα του Ευμένη για τις αιρέσεις, συγγράφεται στο πάνω πάτωμα του πατρικού του σπιτιού, όπως μας λέει ο ίδιος. Η «Ταραντούλα», το νέο του μυθιστόρημα, γράφεται στο κάτω πάτωμα. Η διήγηση του τοκετού της συγγραφής παράλληλα με την προσωπική συνάντησή του με το παρελθόν και το παρόν του «γράφεται» στον δρόμο.
Η τριαδικότητα του βιβλίου είναι το αρμόζον πλαίσιο για το θεολογικό θέμα που πραγματεύεται.

«Τρία πρόσωπα, μία ουσία, ο Θεός.»
«Τρεις διηγήσεις, ένα θέμα, ο άνθρωπος.».

Στο μελέτημα του Ευμένη, ξεδιπλώνεται καθαρά, με συμπυκνωμένο μα εύληπτο λόγο, η ανθρώπινη σκέψη, η αναζήτηση της αλήθειας, σφυροκοπημένη ανελέητα από το θεολογικό υπέρλογο. Τα πρόσωπα και οι θεωρίες τους γίνονται προσιτά μέσα από τη γραφή της Ελένης Λαδιά. Οι αγωνίες τους, διάφανες. Οι θεωρίες τους αγγίζονται άλλοτε με σκεπτικισμό και ανθρώπινη κατανόηση κι άλλοτε με ξεκάθαρη επιστημονική προσέγγιση. Ερωτήματα και απαντήσεις, ιστορικά στοιχεία και πρόσωπα, μεγάλοι αιρεσιάρχες και κινήματα, Πατέρες της Εκκλησίας και δογματικές αλήθειες της Ορθόδοξης Παράδοσης, στις σελίδες του βιβλίου, αποκαλύπτονται στον υποψιασμένο αναγνώστη που δεν είναι απαραίτητα και γνώστης του εκκλησιαστικού παρελθόντος και των δογματικών περιπετειών της χριστιανικής πίστης.
Στα βάθη της αναζήτησής του, ο Ευμένης, φτιάχνει την δική του αίρεση για να αναπαυθεί εντός της. Μάταια! Παραληρεί ψιθυρίζοντας δογματικές αλήθειες, τραγούδι και φυλαχτό του νου συγκινητικό. Σαν να ομολογεί πίστη στην «Επί τη Κρήνη του Ύλα Σύνοδο», για την αγάπη των ανθρώπων και την μαρτυρία του συνομηλίκου Χριστού.
«Η λογική των ανθρώπων», από την πλευρά της επιστημονικής πληρότητας, θα μπορούσε πράγματι να αποτελεί ένα ξεχωριστό βιβλίο. Γραμμένο με τόση επάρκεια, όση μας έχει συνηθίσει η Ελένη Λαδιά στα αρχαιογνωστικά της μελετήματα, χωρίς να χάνει στο ελάχιστο η γλώσσα του από τα ωραία ελληνικά της συγγραφέως που τόσο γοητεύουν τους λάτρεις της Λογοτεχνίας.

Το δεύτερο και ομώνυμο μέρος του βιβλίου, η Ταραντούλα, γράφεται στο κάτω πάτωμα. Στο σκοτεινό υποσυνείδητο που ανακαλείται άλλοτε γλυκά και άλλοτε οδυνηρά στη μνήμη. Εδώ πρωταγωνιστούν οι ένοικοι ενός τριώροφου σπιτιού, της πολυκατοικίας στην οποία διέμενε στο παρελθόν ο συγγραφέας.
Μια ζωγράφος και παλιά φίλη, η Στρατονίκη, αποτελεί το κύριο πρόσωπο της διήγησης. Μια γυναίκα αναλωμένη σε σαρκοβόρους έρωτες που ζωγραφίζει τρισυπόστατες θεές, σημείο αναφοράς και νοήματος. Ένας σάκος με βαριά μυστικά, τα μυστικά της, παραδίνονται στα χέρια του συγγραφέα. Γύρω, τσακισμένα πουλιά, οι άνθρωποι, κι ακόμη πιο τσακισμένη εκείνη. Εκείνη επιβαίνει στο άρμα της αδιόρατης θλίψης που όμως, παθολογικά, είναι κατάθλιψη.
Η τέχνη της γραφής αφήνει να φανούν οι αναπηρίες του έρωτα, ενός έρωτα άλλοτε σάρκινου και γήινου κι άλλοτε εκτεθειμένου και ασθμαίνοντος, χωρίς να προχωρά σε ηθικές κρίσεις. Τριγύρω πάθη πολλά. Τα πάθη των ανθρώπων. Φιλημένα στο στόμα με αγάπη, χωρίς κατάκριση. Χαϊδεμένα. Η συγγραφέας τα προσεγγίζει με την απαλότητα και την συγχωρητικότητα ανθρώπου που κατανοεί τα βάθη και τα ύψη τους, τα αναδέχεται και τα μεταμορφώνει σε λόγο.

Το τρίτο επίπεδο του βιβλίου είναι ο δρόμος. Η καθημερινότητα και η σκέψη του Ευμένη. Τα πρόσωπα από το παρόν και το παρελθόν που μπαινοβγαίνουν στη ζωή και τη μνήμη. Άλλοτε ακάλεστα κι άλλοτε ανακλημένα από την μυστική διεργασία της έμπνευσης.
Πρόσωπα πραγματικά, πρόσωπα πλεγμένα με την αλληγορία και το μύθο, άλλα αλλοπαρμένα, συχνά αλλόκοτα, φιγούρες δύσμορφες. Άλλοτε πάλι πρόσωπα αγαπημένα, τρυφερά γνωστά, από τον συγγενικό, τον ερωτικό ή τον φιλικό κόσμο μιας παράξενης, μυστικής σχεδόν, φωτοσκίασης.

Τέλος δεν υπάρχει εδώ. Τα τρία επίπεδα του βιβλίου ενώνονται. Τα πρόσωπα του εισβάλουν στη ζωή του συγγραφέα. Οι πραγματικότητες των ηρώων σμίγουν σ’ έναν μυστηριακό και μανιώδη χορό γνώσης και λύτρωσης.
Η «λογική» και τα «πάθη» των ανθρώπων συμπλέκονται. Παρόν και παρελθόν αλληλοπεριχωρούνται σε έναν ατέρμονο κύκλο.
Καθένας μας έχει θέση εκεί αν το θελήσει, μα και αν το μπορεί…


Ελένη Λιντζαροπούλου


Αποσπάσματα από κριτικές για το έργο της Ελένης Λαδιά

v Το 1974 γράφει στην εφημερίδα ΑΘΗΝΑΙΚΗ ο Σ. Μαράντος για την Αποσπασματική σχέση: ''«Έκπληξη ήταν για τον γράφοντα τα βιβλία της άγνωστης ως χθες νέας πεζογράφου. Μέσα στις δεκάδες άχρωμα και απρόσωπα βιβλία του καιρού μας, όταν ανακαλύπτεις τη σφραγίδα του θεού, σε κάποια κείμενα συγκινείσαι βαθύτατα. Γιατί γράφτηκαν από μια πλησμονή, από ένα ανθοβόλημα πνευματικό, από μια ανάγκη της οποίας τίποτε δεν μπορεί να ματαιώσει την καρποφορία. Ομορφαίνουν τη ζωή, της δίνουν βαθύτερο νόημα, προσεπιβεβαιώνουν τις αιώνιες αξίες της.»

v Ο Απόστολος Σαχίνης στο περιοδικό ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ, Ιούλιος-Οκτώβριος 1981, γράφει: «… Τίποτα δεν γράφεται στην τύχη, στην Αποσπασματική σχέση, ό,τι αποτυπώνεται στο χαρτί έχει άμεση και σίγουρη ανταπόκριση με τα μέσα στρώματα της ψυχής. Χάρηκα ιδιαίτερα την κλασική και ώριμη αφηγηματική γραφή της Ελένης Λαδιά, που αναφέρεται σε σύγχρονα περιστατικά και σε σύγχρονες καταστάσεις, κι εκφράζει μια νέα και σύγχρονη ευαισθησία, χωρίς περιττούς πειραματισμούς, χωρίς άσκοπες προσπάθειες δήθεν καινοτομίας, χωρίς τεχνικές ή άλλες επιτηδεύσεις».

v Στις 15.11.1978, ο Ανδρέας Καραντώνης στην κριτική του για τον Μαύρο Ερμή στο περιοδικό Νέα Εστία, γράφει μεταξύ άλλων: «… Η Ελένη Λαδιά δεν δίνει το περιώνυμο δράμα της μοναξιάς, - ένας από τους τυπικά κοινούς τόπους της σύγχρονης τέχνης – αλλά την ίδια της την υπόσταση, σαν συγκεκριμένη κατάσταση ζωής. Αυτή η μοναξιά έχει διαστάσεις, τη ζει κανείς, συνταυτίζεται με το χρόνο της βίωσής μας, που η Ελένη Λαδιά τον εκφράζει με πλήθος παρομοιώσεις γεωμετρικής καταγωγής: “Ο χρόνος σε σχήμα παραλληλόγραμμου τους πλαισίωσε”. – “Ο χρόνος σε σχήμα κύκλου τους τύλιξε σαν φωτοστέφανο” – “Ο χρόνος σε σχήμα τριγώνου τους άγγιξε”…» Φανερά έχουμε να κάνουμε με μια ιδιότυπη πρόζα, που μας δίνει μια καινούρια λογοτεχνική γεύση. Μια πρόζα που υποδηλώνει μια κάπως σκοτεινή ιδιοφυία».

v Για το μυθιστόρημα Χι ο Λεοντόμορφος κριτική στο περ. Ευθύνη, τχ 190, Οκτώβριος 1987, από τον Γιώργη Κότσιρα. »… Η Ελένη Λαδιά είναι ιδιόμορφη και ιδιόρρυθμη πεζογράφος προχωρημένου αφηγηματικού είδους προσωπικής απόκλισης ως προς τούτο: οτι συνδυάζει τη διείσδυση στην ψυχολογική κατάσταση των ηρώων της με φαντασία κυμαινόμενη ανάμεσα ονείρου και αδήριτης πραγματικότητας.

v Περ. Αθηνόραμα, Αύγουστος 2003, κριτική του Κωστή Παπαγιώργη γι το βιβλίο Φρειδερίκος και Ιωάννης. « Δοκιμασμένη σε πολλά είδη λόγου και κυρίως σε μια ενδοσκόπηση ασυνήθιστη για γυναίκα, η Ελένη Λαδιά με το Φρειδερίκος και Ιωάννης ακροβατεί σε ένα κατεξοχήν παρακινδυνευμένο θέμα, όπου ο Νίτσε και ο Ιωάννης της Κλίμακος συνδιαλέγονται μέσα από την σεπτή μεθερμηνεία της αφηγήτριας».

v Για το βιβλίο Φρειδερίκος και Ιωάννης κριτική του Ηλία Κεφάλα στο Περ. Οδός Πανός (τχ 6, 1992). »…Θέλω να τονίσω με όλη μου την παρρησία ότι ένας οποιοσδήποτε συγγραφέας δεν θα τα έβγαζε εύκολα πέρα με ένα βιβλίο σαν το Φρειδερίκος και Ιωάννης της Ελένης Λαδιά. Δύσκολο είδος, κάτι ανάμεσα στο ημερολογιακό μυθιστόρημα και την αυτοβιογραφική εξιστόρηση, όπου πρωτεύουσα σημασία δεν έχει ο μύθος των εξωτερικών πραγμάτων, αλλά οι αόρατες εσωτερικές αντιπαλότητες. Η συγγραφέας παρακολουθεί την πνευματική της ανέλιξη σε μια βαρύνουσα για τη ζωή της περίοδο, παγιδεύοντας τον εαυτό της σε μια θέση ταξινόμησης ιδεών και ιδεοληψιών, που βαραίνουν τη μνήμη της κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα. Με μια αναμφισβήτητα μεγάλη γλωσσική δεξιοτεχνία και μια ανεμπόδιστη ροή λόγου κατασταλαγμένου και ποικιλμένου κατανικάει την παγίδα αυτή και ξεκαθαρίζει με μια ενδελεχή προσδιοριστικότητα τις αντιφάσεις, τις έλξεις και τις απώσεις, που χαρακτηρίζουν την κοπιώσα ύπαρξη».

v Για το βιβλίο Εξ Αιγύπτου, Άγιοι των Κοπτών κριτική στο περ. Νέα Εστία, (τχ 141, 1997) από τον Κώστα Σαρδέλη. »… Η κ. Ελένη Λαδιά ανήκει στις κορυφαίες κυρίες της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, η οποία εργάζεται σεμνώς και αθορύβως και έχει δώσει σειρά έργων – μυθιστορημάτων, διηγημάτων, ταξιδιωτικών και μια συλλογή ποιημάτων Φάθι Ζαρατούστρα (1976). Το τελευταίο μυθιστόρημά της Ή θητεία (1994) είναι ένα έργο μεγάλης ωριμότητας που την καθιστά κυρίαρχο του λογοτεχνικού αυτού είδους με το προσωπικό ανεπιτήδευτο ύφος της, τη συνθετική της δύναμη και το σύγχρονο περιεχόμενο του βιβλίου, το οποίο με τη έμπειρη γραφίδα της τιθασεύει και μετουσιώνει σε άριστο αισθητικό αποτέλεσμα.

v Για το μυθιστόρημα Τα Άλση της Περσεφόνης κριτική του Αλέξη Ζήρα στο περ. Διαβάζω (τχ 386, 1998) »… Συνήθως το μυθιστορηματικό σύμπαν της Λαδιά είναι θεμελιωμένο πάνω σε καίριες αμφιλογίες. Δεν υπάρχει τίποτε χωρίς το άλλο του. Ας πούμε δεν υπάρχει ιστορία που συγκροτεί αυτό το σύμπαν και δεν λέγεται με δύο τουλάχιστον τρόπους: από τη μία πλευρά παρακολουθούμε ένα παιχνίδι ευτυχίας, δυστυχίας, χαράς και μελαγχολίας στο οποίο εμπλέκονται τα πρόσωπα ως στοιχεία ζωτικά, από την άλλη υπάρχει εξακολουθητικά και σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης ένα επίπεδο στοχαστικής κατόπτευσης που χρησιμοποιεί ο αθέατος αφηγητής, εναλλακτικά ή συνδυαστικά, θυμίζοντας στον αναγνώστη ότι η χαριτωμένη όψη των πραγμάτων μπορεί κάλλιστα να είναι το άνοιγμα προς τη μυστηριώδη ουσία τους».

v Για το μυθιστόρημα Τα Άλση της Περσεφόνης κριτική στο περ. Ευθύνη(τχ 316, 1998), από τον Ορέστη Αλεξάκη. »…Θα πρέπει να διευκρινίσω ότι το κύριο και χαρακτηριστικό προτέρημα του βιβλίου της είναι η πνευματικότητα, δηλαδή η μεταφυσική του διάσταση. Η διαίσθηση ότι τα ιστορήματα αυτά ξεδιπλώνονται μέσα στο αθέατο φως μιας θεότητας, που τα περιβάλλει και τα διαποτίζει, η διαίσθηση ότι όλα τελούνται κάτω απ΄το μάτι του Θεού και ότι για όλους υπάρχει κάπου ένας τόπος δικαίωσης, είναι αυτό που μεταγγίζει στον αναγνώστη - ακόμα και σε πιο σκεπτικό όπως ο υπογράφων -ένα γοητευτικό συναίσθημα παρηγοριάς και παραμυθίας. Η Λαδιά αποτελεί ασφαλώς μια ξεχωριστή μα και εξέχουσα περίπτωση στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία».

v Για τα Άλση της Περσεφόνης κριτική στην εφ. Το Βήμα στις 15.2.1998 από τη Νανά Ησαΐα με τίτλο «Χοές από μελάνι». »… Είναι δύσκολο να παρουσιαστεί αυτό το μεγάλο βιβλίο με τα εξίσου ενδιαφέροντα δευτερεύοντα πρόσωπα σε μια κριτική. Πρόκειται για την αμείλικτη πραγματικότητα και σύγχρονα για την μεταφυσική της θεώρηση με βιβλικές και αρχαιοελληνικές αναφορές και συλλήψεις απόλυτης ωραιότητας , όπως άρρηκτα έχουν δεθεί με τη σύγχρονη πλοκή. Η κορύφωση συμβαίνει στην τελευταία ιστορία, όταν η ηρωίδα συναντάει ίσως τον ‘παράδοξο άντρα’ που συχνά έβλεπε στα όνειρα στο πρόσωπο ενός φίλου. Είναι ο μύστης που την αποτρέπει από τη ζωή, προτείνοντας τη δημιουργία. Μετά τον θάνατό του, σε ένα όραμα, η ηρωίδα βλέπει την εορτή που της είχε υποσχεθεί σε ένα νεκρόδειπνο στον κήπο της, που έχει μεταμορφωθεί σε μυθολογικό άλσος της Περσεφόνης».

v Κριτική για την συλλογή διηγημάτων Ο Έτυμος Λόγος στην εφ. Ριζοσπάστης(8.1.1999) από την Τιτίνα Δανέλλη. »… Η συγγραφέας τοποθετεί στη διηγηματική αυτή συλλογή, όπως σε όλα της τα έργα, πάνω στο χαρτί την κάθε λέξη με περίσκεψη και σεβασμό. Γιατί η λέξη είναι τόσο ακριβή, όσο ένα πολύτιμο σπάνιο πετράδι. Τα διηγήματά της είναι ιστορίες που βυθίσουν τον αναγνώστη στο χώρο της μαγείας, που του επιτρέπουν να εισχωρήσει στην ψυχή των ηρώων κάνοντάς τον να νιώθει την αγωνία τους και να συμμερίζεται τον αγώνα τους για την αναζήτηση του ‘θεού’ και της αυτογνωσίας. Η Ελένη Λαδιά με τον Έτυμο Λόγο συνεχίζει την ανοδική δημιουργική πορεία της, αλλά και στέκεται αδιάφορη στα λογοτεχνικά συγγραφικά τεχνάσματα και ρεύματα, στις εφήμερες πεζογραφικές νόρμες και μόδες που ακολουθούν πολλοί ομότεχνοί της. Οξυδερκής, διεισδυτική, διαχρονική αλλά και λυρική η Ελένη Λαδιά κινείται στα δικά της ανώτερα μονοπάτια και με ακρίβεια, σαφήνεια και υπόγειο χιούμορ καταγράφει την πορεία του ανθρώπινου προβληματισμού. Η γλώσσα και η σκέψη που κυριαρχούν και στις δέκα ιστορίες επαληθεύουν τον τίτλο του βιβλίου, αφού ο λόγος της καθώς αντλεί την έμπνευσή του από την αρχαία λέξη ‘έτυμος’, που σημαίνει πραγματικός, βέβαιος, είναι αληθινός».

v Κριτική για το βιβλίο Ο Έτυμος Λόγος στην εφ .Τύπος της Κυριακής (24.1.1999) από τον Σαράντο Ι. Καργάκο. »… Γερά διαβασμένη και εξασκημένη στο γράψιμο, ώστε να χρησιμοποιεί έναν άρτιο ελληνικό λόγο, εύκαμπτο, εύπλαστο, διανοητικό και συνάμα ποιητικό, η Ελένη Λαδιά προσπαθεί να μπει στα μυστικά της λέξης και από εκεί να προχωρήσει στα μυστικά της σκέψης και της ψυχής.

v Κριτική στην εφ. Καθημερινή (7.8.2005) για τον συγκεντρωτικό τόμο διηγημάτων με τον γενικό τίτλο Ο Μαύρος Ερμής από την Νένα Ι. Κοκκινάκη: «30 Οράματα σε μορφή διηγήματος. Τα πρώτα έργα της Ελένης Λαδιά». »… Η Λαδιά, της οποίας η πεζογραφία δίκαια χαρακτηρίστηκε ως ‘λογοτεχνία οραμάτων’, αναπλάθει και μετουσιώνει την ύλη σύμφωνα με την ανάπλαση του αρχετύπου που εισήγαγε ο Γάλλος θεωρητικός Bachelard. Οι ήρωες της Λαδιά βιώνουν την υπαρξιακή αγωνία δίνοντας ο καθένας τον δικό του αγώνα για την πνευματική ολοκλήρωση. Στα πρώτα της διηγήματα, η συγγραφέας ασκείτε τόσο στη θεμελίωση του τρόπου γραφής της, γραφή άμεση, ρεαλιστική και παράλληλα φανταστική, δομημένη πάνω στη φιλοσοφική θεώρηση των πραγμάτων, όσο και στην ολοκλήρωση των βασικών μορφολογικών χαρακτηριστικών της, από τον ολοκληρωμένο μύθο ως το στιγμιότυπο, από τον εξομολογητικό χαρακτήρα ως τον εμπιστευτικό, διανθισμένο με εκλεπτυσμένη ειρωνεία και αυτοσαρκασμό. Η νομοτελειακή σχέση της με τους ήρωες των αφηγήσεών της αλλά και με το χρόνο και τη χρονικότητα καθιστούν την αφήγησή της μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περιπέτεια αναζήτησης του εσώτερου εντός».

v Κριτική για τη νουβέλα Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι στο περ. Ευθύνη (τχ 426, 2007) από τη Νατάσσα Κεσμέτη. »… Έτσι το ερωτικό ζεύγος της νουβέλας επανερχόμενο μέσα σε άλλους καιρούς και σε άλλους χρόνους, όντας και μη όντας ταυτόχρονα, ως άλλος αλχημικός Ερμαφρόδιτος, γίνεται το μέσον που φανερώνει τη λατρεία και τον πόνο της συγγραφέως για την ελληνική γλώσσα, για την Ελλάδα του σήμερα με ευκαιρία το κάθε χτες. Μιαν Ελλάδα πάντα κατά τον ένα ή άλλο τρόπο σπαραγμένη ανάμεσα στην ελευθερία της οικουμενικότητας και στη βαρβαρική συμμόρφωση προς την εκάστοτε παγκοσμιοποίηση. Ωστόσο το βιβλίο δεν είναι ούτε δοκίμιο ούτε μυθολόγημα. Παραμένει μια ωραία νουβέλα μέσα στην επιπλέον τόλμη μιας επίφοβης ακροβασίας, κατά την οποία η Ελένη Λαδιά παράλληλα ανέπτυξε ένα είδος μονογραφίας για την τέχνη της, η οποία θα δικαίωνε ακόμα και τον υπότιτλο: The portrait of a woman Artist!».

v Για τη νουβέλα Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι στο περ. Νέα Εστία, (τχ 1799, 2007) το εκτενές δοκίμιο της Μαρίας Στεφανοπούλου με τίτλο «Περί νόστου και οικουμενικότητας ή το όραμα του Ανανία».»… ‘Εγώ τα αποτυπώματά μας τα οσμίζομαι παντού, σε ολόκληρη τη γη, γιατί είμαι ένα αρχαίο, ελληνικό σκυλί’, θα πει η αφηγήτρια που επισκέπτεται την Αλεξάνδρεια στην προκείμενη νουβέλα. Αν ο Πρωτέας ήταν σκυλόμορφος, θα ταίριαζε τέλεια ως προσωπείο της συγγραφέως. Χρόνια τώρα, τούτο το ‘αρχαίο, ελληνικό σκυλί’, η αφηγήτρια της Λαδιά, διασχίζει απ’ άκρη σ΄ άκρη την ελληνική γη, τα ερείπια και τις κοιτίδες του μείζονος ελληνισμού αναζητώντας, άλλοτε λυπημένο και άλλοτε με τον ενθουσιασμό οιστρηλατημένου ζώου, τα ίχνη του αφεντικού του, τη χαμένη φωλιά του, γράφοντας σελίδες επί σελίδων για να την ξαναχτίσει, με λόγια και χαρτί έστω. Για ποια φωλιά όμως πρόκειται, για ποιο καταφύγιο, για ποια απώλεια; »… Είναι ο πόθος για τη ρίζα, δηλαδή για τη φιλοσοφία, πόθος για την αρχή που βλέπει στο μέλλον. Κυρίως όμως είναι νόστος προς τα μέσα, όχι προς τα πίσω. »Ένας τέτοιος γυρισμός- προς τα μέσα- είναι και το ταξίδι μνήμης που επιχειρεί η Ελένη Λαδιά στην πρόσφατη νουβέλα της Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι. Η αφηγήτρια, σε μια επίσκεψη στη σύγχρονη Αλεξάνδρεια, την πόλη των ονείρων της, επιχειρεί μια νοερή επιστροφή στο παρελθόν των ταραγμένων ελληνιστικών χρόνων και συγχρόνως μια οδυνηρή κατάδυση στην εφηβεία και τη νεότητα της, μέσα από δύο πρώιμους έρωτες που τέλειωσαν εξίσου άδοξα και καταστροφικά, όπως καταστροφικά βιωνόταν τους χρόνους εκείνους το τέλος του αρχαίου κόσμου, αλλά και η αρχή του χριστιανισμού που το διαδεχόταν ,πρόκειται για συγκρούσεις πάθους, λατρείας και μίσους, που τα προσωπεία της αφηγήτριας- έφηβη ειδωλολάτρισσα και οπαδός του γνωστικού Καρποκράτη, η νέα γυναίκα χριστιανή ορθόδοξη που διώκεται από τους οπαδούς του αρειανισμού, τις βιώνουν καταλυτικά, έτσι ώστε η αφηγήτρια- συγγραφέας (η νουβέλα είναι γραμμένη σε πρωτοπρόσωπη γραφή ) να ετοιμάζεται στο τέλος να εγκαταλείψει την πόλη φετίχ που λατρεύει και με την οποία είναι ταυτισμένη, νιώθοντας μια τριπλή αποδέσμευση: ελευθερώνεται από το βάρος της Ιστορίας και της πίστης (που απασχολεί τη συγγραφέα), από την ενοχική συνείδηση των ερώτων (που βασανίζει την αφηγήτρια) από την εξιδανικευμένη εικόνα της πόλης (που στοιχειώνει τη συγγραφέα- αφηγήτρια).

v »… Το μεγάλο μυθιστόρημα αυτογνωσίας της Λαδιά Τα άλση της Περσεφόνης εκδίδεται το 1997.Πρόκειτε για την νέκυια της συγγραφέως, μια κάθοδο στον Άδη ή μάλλον στο βάθος του εαυτού (που αρχίζει από την παιδική ηλικία), όπου κοιμούνται τα πρόσωπα που έχουν φύγει από τη ζωή μας, με θάνατο ή με ζωντανό χωρισμό. »… Στην πεζογραφία της Λαδιά οι καθημερινοί άνθρωποι σχετίζονται, ανταμώνουν, συνομιλούν με αρχετυπικές φιγούρες ή οι ίδιοι αυτοί ανακαλούν μέσα από το χαρακτήρα τους συμβολικά πρόσωπα, με τον τρόπο που οι προμηθεïκοί άγγελοι κατέβηκαν στη Γη κι έσμιξαν με γυναίκες, διεκδικώντας μια πράξη ελευθερίας. Είναι ένας προσωπικός τρόπος να μιλάει η συγγραφέας για τα ιερά κείμενα και τα ανθρώπινα, μια προσωπική θεολογία, θα λέγαμε, με τάσεις ίσως μυστικισμού. Αρχετυπικές φιγούρες ανδρών είναι ο μοναχός, ο διάβολος, ο ιερέας, ο μάγος, ο άγιος, ο άνδρας παρθένος, ο συγγραφέας, ο δίφυλος μάντης Τειρεσίας… Αρχετυπικές γυναίκες φιγούρες είναι η παράφορα ερωτευμένη, ο πειρασμός, η καλόγρια, η υφάντρα ξωτικό, η μελαγχολική μητέρα, η πολύανδρη, η υπνοβάτισσα ρομαντική… ο διάλογος μεταξύ αρχετυπικού κόσμου και πραγματικού είναι μια μορφή διαλόγου μεταξύ ιερού και ανίερου: με άλλα λόγια, η συμφιλίωση με τον εαυτό.

v »… Το μυθιστόρημα Η Χάρις εκδόθηκε το 1999. Η συγγραφέας αντιμετωπίζει το πρόβλημα της αγάπης σαν μοιραία κατάληξη της μεγάλης αγωνίας του χρόνου και του θανάτου, της πίστης και του λόγου. Η αναγωγή έχει επιτελεστεί. »… Με τη Χάρι μεταβαίνουμε από την πολυπλοκότητα και την αντίφαση του εγώ (της έρευνας του εαυτού) στην αντιφατικότητα και το πολυσχιδές του αντικειμενικού κόσμου, του κοινωνικού περίγυρου. Οι αντιθέσεις που συγκρούονται στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, κλεισμένου στο δωμάτιό του, τώρα εμφανίζονται ως αντιθέσεις ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους, ανάλογες με τις δυνάμεις του σύμπαντος. Η μονοφωνία του ήρωα ή η διφωνία των ζευγαριών γίνεται πολυφωνία ατόμων. Ωστόσο, και οι ιδέες των πολλαπλών προσώπων θα μοιραστούν σε ζευγάρια ηρώων προκειμένου να βιωθούν με δραματική ένταση πιο άμεσα- ως σύγκρουση και ως συναίνεση ταυτόχρονα. Η πολυφωνία εξάλλου ως αφήγηση και έρευνα του συλλογικού πλέον εαυτού θα συνεχίσει να ξετυλίγεται σε κλειστό χώρο, αφού παραμένει υπόθεση της εσωτερικότητας και της αναμέτρησης με τα όρια του εγώ, που μοιάζει να γυρεύει την ίαση, μια τελική κάθαρση.