ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑ ΚΟΛΑΖ ΙΙΙ

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Η Τούλα Ρεπαπή γράφει για το "Φρειδερίκος και Ιωάννης" της Ελένης Λαδιά

"Ουράνια Θεωρήματα"
          Ή
  Φιλεπίστροφα πάθη

Η Ελένη Λαδιά, σε μια εποχή «που όλα έχουν χαθεί», πλημμυρισμένη από ενοχές και απώλειες, διωγμένη, αφήνει τα πάντα πίσω της και σ΄ ένα νοικιασμένο, άδειο σπίτι εγκαθίσταται με μόνη συντροφιά τις άγνωστες ακόμη μικρορωγμές των τοίχων. Τις δικές της, τις ήξερε.Μια μέρα, σ’ ένα ράφι φτιαγμένο από πακέτα τσιγάρων, ακουμπά το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Φρειδερίκου Νίτσε. Τον διάλεξε για δύο λόγους.  Αυτός δεν ήθελε μαθητές και της ίδιας της άρεσε να φεύγει. Στις σελίδες του ζητά καταφύγιο και διέξοδο στην σκέψη της μεγάλης απώλειας και όταν ανακαλύπτει πως έχει ήδη ζήσει την πιο μεγάλη στιγμή στη ζωή της, αντικρίζει τα πάντα περιφρονώντας την ασημαντότητα τους.Όλα παίζονται σε μια καθοριστική στιγμή. Αυτό συνειδητοποιούσε και συμφωνούσε με τον Νίτσε, που αναιρούσε όσα της είχε πει, σαν η αντίφαση του να ήταν μια άλλη προσέγγιση για να ολοκληρωθεί το σύνολο. Άλλωστε, όσες περισσότερες φορές ανεβοκατέβεις στον Άδη τόσο πιο πολύ μειώνεις την απόσταση και καταλήγεις πως τα δύο είναι το ένα και το αυτό.Η ηρωίδα βρίσκει την μοναξιά εξίσου επικίνδυνη με την ελευθερία, την πίστη ή την υποταγή και φοβάται μην γίνει πλάνη και την μετατρέψει σε ασκητή. Φόβος που της γεννιέται από τον ίδιο το Νίτσε, που σαν ακροβάτης υπερπήδησε τον εαυτόν του, κινδυνεύοντας η άβυσσος να καταπιεί το Νου του. Όπως και έγινε. Αυτήν την υπέρβαση θέλει και η συγγραφέας. Να τα αναγνωρίσει όλα,  να τα αμφισβητήσει, να αναιρέσει  την βάση και την ουσία τους, κάνοντας  ένα βήμα μπρος και δέκα πίσω. Κάπου φωνάζει και η ίδια πως «ο Θεός πέθανε». Ίσως θέλοντας να τον κατηγορήσει γιατί δεν την προστάτεψε από την μεγάλη απώλεια. Και όταν όλα έχουν χαθεί με ποίον άλλον να συνομιλήσεις εκτός από αυτόν που μίλησε για τον Θεό;Δέχεται το πεπρωμένο. Την ειμαρμένη. Την αιώνια επιστροφή  των  Προσωκρατικών ή την κυκλική κίνηση του Εμπεδοκλή, την ανελέητη διαδοχή, όπως οι κυκλικοί τοίχοι που είναι καμωμένοι από ευθείες, σαν το παράδοξο του Ζήνωνος για το βέλος που παραμένει ακίνητο κατά την διάρκεια της κίνησης του.Όταν πλέον αρχίζει το σώμα της να αντιδρά αναζητώντας τη ζωή, τότε συναντά την ταύτιση του Νίτσε με την συμπαντική  αντίληψη των  Προσωκρατικών. Και  αποχαιρετώντας τον Νίτσε, επιδιώκει την «Αιώνια Επιστροφή» πλημμυρισμένη από χαρά και ευφορία, διότι αξίζει το αποτέλεσμα της  αγάπης στο πεπρωμένο.Και τότε ο Ιωάννης ο Συναίτης της Κλίμακος γίνεται το στήριγμά της για την επιστροφή. Και ερωτά «πως να μείνω στο βουνό με τον Φρειδερίκο, όταν δεν έχω κανέναν σκοπό;» «Πως να μείνω κοντά στον Ιωάννη  ακολουθώντας την κλίμακα που οδηγεί στον Θεό, όταν δεν πιστεύω;» Έτσι φέρνει σε αντιδιαστολή τους δύο. Απορρίπτει και την παρουσία του «Γέροντα» εξομολογητή. Αναιρεί όμως και τον εαυτόν της, βρίσκοντας δικαιολογίες για την επιστροφή της στον κόσμο. Έτσι με μία επίσκεψη στο Ναό της Δήμητρας, συμβιβάζεται αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητα των Θεών για μια προσευχή στο Σύμπαν από την ανθρωπότητα, δεν αναγνωρίζει όμως και την ύπαρξη τους.Το πένθος την είχε οδηγήσει στον Φρειδερίκο και τον Ιωάννη. Διάλεξε τον Νίτσε γιατί πρέσβευε πως ο Θεός πέθανε και έψαχνε στα βουνά να βρει τον Υπεράνθωπο, ενώ ο Ιωάννης ο Σιναίτης πίστευε πως ο Θεός υπάρχει και πήγε στα βουνά για να ζήσει μόνο μαζί του. Συνομιλεί μαζί τους, μάχεται τον εαυτόν της χωρίς έλεος και χωρίς να καταλήγει σε κανένα συμπέρασμα. Τελικά, ομολογεί πως όλες οι σκέψεις της ήταν ένα σαθρό αποτέλεσμα μιας ρευστής διάθεσης, κατεβαίνει από τα όρη, τους βάζει στο ράφι, επιστρέφει στην καθημερινότητα και γίνεται ένα κομμάτι της ανθρωπότητας.Ένας υπόγειος πόνος διατρέχει τις σελίδες, που τον έχω συναντήσει σε πολλά βιβλία της Ελένης Λαδιάς και μου είναι πλέον γνωστός. Αυτό το θολό και αιώνιο που βγαίνει μεταφέροντας τον αναγνώστη στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής, με αποτέλεσμα να μη  ξέρεις αν συνομιλεί με την «απώλεια», τον Νίτσε, τον Ιωάννη, τον Θεό, ή τον εαυτό της. Με χρήση γλώσσας κεκοσμημένη με σπάνιες λέξεις, τόσο όμορφη και τόσο κομψότατα θλιμμένη σαν επιτάφιος, θρηνεί με αξιοπρέπεια τη μεγάλη απώλεια που δακρύζεις γιατί δεν μπορεί να κλάψει η ίδια. Όταν καταφέρει στο τέλος να ξεσπάσει σε δάκρυα γεννά έναν άλλον εαυτό και δυνατή επιστρέφει  στον κόσμο. Ο,τι δεν μας σκοτώνει μας κάνει πιο δυνατούς.

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

De Profundis ή «Το τυχαίο, είναι η φοβερότερη όψη του Θεού», κριτική της Τούλας Ρεπαπή για τον Ονειρόσακκο της Ελένη Λαδιά


Και ένα πρωί ξυπνά και το μικρό της διαμέρισμα δεν χωρά την πληθώρα των ονείρων της. Στα χρόνια που πέρασαν, από τα παιδικά της χρόνια μέχρι τώρα, ταξινομήθηκαν από μόνα τους, αναπαράχθηκαν, άλλα κλαψουρίζουν ακόμη και άλλα την κοιτούν κατάματα, θεωρώντας την υπεύθυνη για το ότι βρίσκονται ακόμη στο ράφι. Στην αναμονή. Άλλα δεν άντεξαν τη δοκιμασία του χρόνου και εξέπνευσαν. Άλλα πάλι, εξόριστα από την πραγματικότητα, έγιναν εφιάλτες. Δέσμια των ονείρων της, το πήρε απόφαση, και ένα πρωί τα έβαλε σε ένα σάκκο, τα έδεσε με σκοινί πολύ σφιχτά και τα πήγε με το αυτοκίνητο να τα πετάξει στον γκρεμό. Στη διαδρομή άκουσε λυγμούς να έρχονται από τον σάκκο. Ήταν και το τραγούδι που έπαιζε. Πόσα όνειρα είχε κάνει τότε, τότε που ήταν το κέντρο του κόσμου! Έφτασε και τα πέταξε όλα στον γκρεμό. Και ξαφνικά ένα όνειρο γεννήθηκε. Να ζει πια χωρίς όνειρα!

Με αυτό το διήγημα ξεκινά η Ελένη Λαδιά την αφήγησή της και ακολουθούν και άλλα δώδεκα. Όλα έχουν συνοχή και εξέλιξη μεταξύ τους, αλλά και μέσα τους. Η επίσκεψή της δε στο πατρικό της σπίτι ζωντανεύει τα παιδικά της χρόνια και σαν να ζει σε δύο σύμπαντα συναντιέται με τα φαντάσματα των προγόνων της. Του πατέρα της ιδιαίτερα.

Η Ελένη Λαδιά πρώτη φορά τραβά την αυλαία και αφαιρώντας όλα τα προσωπεία των ηρώων της που κατά καιρούς φόρεσε και περπάτησε στις σελίδες της, μας υποκλίνεται και αποκαλύπτεται. Μαγική και Θεϊκή με όλους τους πόνους να την κατατρώγουν σαν όνειρα, ενύπνια, εφιάλτες, φαντάσματα, οράματα, θαύματα, οπτασίες, έρωτες, χρησμοί, δαίμονες και δαιμόνια.

Ο εξοικειωμένος με τους ήρωές της αναγνώστης τούς αναγνωρίζει όλους, εκτός μερικών που προτίμησαν να μείνουν κολλημένοι στις σελίδες της. Περισσότερο όμως αναγνωρίζει αυτόν τον βαθύ υπόγειο πόνο που με τόση αξιοπρέπεια και δωρικότητα ξέρει να εκφράζει για την ίδια. Για τον Άνθρωπο. Πολεμά για το αυτεξούσιο της ύπαρξής της/του και για την ορθότητα ή όχι της πίστης προς τον Θεό. Μαγεύεται από τον Νείλο και τη Θάλασσα συμπληρώνοντας πως γίνονται από ανθρώπινα δάκρυα. Και αναφέρεται στον τρόμο, για τον τρόμο του Θανάτου, που βασανίζει τον άνθρωπο. Άνθρωποι ατελή όντα, συμπληρώνει.

Κινείται διάφανη, σαν το φάντασμα του Νικηφόρου, της Αλεξάνδρας, από το Πανδοχείο η Χάρις, της Φωτεινής, από τους ποταμίσιους έρωτες, της γυναίκας με το πλοίο στο κεφάλι, της Ταραντούλας, αποκαλύπτεται και τώρα την αγαπάμε πιο πολύ. Οι ήρωές της αναζητούν τον Θεό ενώ η ίδια ακόμη αμφισβητεί την ύπαρξή του, τη μετά θάνατο ζωή και τον Παράδεισο. Ροκάνιζαν την ψυχή της όσο ήταν εν ζωή και γι’ αυτό έγραφε. Έπλαθε έναν άλλο κόσμο για να αντέχει αυτόν της πραγματικότητας. Και όμως τους βλέπει .Πεθαμένοι από χρόνια. Φαντάσματα πια. Φάντασμα κι αυτή. Στις συναντήσεις της μαζί τους μειώνει την απόσταση κατεβαίνοντας συνεχώς στον Άδη. Μέχρι να γίνουν οι δύο κόσμοι ένα.

Ένα βιβλίο γραμμένο για τους κόσμους των ονείρων, των ενυπνίων και της πραγματικότητας. Για την τυχαία συνάντηση των γραμμών που ενώνουν τους δύο κόσμους. Της αρέσει να βαδίζει ανάμεσά τους. Ή καλύτερα σε έναν κόσμο που μυρίζει κλεισούρα και παρελθόν.

Η Ελένη Λαδιά, μοναδική στη γραφή των διηγημάτων, προσεγγίζει τα προσφιλή της θέματα κάθε φορά από άλλη οπτική γωνία με αποτέλεσμα ο πιστός της αναγνώστης, αν και πατά το ίδιο μονοπάτι –της Ιστορίας, Φιλοσοφίας και Θρησκείας–, να αλλάζει τον βηματισμό του για να συγχρονιστεί μαζί της και να δει και πάλι τον κόσμο αλλοιώς.

Με γλώσσα που μαγεύει, που θυμίζει τον πλούτο και τις ρίζες των λέξεων, που φορούν τα καλά τους και παρελαύνουν στις προτάσεις της απαστράπτουσες. Ταυτόχρονα, με συμπαγή γραφή και επιλεγμένες λέξεις με βάθος και ευρυχωρία ερμηνειών, τα κείμενά της κοσμούν την ελληνική λογοτεχνία. Λάμπουν στην ταχύτητα και την προχειρότητα της εποχής που ζούμε. Πόσες έννοιες, ιδέες, τοποθετήσεις σε μία πρόταση! Μόνο η Ελένη Λαδιά το καταφέρνει αυτό, χωρίς να κουράζει.

Ένα βιβλίο σπάνιο. Από αυτά που πρέπει να διδάσκονται στα σχολεία, για την έμπνευση, τις ιδέες, τις γνώσεις, το ήθος και πολύ περισσότερο για τη μαγεία, τον πλούτο, το κάλλος της ελληνικής γλώσσας και την τέχνη της γραφής

Εκδοτικός Οίκος: ΕΣΤΙΑΣ
Συγγραφέας: Ελένη Λαδιά
Κατηγορία
Ελληνική Λογοτεχνία
ISBN
978-960-05-1552-7
Σελίδες
137


Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Πανδοχείον η Χάρις ή Ένα μυητικό ταξίδι, γράφει η Τούλα Ρεπαπή


Στο βιβλίο της Ελένης Λαδιά με τον τίτλο «Η Χάρις», η Αλεξάνδρα, η ηρωίδα του βιβλίου, ξεκινά για ένα ασυνήθιστο ταξίδι.
Στη διαδρομή, η βροχή τής εμποδίζει την ορατότητα και ζητά καταφύγιο στο Πανδοχείο «Χάρις» που συναντά τυχαία. Την υποδέχονται η σεβασμία Ουρανία και ο πιστός Ανδροκλής. Της ζητούν τα στοιχεία της, προσθέτοντας παράλληλα πως ταυτότητα και υπογραφή είναι άνευ σημασίας. Της παραχωρούν, όπως συνηθίζουν για κάθε ένοικο, ένα δωμάτιο σαν μήτρα που δεν έχει χρησιμοποιηθεί από κανέναν άλλον πριν και την επομένη ο Ανδροκλής την οδηγεί σε μια βιβλιοθήκη χωρίς βιβλία, σαν μια αίθουσα διασκεπτηρίου ή μνήμης. Εκεί υπάρχει μόνο ένα τετράδιο όπου οι ένοικοι καταγράφουν το σημαντικότερο γεγονός της ζωής τους. Οι αυστηροί κανόνες του τελετουργικού δεν παραβιάζονται από κανέναν, την ενημερώνει ο Ανδροκλής. Η Αλεξάνδρα αποτυπώνει το αιώνιο ερώτημα.« Ποιος είμαι; Πού πάω; Από πού έρχομαι;» Και έτσι της επιτρέπεται να συναντηθεί με τους υπολοίπους για να επιτευχθεί η επιθυμητή και επιβεβλημένη περιχώρηση, την οποία επιδιώκει ο νόμος του Ξενοδοχείου.
Οι υπόλοιποι ένοικοι, επτά τον αριθμό, ίσοι κι ελεύθεροι, διαμένουν εκεί αποκλεισμένοι από την βροχή και, έχοντας υποστεί το ίδιο τελετουργικό, αισθάνονται την μεταβατικότητα της παραμονής τους. Κουβαλούν αποτυπώματα μνήμης, έχοντας στοιχειώσει μέσα τους όσους έζησαν μαζί τους. Επιστρέφουν στο τότε που τους στιγμάτισε και το κάνουν τώρα. Πλάθουν μύθους, γιατί δεν αντέχουν την αλήθεια. Συντρίμμια του έρωτα, βυθισμένοι στη μοναξιά και την απελπισία, ταλανίζονται από τις προκαταλήψεις, ψευδαισθήσεις και ενοχές τους. Τους ήρωες καθορίζουν οι επιλογές τους, ενώ και στο πιο μεγάλο πάθος δεν ολοκλήρωσαν τίποτα. Ανικανοποίητοι, προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα γιατί χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσουν τα διότι. Τα γεγονότα μοιάζουν να εξελίσσονται άλλοτε άδικα και άλλοτε απρόβλεπτα. Λες και η ευτυχία δεν συμπεριλαμβάνεται στο θείο σχέδιο. Παρόλο που οι ήρωες διατηρούν το αυτεξούσιο, κανείς δεν τολμά να πιστέψει ή να δράσει, χωρίς να οδηγούνται στο επέκεινα. Προεπιλεγμένη πορεία τούς κυνηγά και τους αποδυναμώνει, μέχρις ότου αυτή εκπληρωθεί.
Η ανεξήγητη δολοφονία μιας μικρής με το όνομα Χάρις και η ανάστασή της είναι ένα σημαντικό κομμάτι του βιβλίου, όπου φαίνεται πως οι ήρωες προτιμούν την πλάνη από την πραγματικότητα, το χειροπιαστό από το όραμα.
Τέλος, το ξενοδοχείο πιάνει φωτιά, μεταμορφώνοντας τον Ανδροκλή σε Ιεροκλή, ενώ δραπετεύουν ο Συμεών και η Αλεξάνδρα.
Πολλούς συνειρμούς γεννά το Πανδοχείο, με τη δαιδαλώδη δομή και το διαχωρισμό του σε δύο μέρη από μια έρημο, παρομοιάζοντάς το με Συνείδηση, Εγκέφαλο, Ναό,ο Πάνω και Κάτω Κόσμος, οι υποψιασμένοι και οι ανυποψίαστοι της ζωής.
Η έννοια περιχώρηση, λέξη κλειδί στο βιβλίο της Ελένης Λαδιά, παραμένει ασαφής ως προς την ερμηνεία της. Όλα τα στοιχεία της φύσεως, νερό, αέρας, γη, φωτιά, χρησιμοποιούνται ωσάν συμβολικές μυητικές περιοδείες, όπου σε κάθε ολοκλήρωσή τους η Ζωή προχωρά ή μεταμορφώνεται. Η συγγραφέας ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στο στοιχείο του νερού, θέλοντας να τονίσει το άπιστο, το ρευστό, το διαυγές, το θολό, το υπόγειο, που ξεδιψά ή λυτρώνει με δάκρυα. Στην αρχαιότητα ήταν η αρχή των πάντων, εδώ γίνεται η αιτία που η Αλεξάνδρα εισχωρεί στο μυητικό χώρο για να στεγαστεί. Πολλές ιδιότητες του νερού αποδίδονται και στο χρόνο, κάνοντας τους ήρωες να διαπιστώνουν πως είναι ρευστός, άπιαστος, συστέλλεται, διαστέλλεται, παγώνει, διαφεύγει, ενώ γίνεται αιχμηρός, χαράζοντας πρόσωπα και καρδιές, καίτοι άλλοτε υποκειμενικός ή αντικειμενικός αγγίζει το αιώνιο. Ωστόσο, διαθλάται κάτω από το βλέμμα των ηρώων, οι οποίοι συναισθηματικά φορτισμένοι τον τσακίζουν παρεμβαίνοντας στη συμβατική μέτρησή του. Τέλος, παρουσιάζεται σαν υγρό κάτοπτρο, όπου αντανακλάται με ναρκισσισμό ο αιώνιος αντίπαλος του ανθρώπου, ο εαυτός του.
Η συγγραφέας με πολυεπίπεδη γραφή απλώνεται μεταξύ ύλης και πνεύματος, πληρώνοντας τους κόσμους του πραγματικού και του φανταστικού. Ως εκ τούτου απαιτεί πλέον της μιας αναγνώσεις, ενώ ο χρόνος συνωμοτεί μαζί της και ο αναγνώστης γίνεται πιόνι του ενός μέτρου-άμετρου. Δωρική στο λόγο, επιλέγει λέξεις με βάθος νοήματος και ευρυχωρία ερμηνειών, τον απογυμνώνει από καθετί περιττό και το κείμενο αποπνέει θεϊκή πίστη, συμπόνια για τον άνθρωπο, τα διλήμματα και τα αδιέξοδά του.
Μήπως τελικά η «Χάρις» είναι το θείο δώρο της ζωής, να είμαστε αυτεξούσιοι, ίσοι και ελεύθεροι για να περιχωρήσουμε στο σύνολο διατηρώντας την ατομικότητά μας και κατακτώντας την αυτογνωσία;
Μέχρι το τέλος του μυθιστορήματος, αίνιγμα ωστόσο παραμένει η ταυτότητα του συγγραφέα. Πρόκειται για την Αλεξάνδρα; Είναι ο Ανδροκλής; Είναι ο αόρατος ιδιοκτήτης; Είναι η γλώσσα των συμβόλων μέσα από τη μυητική διαδικασία του κειμένου; Ή μήπως είναι οι ήρωες, οι οποίοι γίνονται αυτεξούσιοι μέσα στις σελίδες επειδή τους δίδεται « η Χάρις» της περιχώρησης του ατομικού και συλλογικού πεπρωμένου;
Ίσως όμως συγγραφέας να είναι και κάθε αναγνώστης ο οποίος εισχώρησε μέσα στο «χαριτωμένο» κόσμο των συλλήψεων της Ελένης Λαδιά.