ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑ ΚΟΛΑΖ ΙΙΙ

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Η σελίδα της Ελένης Λαδιά στο facebook

Από τα χέρια και την αγάπη του μεταφραστή της στα Ρουμάνικα Claudiu Nicolae η Ελένη Λαδιά έχει πια σελίδα και στο Facebook. Σας περιμένουμε και εκεί για διαδραστική επικοινωνία και φυσικά με όλα τα δημοσιεύματα και τα βιβλία της συγγραφέως. 

Πολλές Ευχές με υγεία και δύναμη 



Η ηλεκτρονική διεύθυνση της σελίδας είναι: https://www.facebook.com/eleniladia.writer

ΥΓ... Η κάρτα είναι από τα χέρια του Claudiu 

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Στα ρουμανικά η «Αποσπασματική σχέση»




Με ένα μυθιστόρημα της καταξιωμένης Ελληνίδας πεζογράφου Ελένης Λαδιά εμπλουτίζεται η σειρά «Βιβλιοθήκη Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του ρουμανικού εκδοτικού οίκου «Omonia». 
Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Αποσπασματική σχέση», που κυκλοφόρησε στα ρουμανικά, σε μετάφραση του Claudiu Sfirschi-Laudat. Μέσα από τις 221 σελίδες του βιβλίου αναδεικνύεται η επιστολογραφία μιας γυναίκας η οποία, μέσω της συγγραφικής της τέχνης, πασχίζει να ανασυνθέσει αναδρομικά μια σχέση φιλίας και αγάπης, που ποτέ δεν βιώθηκε στην καθημερινότητά της, παραμένοντας ανολοκλήρωτη. 
«Ο παραλήπτης αυτών των νοσταλγικών επιστολών, πάλι μια γυναίκα, γίνεται η ηρωίδα με πολλαπλά ονόματα ενός μυθιστορήματος που αναπτύσσεται μέσω των γραμμάτων που ο επιστολογράφος διαβάζει και συναρμόζει, σαν να ήταν ψηφίδες σκορπισμένες από το πέρασμα του χρόνου. Η Τέχνη και η Ζωή δίνουν μια γιγαντομαχία σ? αυτό το βιβλίο, μάχη που αναδεικνύεται δημιουργική και οριστική για τη μορφή και το περιεχόμενο αυτής της συγγραφής» δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, από το Βουκουρέστι η Έλενα Λάζαρ, ιδρύτρια και του «Omonia», που ιδρύθηκε πριν από 23 χρόνια, και είναι ο μόνος οίκος με αποκλειστικό σκοπό την προβολή του ελληνικού πολιτισμού στη φιλελληνική Ρουμανία, όπως θα σημειώνει η ίδια. Αξίζει να αναφερθεί, ότι από τις έως τώρα 135 εκδόσεις του οίκου, περίπου 50 τίτλοι είναι μεταφράσεις σημαντικών έργων νεοελληνικής λογοτεχνίας, που αποτελούν τα δύο τρίτα από το σύνολο των μεταφράσεων ελληνικών έργων που έγιναν στη Ρουμανία τα τελευταία 25 χρόνια.

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ 

Άλλα δημοσιεύματα ΕΔΩ 

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ κείμενο της Ελένης Λαδιά από το diastixo.gr

Είναι πλέον γεγονός πως όσο περισσότερη συμπύκνωση έχει μία ποιητική πρόταση, τόσο μεγαλύτερη και περιέχουσα έννοια διαθέτει.
Χθες την νύχτα, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, κατά τις τέσσερις, ξαναδιάβασα το μικρό και εύχυμο βιβλίο του Ελύτη με τον τίτλο, 2Χ7 ε, όπου επεσήμανα μία θαυμάσια ποιητική πρόταση: «Η οπτική του ήχου». Ο ποιητής γράφει για το τελικό ν και αναφέρεται στις επιγραφές εταιρειών, ιδρυμάτων και καταστημάτων: ΦαρμακείΟ, καφενείΟ, ΑιματολογικΟ Κέντρο, ΠαιδαγωγικΟ ΙνστιτούτΟ. Και πιο κάτω συμπεραίνει: «Κανένας Ηρώδης δεν θα τολμούσε να διατάξει τέτοια γενοκτονία όπως αυτή του τελικού ν• εκτός κι αν του 'λειπε η οπτική του ήχου».
Αυτή η ποιητική πρόταση περικλείει την ομορφιά, που απολαμβάνουν τα μάτια και τα αυτιά, όταν εκπηγάζει από την σωστή ορθογραφία. Και με αυτή την πρόταση μπόρεσα να εξηγήσω τον λόγο για τον οποίον μαγεύονται οι εγγράμματοι αλλοδαποί, όταν ακούν την αρχαία ή απλώς την καθαρεύουσα, χωρίς να καταλαβαίνουν την γλώσσα, ή ακόμη και οι Έλληνες όταν διαβάζουν ένα τμήμα ομηρικής ραψωδίας χωρίς να κατανοούν το περιεχόμενό της. Οι φιλόλογοι και οι φιλολογίζοντες «που», καθώς γράφει πιο κάτω ο ποιητής, «χάρη στον ευφωνικό στραβισμό τους εκλαμβάνουν τον εαυτό τους για προοδευτικό», μας καταστρέφουν ακριβώς αυτή την ομορφιά, την ποιητική του ήχου. Έτσι μεταφράζονται και κομματιάζονται λέξεις που είναι και στα νεοελληνικά κατανοητές με περιφράσεις, όπως δολοπλόκος, αυτός που πλέκει δόλους ή λυσιμελής, ποικιλόθρονος κ. ά. 'Η ακόμη τρομαγμένοι ακούμε από τα ΜΜΕ να διαφημίζεται η «Ευριπίδη Ηλέκτρα» όπου εδώ καταστρέφεται η θαυμάσια γενική του ενικού των αρχαιοελληνικών ονομάτων (Ηρακλέους, Σοφοκλέους κ.ά) καθώς και το άρθρο, του οποίου η έλλειψη μας αναγκάζει να μιλούμε, όπως οι μετανάστες.
Οι λέξεις είναι ζωντανές κι όταν κομματιάζονται στο προκρούστειο κρεβάτι λόγω απλότητος, σκοπιμότητος ή τεμπελιάς, πονούν και η γραμμική τους απεικόνιση φανερώνει την αναπηρία τους. Προπαντός να μην λησμονούμε οι Έλληνες το τελικόν ν, και γενικώς το νοήμον ν, όπου χρειάζεται (νοήμον αφού κατά τις επιστημονικές έρευνες οξύνει τον νου μας) διότι οι λέξεις χωρίς το ν μοιάζουν με γάτες χωρίς ουρά.


Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Επικήδειος λόγος για την Μάνια Καραϊτίδη από την Ελένη Λαδιά




 ‘Αγαπημένη, ‘Αγαπημένη μας

Καλό σου ταξίδι στήν ἀντιπέρα ὄχθη

Αύτό τό πικρό κείμενο ἑνός ἐπικηδείου, γιά σένα γίνεται χαρίεν, διότι δέν θά ἀναφερθῶ στά συναισθήματα,--αὐτά εἶναι προσωπικά, μυστικά καί ἀθέατα-ἀλλά στήν προσωπικότητα σου, πού ἦταν σέ ὅλους ὁρατή. Ἀνῆκες στήν προνομιούχα στρατιά τῶν πολύ ἐξαιρετικῶν γυναικῶν, πού ἄφησαν τά ἴχνη τους, ἀκόμη καί σέ σκληρές ἐποχές.
Συνδύαζες τήν παιδικότητα μέ τόν στοχασμό, κι αὐτό φανερωνόταν ἀκόμη καί στήν διακόσμηση τοῦ μαγευτικοῦ σου γραφείου, πού τούς εἵλκυε ὅλους, δικούς σου καί ξένους συγγραφεῖς, δηλαδή ἐκεῖ ἐναρμονίζονταν τά ἄκρως ἀντίθετα, ἡ ἐλαφρότητα τῶν παιδικῶν στολιδιῶν μέ τήν σοβαρότητα τῶν μεγάλων ἔγχρωμων χαρτῶν, πού κρέμονταν στούς τοίχους.
Μόνον ἐσύ εἶχες τήν ἱκανότητα νά ἐπιτυγχάνεις τήν σύζευξη τῶν ἀντιθέσεων, τῆς χαρμολύπης καί τοῦ κλαυσίγελου. Ἤσουν χαρισμένη στόν κόσμο, ὅπως ὅλα τά πολύτιμα στοιχεῖα. Στήν νεότητά σου ἐθελόντρια νοσοκόμα στούς τραυματίες πολέμου, μετά ἡ ἐθελοντική ἐπίσης προσφορά σου στήν βιβλιοθήκη τῆς ΧΕΝ καί τελικῶς στόν μεγάλο ἆθλο, στόν ἐκδοτικό οἶκο, γιά τόν ὁποῖο εἶχες βραβευθεῖ ἀπό ἕλληνες καί ξένους πνευματικούς ἀνθρώπους. Οἱ πρωτοπόρες ἐκδόσεις σου, οἱ καλαίσθητες θά ἐπιζοῦν γιά πολλά ἔτη. Καθημερινά στό καθῆκον σου ὑπηρετοῦσες τό ἔργο σου μέ ἐφόδια τά περίφημα ἑλληνικά σου, τίς ξένες γλῶσσες πού μιλοῦσες παιδιόθεν, τήν αἰσθητική σου ἀντίληψη, τήν ἀπίστευτη γνώση σου, τήν μακροθυμία σου πού βεβαίως συνταραζόταν ἀπό ξεσπάσματα δίκαιου θυμοῦ καί τήν προσφορά σου σέ ὅποιον εἶχε ἀνάγκη. Δυνατή στήν ζωή καί καρτερική στά βάσανα τῆς ἀρρώστειας σου ἐπέτυχες πάλι τήν ἀπόλυτη σύζευξη: ἔφυγες γαλήνια γιά τήν συμπαντική ἀρμονία.

Ἑλένη Λαδιᾶ  4 Ἰουνίου 2014   


Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Αφαία αφανέρωτη – διήγημα της Ελένης Λαδιά


Bριτόμαρτι, σου γράφω συνεχώς, κατάρα μου τα λόγια βγαίνουν και ξαναγυρίζουν βόλια εναντίον μου, γράφω λέξεις που σβήνουν σαν πυροτεχνήματα, γίνονται χρυσόσκονη, διαλύονται, περιίπτανται με μοναδικό σκοπό να σε αναζητήσουν. Bριτόμαρτι, αόρατη και εξαφανισμένη.

Είναι όμως το αόρατο εξαφανισμένο; Το ξέρω, εξαφάνιση δεν υπάρχει, ούτε αόρατο, μόνο για τα δικά μας μάτια ισχύει. Πώς όμως να παρηγορηθώ, αφού με την όρασή μου βλέπω το σύμπαν ατελώς και με χίλιες ρωγμές;

Τώρα βρίσκομαι ενδεής συγγραφεύς να με σαρκάζει η ζωή, δεν δίνεται η άτιμη, δεν προσφέρεται, παίρνει μονάχα τα φτερωτά σου λόγια άχρηστα σκουπίδια για τη χωματερή ή ψεύτικο βάλσαμο για τον αλαφροΐσκιωτο.

Πώς πίστεψα Bριτόμαρτι, «γλυκειά παρθένα», πως αυτή τη φορά έφερνες εσύ τα σημάδια μιας καλής μοίρας, να γευθώ μαζί σου μια θεϊκή σχεδόν καθημερινότητα, να εξανθρωπισθούμε και οι δύο μαζί, περνώντας ο ένας μέσα από το σώμα του άλλου; Kι ύστερα έφυγες. Πού, γιατί, αόρατη, Αφαία.

H οσμή σου διαπότισε την ατμόσφαιρα, σαν σκυλί των επιτυμβίων στηλών σ' αναζητώ. Θα ήθελα να πεθάνω κυνηγώντας σε, να λαβωθώ πάνω στα βράχια να λιώσω ψόφιο πουλί από τον ήλιο και τη θαλασσινή αλμύρα.

Γυρίζω, τριγυρίζω, ξαναγυρίζω στον τόπο της εξαφάνισής σου, γύρω μου βαρύ το καλοκαίρι, άνθρωποι, τραγούδια, οσμές και ξεφωνητά καθημερινότητας. Kάποιος Ανδρέας σερβίρει αναψυκτικά σε μισομαυρισμένους παραθεριστές, μια γυναίκα σκουπίζει τον βρεγμένο της γιό, ένα πλαστικό σωσίβιο - δελφίνι πλέει στα ρηχά και πάνω του καβαλικεμένο το αγόρι, θλιβερή μυθολογική απομίμηση. Kι εγώ μόνος, ασκητής χρόνων, ερωτικός έγινα όταν μου ψιθύρισες το αλησμόνητο ρήμα, και η αφή του σώματός σου χλιαρό, θαλάσσιο ύδωρ, κόρη αιλουροειδής, με ξετρέλλαινε. Mέσα στο κορμί σου εναπόθετα την ψυχή μου, όλα τα έκαιγα στα πυρά σου, βάσανα, δάκρυα, φιλόδοξα σχέδια δημιουργίας, αυτός ο έρωτας μου γνώριζε τον Θεό.

Τι μου απομένει; φορώ τα ψεύτικα φτερά μου προσπαθώντας να γίνω άγγελος, να ξαναβρώ τον παράδεισο μαζί σου. Kαι συναντώ μονάχα λόγια, λέξεις δικές μου, κοινότοπες, φθαρμένες από την ερωτική χρήση αιώνων, μη δυνάμενος να σιωπήσω. Mόνον οι άγιοι σιωπούν και αποκρίνονται με θαύματα. Όπως ο άγιος του νησιού, που χρόνια κοιμάται δίπλα στο πεύκο που φύτεψε και αγκάλιαζε με περιπάθεια στην άγρια μοναξιά του. Του ζήτησα ένα θαύμα παράδοξο γι' αυτόν, να μου χαρίσει εσένα και τον έρωτα. Αόρατη, παντού και πουθενά.

O βόστρυχός σου πιάστηκε στη σχισμή του βράχου, όταν ήμασταν μόνοι και ολόγυμνοι στη θάλασσα, κι εγώ τον ξέπλεκα φιλώντας σε από τις ρίζες των μαλλιών μέχρι τα γλυπτά δάκτυλα των ποδιών σου. Mαζί μου μεταμορφώθηκες κόρη, έγινες χρυσαλλίδα ερωτική, χωρίς ποτέ να ξαναπείς το αρχικό σου ρήμα.

Xανόσουν στα κύματα, κι εγώ στη στεριά με το άκαμπτο κορμί αγωνιούσα, πάντα φοβισμένος μήπως και εξαφανισθείς. Kαι πάνω στην πιο τρελή μου αγωνία αναδυόσουν ολόγυμνη, μαυρόστιλπνη, κρατώντας δώρα της θάλασσας, κοχύλια, αστερίες και όστρακα με τα οποία συμβόλιζα τον έρωτά μας. Όταν σε περίμενα, οι στιγμές διαστέλλονταν, γίνονταν αιώνες.

Περπατώ ολομόναχος, σημειώνω ανόητα επιχειρήματα σε χαρτάκια, χλιαρά φιλοσοφικά αποφθέγματα, ανίκανος για κάθε πρωτοτυπία, κι οι λέξεις προτού εκστομισθούν χάνουν το νόημά τους, κι απομένει ένα ρήμα που διαρκώς επαναλαμβάνεται: σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, το λέω και το γράφω σα να θέλω να το εννοήσω και ο ίδιος.

Ποιός είμαι εγώ που αναζητώ, όπως ο όχλος την ευτυχία; Eνας αετός ήμουν, Bριτόμαρτι, καρφωμένος χρόνια στην ερημιά, ασκητής χωρίς πίστη, φλογισμένος από μια δύσπιστη γενναιότητα, δοσμένος σε υψηλόφρονη ουδετερότητα. Τώρα αναζητώντας σε γίνομαι ικέτης. Αφαία αόρατη.

Ξέρω πως αόρατη δεν σημαίνει απούσα. Άρα υπάρχεις.

Ερχόσουν, έφευγες, ξαναρχόσουν, δοκιμαστικά στάδια μύησης για τον τελεσίδικο αποχωρισμό με ανάγκαζαν να πεθαίνω και να ξαναγεννιέμαι.

Mου δινόσουν αιφνιδιαστικά, αβέβαιη και η ίδια για τον έρωτά σου, κι εγώ πάντα σε δεχόμουν σα να σε περίμενα εκατοντάδες έτη.

Στη βαθιά, βουβή συνουσία μας εγώ σου μιλούσα, γιατί άγιος δεν ήμουν, περίμενα όμως το θαύμα από σένα την σιωπηλή. Εσύ πυροδότησες αυτόν τον έρωτα, τον έπλασες σαν αγγείο βγαλμένο από τα χέρια αναποφάσιστου τεχνίτη.

Τι μας περίμενε; αναρωτιόμουν, φθαρμένος από το βάσανο να παγιδέψω το μέλλον. Εσύ δεν γνώριζες, δοσμένη σε μια μυστηριώδη ευσπλαχνία που θα αποφάσιζε για μας. Αυτή η αντίληψη μας διαφοροποιούσε ενώνοντάς μας συγχρόνως.

Εξαφανίστηκες στα κύματα, κάποια στιγμή δεν αναδύθηκες και πίστεψα πως είχες πνιγεί.

Θρηνούσα χωρίς δάκρυα, δοσμένος σε ασέληνες νύχτες, ώσπου το θρόισμα του ανέμου έφερε την οσμή σου.

Yπήρχες κοντά μου αόρατη αλλά παρούσα, όπως η ηχώ. Γνωρίζω πως ζης κι αυτό μου προκαλεί αναστάτωση.

Αν είχε πεθάνει Bριτόμαρτι, θα είχα θλιβερά ηρεμήσει, θα μεταμορφωνόμουν σε βράχο ή τμήμα ερήμου, θα αποκτούσαμε κι οι δυο μαζί τις ιδιότητες των ορυκτών.

Ζωντανός όμως και ορατός σε αναζητώ Αφαία, σε οσφραίνομαι και δεν σε βρίσκω. Σε αναζητούσα και στα όρη, εκεί όπου τα μονοπάτια μου ήταν γνώριμα από τους καιρούς της μοναξιάς. Εκεί εννόησα πως δεν θα σε ξαναβρώ.

O άγιος που κοιμάται κοντά στο πεύκο που φύτεψε είναι κουφός. Δεν ανταποκρίθηκε στις ικεσίες μου. Ποιά μοίρα σου όρισε να γίνεις αόρατη; Mετά από έτη αναζήτησης, λέγοντάς σου χιλιάδες λέξεις, στέλνοντάς σου μηνύματα στο άπειρο, έμαθα να αναγνωρίζω την αόρατη παρουσία σου μέσα από το ερωτικό τραγούδι, την περιπαθή πανσέληνο, τις πορφυρές παρειές του εφήβου, το βαθύ βλέμμα της ανταπόκρισης, το ερωτικό κάλεσμα του ζώου. Bριτόμαρτι με τις αναρίθμητες παρθενίες, διαρκώς αλιεύεσαι και ξεγλιστράς από τα δίχτυα, για να καταφύγεις, ανανεωμένη στα σκιερά άλση.

Σου γράφω λέξεις, εξαντλημένες από το ίδιο τους το νόημα, λόγια φτερωτά που τα πάλλει ο αέρας, σου φωνάζω ρήματα που τα παραποιεί η ηχώ και τα καταποντίζει ο θάνατος.

Πρωί και βράδυ ικέτης στα λείψανα του ναού σου, κυνηγημένη κι από δω, κι εγώ μόνος με το ερωτικό παράπονο στο μυαλό, επικαλούμαι: Bριτόμαρτι, Αφαία, αφανέρωτη, έλα για μια στιγμή ολοζώντανη μπροστά μου.


Αίγινα 22 Ιουλίου 1993

Το διήγημα «Αφαία αφανέρωτη» περιλαμβάνεται στη συλλογή «O έτυμος λόγος», εκδόσεις Αρμός, 1998.


Το κολάζ είναι έργο της συγγραφέως 

Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

Ελένης Λαδιά: Τό Χρυσοκόριτσο καί ὁ Ἱωάννης

ς ρχίσουμε πό τό προσωνύμιο, τό Χρυσοκόριτσο. πειδή χω μέ τόν ναγνώστη μου μακρόχρονη σχέση, πάνω πό μία τεσσαρακονταετία, φείλω νά το διευκρινήσω πώς δέν πάρχει κορίτσι καί μάλιστα χρυσό, διότι τό συγκεκριμένο πλάσμα ταν περίπου βδομήντα τν. Τό προσωνύμιο δωσε πέργηρη μητέρα, γιά τίς μεγάλες φροντίδες καί περιποιήσεις τς θυγατέρας. «Κορίτσια», λένε βεβαίως καί στά θεσσαλικά χωριά τίς γαμες καί τεκνες γυνακες, πού παρέμειναν σέ μία φάση τς ζως τους, μή ξελισσόμενη. Εχα γνωρίσει να τέτοιο γδονταπεντάχρονο κορίτσι, πού νομαζόταν Φανιώ.
ρωίδα μως τς στορίας μας εχε να κοινότατο νομα, να ποιοδήποτε, ς τήν πομε Μαρία. Προτιμομε μως νά τήν ποκαλομε νίοτε μέ τό δωρητήριο--  προσωνύμιο τς μητέρας της: Χρυσοκόριτσο.
Ο ζωές μητέρας καί κόρης ταν σφιχτοδεμένες σάν πλεξίδες. Σχεδόν τριάντα χρόνια τό Χρυσοκόριτσο περιποιόταν τήν μητέρα, κόμη καί σέ καιρούς πού κείνη ταν βιολογικς δυνατή. Μέ τόν θάνατο μως το συζύγου καί κυρίως το πολυαγαπημένου δελφο, γεία της κλονίσθηκε. Τόν πρτο καιρό το πένθους νας νεξήγητος ψηλός πυρετός τήν βασάνιζε, καί ξαιτίας του φέθηκε στά στοργικά χέρια τς κόρης, πού ντας νύπαντρη καί τεκνη, φοσιώθηκε στό «λικιωμένο» της παιδί. Μεγάλωναν μαζί μέ διαφορά εκοσι πέντε χρόνων. τσι ταν μητέρα γινε νενήντα πέντε χρον, θυγατέρα κατάκοπη ψυχικς καί σωματικς φτασε στά βδομήντα.
Μέχρι τότε τό Χρυσοκόριτσο δεχόταν διαμαρτύρητα τήν πίπονη περιποίηση, τίς πάμπολλες ρες πού παρέμενε κοντά στήν γριά σάν σωτερική δούλη το παλιο καιρο, τίς εκαιρίες πού χανε γιά ταξίδια καί διασκεδάσεις, τίς γρύπνιες, τόν πόνο το σώματος καί δίως τν χεριν, ταν βοηθοσε τήν μητέρα νά σηκωθε καί νά κάνουν μερικά βήματα στό δωμάτιο, νά τήν πλύνει νά τήν συνοδεύσει στήν τουαλέτα. Τελευταίως μως θές κόπωση, θές ζεστός καιρός μέ τήν ποπνικτική γρασία τήν καναν νά παραδεχτε πώς προσφέρει περισσότερα πό σα μπορε ες βάρος τς γείας της. μόνη καταφυγή της τά νειρα το λιγοστο πνου.
Τώρα μως τά νειρα το Χρυσοκόριτσου λλαξαν· ταν συναρμολόγητα λόγω τν πολλν καί αφνιδίων ξυπνημάτων, μολονότι πό τά τεμάχια το κρωτηριασμο τους, πλαθε καμιά φορά στορίες. νειρα φιαλτικά, γχωτικά, βεβαρημένα, μισοκρυμμένα κάτω πό παράξενες μορφές, σχήματα καί χρωματισμούς. Ατό μως πού τς ποδείκνυαν ταν τό πραγματικό γεγονός πώς εχε τήν νάγκη βοηθείας γιά τό δύσκολο ργο της. χι τήν πληρωμένη ριαία μερομίσθια  βοήθεια τν διαφόρων γυναικν μέ τά μάτια τους στραμμένα στούς δεχτες το ρολογιο γιά τήν ρα πού θά φευγαν. θελε βοήθεια γάπης λλά πόθεν; ταν τό μοναχοπαίδι τς οκογένειας, ν λοι ο συγγενες σκόρπισαν στόν θάνατο, στίς σθένειες καί στίς λλαγές διαμονς. Καί τώρα ο νύχτες γίνονταν βαρύτερες γιά νά ποκοιμηθον μεσλιξ καί πέργηρη. να βραδυνό νειρο μως τήν προβλημάτισε καί συγχρόνως τήν φόβισε. Εδε πώς μητέρα της γεννοσε, ταν τοιμόγεννη πάνω στό κρεββάτι καί τό Χρυσοκόριτσο τήν κοιτοσε κπληκτη. γραα γέννησε να γόρι πανάσχημο, τό ποο μεγάλωνε ταχύτατα λές καί βρισκόταν σέ μυθολογικό πεισόδιο. Μά τί τρέλα, ναρωτήθηκε στό νειρό της κόρη. Δέν χω δέλφια, μητέρα δέν μπορε πλέον νά γεννήσει καί πς νεογέννητος μεγάλωσε τρομακτικά, γινε λόκληρος νδρας, λίγα χρόνια μικρότερός της! Προσπαθοσε νά το βρε να νομα, κι ταν παραδέχτηκε πώς ταν ντως δελφός της, τόν φώναξε Γιάννη, φο Γιάννηδες βαπτίστηκαν λα τά γόρια το σογιο πρός τιμήν το πάππου. Κι ρχόμενος ταν νας πό τούς σαρανταπέντε Γιάννηδες; χι, δελφός το Χρυσοκόριτσου θά λεγόταν ωάννης, τσι θά τόν ποκαλοσε, δικός της δελφός μόνον ατό τό νομα θά φερε. ωάννης, καταπληκτικός!
ταν μεγάλωσε λοιπόν ωάννης σέ στιγμή χρόνου, πέκτησε μιά σπάνια μορφιά: τό κεφάλι του γινόταν πολλές φορές--δίως ταν σκεφτόταν- διάφανο καί φαινόταν γκέφαλός του, ταν ρατός καί φέγγιζε λές καί καρφώθηκαν πάνω του πολύχρωμες πούλιες.
Γύρω πό τό κεφάλι του σάν φωτοστέφανο πρχαν μαθηματικές ξισωσεις καί γεωμετρικά σχήματα. Κι ταν κενα φευγαν σάν ταινία πού μισοσβήνει, φαίνονταν μουσικές συνθέσεις. Τό Χρυσοκόριτσο στεκόταν μαγεμένο.
«Μαμά δελφός μου» επε συγκινημένη δείχνοντας τόν ωάννη λλά γραα τό ρνήθηκε. «Μόνο να παιδί γέννησα γώ, τό Χρυσοκόριτσό μου. Δέν ναγνωρίζω γιό.»
Τό Χρυσοκόριτσο θελε νά τς ξηγήσει πώς σως νά ταν ωάννης τό παιδί πού δέν γεννήθηκε τότε, ταν κάποτε  τς επε θεία της, «Ναί κάποιο γεννήθηκε λλά τό πετάξαμε στά σκουπίδια,» καί τό κατακαημένο Χρυσοκόριτσο ψαχνε τούς τενεκέδες νά βρε τά χνη το χαμένου δελφο. νά γεννήθηκε κρυφά τήν λλη φορά πού φαντάστηκε, -πηρρεασμένη πό τήν συμμαθήτρια πού καθόταν στό διο θρανίο- πώς καί δική της μαμά ταν γκυος. « μαμά μου πγε τριν μηνν» λεγε Χαρίκλεια, καί τό Χρυσοκόριτσο φανταζόταν πώς καί δική της εναι τριν. Δέν λεγε πουθενά τίποτα, μόνη της γνεθε τήν στορία. Κάποτε μως μαμά τς Χαρίκλειας γέννησε μία κόρη. Τό Χρυσοκόριτσο τά χασε, ντρεπόταν νά ποκαλύψει τό ψέμμα της καί επε να δεύτερο. « δελφός μου γεννήθηκε νεκρός,» μουρμούρισε μέ σκυμμένο κεφάλι. ταν τόσο ληθινό τό πένθος της, στε τά μάτια της γέμισαν δάκρυα, ν Χαρίκλεια λυπημένη γιά τό συμβάν, δέν ξανασυζήτησε γιά δέλφια.
Γι’ατό ταν πολύ φυσικό νά μφανισθε χαρισματικός δελφός, πλασμένος μέ τόση γάπη καί ναμονή, κι ς μήν τόν ναγνώριζε μητέρα. Γριά εναι, πέργηρη μάλιστα μπερδεύει φαντασία μέ πραγματικότητα.
 «λα ωάννη.» «’ρθα Μαρία νά σέ ξεκουράσω, εσάκουσα τά νειρά σου καί ρθα.»
Τά μαθηματικά προβλήματα γύρω πό τό κεφάλι του πιλύονταν ταχύτατα μέ μουσική πόκρουση συνθέσεις παράμιλλης πρωτοτυπίας καί μελωδίας.  Κάτω πό τά γυαλιά του γυάλιζε τό βλέμμα του σάν πυρωμένο σίδερο.  νας διοφυής δελφός!
ωάννης ξεκούραζε τήν δελφή του ναλαμβάνοντας λα τά κοπιώδη ργα, κι ατή ρχισε νά νιώθει καλύτερα: λιγόστευαν καί γλύκαιναν ο πόνοι στό σμα καί κυρίως στά σφυρά, στήν πλάτη καί στήν μέση.Τ χαρακτηριστικό μως  τς διοφυίας του ταν τακτοποίηση το χρόνου. ταν πήγαιναν νά διασκεδάσουν χρόνος διαστελλόταν, ν συγχρόνως συστελλόταν γιά τήν πέργηρη μαμά. τσι τά πέντε λεπτά πού μποροσε νά μείνει λομόναχη, χωρίς τήν συντροφιά κάποιας πληρωμένης οκιακς βοηθο, γίνονταν γιά τήν διασκέδαση τν δελφν πέντε λόκληρες ρες. Τό Χρυσοκόριτσο πού εχε χρόνια νά διασκεδάσει χωρίς γχος, πολάμβανε μέ τόν ωάννη θαυμάσιες στιγμές. Πρτα τόν πγε στόν κινηματογράφο, γιά νά ξαναδε να ρωσικό ργο το 1961, τότε πού κείνη ταν δεκαέξι τν. θελε νά διαπιστώσει τήν ντοχή το φίλμ μετά πό πολλά χρόνια καθώς καί τόν δικό της ρομαντισμό. κινηματογράφος που παιζόταν ταινία ταν παμπάλαιος. Περίμεναν λλά δέν φαινόταν ταμίας, ν καί εχε φθάσει ρα. Δύο κόμη πελάτες ρθαν, κείνη μέ να κκεντρικό νδυμα, πού πονοοσε σως τήν εκαστική της νασχόληση κι συνοδός της, κατά πολύ μεγαλύτερος μέ μακριά μαλλιά σέ σχμα λογοουρς, πού πεφτε  στήν πλάτη του. «Δέν εναι κανείς δ;» ρώτησε κάπως κνευρισμένο τό Χρυσοκόριτσο, πού θελε πάντα νά γίνονται λα στήν ρα τους. «Πρώτη φορά ρχεσθε;» επε μέ να διφορούμενο χαμόγελο κοπέλα, λές καί ταν μυημένη σέ κάποια αρεση. «Εναι, θά ρθουν. να λικιωμένο ζευγάρι χει τήν φροντίδα. Πάντως νά ξέρετε πώς ρθατε στόν πιό κάλτ κινηματογράφο.»
Σέ λίγο να μικρόσωμο γεροντάκι μέ μία αρα πού θύμιζε ντοστογιεφσκικό μυθιστόρημα χώθηκε στό ταμεο εσιτηρίων. Ο πολυθρόνες φθαρμένες καί λερωμένες πό τήν χρήση, τριζαν σέ κάθε μετακίνηση το σώματος. Τό πάτωμα εχε λεκέδες διευκρίνηστης προέλευσης καί που μοκέτα ταν φθαρμένη νύπαρκτη, τήν ποκαθιστοσε να κολλδες νάυλον. Ο σόλες τν ποδημάτων τους κολλοσαν κι ναγκάστηκαν νά διαλέξουν θέσεις δυό τρες φορές γιά νά βρον τό κατάλληλο μέρος. Τό ζευγάρι πού συμπλήρωνε τήν τετράδα τν θεατν, γνώριζε τόν χρο καί βρκε ξαρχς τίς θέσεις του. Μιά μοναδική λλά καλόγουστη λάμπα πού φανέρωνε, πως καί λλες λεπτομέρειες τήν παλαιά χλιδή το κινηματογράφου, φώτιζε τόσο, σο νά διακρίνονται ο σκιές. Πρίν ρχίσει ταινία, μιά γραα, ψηλότερη καί λιγώτερο λικιωμένη πό τό γεροντάκι, προφανς σύζυγός του, ρθε καί ζήτησε νά δε τά εσιτήρια, πράξη δυσπιστίας γιά τήν κανότητα το ταμία.
« ταινία πέδειξε τήν ντοχή της στόν χρόνο καί τόν δικό μου ρομαντισμό» επε ταν βγαιναν πό τόν κινηματογράφο. «Πς σο φάνηκε ωάννη;» ταν στηριγμένη στόν βραχίονα το δελφο της γιά νά κατέβει τά σκαλοπάτια. καρδιά της χτυποσε γρήγορα. «Καλή. λλης ποχς!»
δεύτερη σπουδαία διασκέδαση γιά τό Χρυσοκόριτσο ταν να μπάνιο στήν θάλασσα. Πάνω πό τέσσερα χρόνια εχε νά νιώσει τήν χαρά καί τήν λμυρή εεξία της, γιατί δέν μποροσε νά φήσει τήν πέργηρη μητέρα της μόνη· λλωστε δέν διέθετε πλέον οτε φίλους οτε ατοκίνητο. καθημερινή νασχόληση τήν πομάκρυνε πό τά πάντα. δελφός της μως κπλήρωσε κι ατήν τήν πιθυμία της, διαθέτοντας να λοκαίνουργο ατοκίνητο. Πρώτη φορά τς νοιξε κάποιος τήν πόρτα το συνοδηγο γιά νά βγε. Στό παρελθόν ατή ταν δηγός, φο ο νδρες πού τς τυχαν δέν ξεραν οτε νά δηγήσουν, οτε φοροσαν ρολόγι, χαμένοι μέσα στόν 
ατισμό τους. ‘Ιωάννης τήν πρόσεχε νά μήν κουρασθε, τς κρατοσε τήν τσάντα το μπάνιου, νοιξε τό καρεκλάκι γιά νά καθήσει κι στρωσε τίς ψάθες. ταν κόμη πρωί, δέκα περίπου ρα κι λιγοστός λιος πού πεφτε στό κεφάλι του, κανε τούς φωσφορισμούς νά λάμπουν περισσότερο. Τό παράξενο μως ταν, σκέφτηκε τό Χρυσοκόριτσο, πώς ατά τά θαυμαστά πού συνέβαιναν στόν ωάννη δέν τά βλεπε οτε μητέρα οτε περίγυρος. Μόνον ατή βλεπε τά φωτεινά σημάδια καί κουγε τίς μουσικές συνθέσεις. λοιπόν πρχε μαδική τυφλότης προσωπική ξυδερκής ραση. Μέσα στήν θάλασσα ταν ετυχισμένη, γύρισε νάσκελα καί πλεε στήν πιφάνεια. «Κάνω τήν πεθαμένη» φώναξε στόν δελφό της, ν κενος κολυμποσε κοντά της προσέχοντάς την. Μετά περπάτησαν στήν παραλία νά μαζέψει τό Χρυσοκόριτσο θαλάσσιες πέτρες, γιά νά τίς  ζωγραφίσει στό σπίτι. Μία πό λες πού μοιαζε μέ δελφίνι, κόμη καί στό μάτι του, τήν χρισε στόν ωάννη.
μητέρα ρωτοσε κάθε φορά πού τήν περιποιόταν θυγατέρα της, «μά ποιά εναι σκιά νός νδρα πού στέκεται δίπλα σου;» κείνη τς ξηγοσε, τς λεγε δεκάδες φορές γιά τόν δελφό της. «Κατάλαβέ με, δέν χω κάνει λλο παιδί. πιμένεις νά τό λές. Ποιός δελφός; Δέν χω γιό.»
μως ωάννης πρχε, ταν ζωντανός καί τό Χρυσοκόριτσο ετυχισμένο τόν θεωροσε διοφυϊα. « Πρες λα τά ραα γονίδια τς γενις, πού μέ τήν θεϊκή χάρη γιναν ριστουργήματα.»
τρίτη καί τελευταία διασκέδαση της ταν ρχαιολογικός περίπατος. Προτο το ζητήσει τήν χάρη νά τήν πάει μέ τό ατοκίνητό του, κενος πρόφερε τήν μαγική φράση: «’λευσινάδε, πρός λευσίνα τσι;»
«Ναί δελφέ μου, κε εμαι ταγμένη. Στήν πηρεσία τς γάπης μεταξύ μητέρας καί κόρης, κε εμαι ξ παλν νύχων ταγμένη.»
Περπατοσαν νάμεσα στά ρείπια, ρχικς στάθηκαν στό παρθένιον φρέαρ, καί στό τέλος κάθησαν στό Πλουτώνειο ντρο. «’δ ωάννη, ρχόμουν μέ ναν πολύτιμο φίλο ποιητή, πού εναι τώρα νεκρός. κολουθοσαμε τήν δια πορεία, πως τώρα, καί καταλήγαμε στό νοιγμα το δου. Βλέπεις στήν σχισμή το δάφους; πάντοτε, πως καί τώρα, πρχαν νθη καί προσφορές ξηρν καρπν.»
Τό δρο πού πρόσφερε στόν δελφό της πό τήν λευσίνα ταν να μεγάλο χρυσό φύλλο στό δαφος, ριγμένο πό τήν διπλανή γριοσυκιά. χρόνος δέν τό φθειρε λλά τό στέγνωσε καί τό σκλήρυνε μεταβάλλοντάς το σέ ρυκτό.
Μετά πό λίγο καιρό ωάννης ζήτησε νά ποχαιρετήσει τήν δελφή του. Τό Χρυσοκόριτσο δέν τό περίμενε, ταν αφνίδιο καί ρώτησε μέ τρόμο. «Γιατί; γιά τόσο λίγο λοιπόν;» «Πρέπει νά φύγω Μαρία μου, πρέπει δελφή μου.»  «Καί πο θά πς;»   «πό κε πού ρθα Μαρία. Μά ν μέ χρειασθες, ξέρεις τόν τρόπο νά μέ φωνάξεις.»
φυγε. Τό διο βράδυ τό Χρυσοκόριτσο στρωσε τό μεγάλο κρεββάτι τς μητέρας μέ κεντημένα σεντόνια καί μαξιλάρια, τήν ξάπλωσε, κι ν κείνη τήν κοιτοσε πανέμορφη ς ταν μέ τό σπρο μεταξωτό της δέρμα, τά σπρα μαλλιά καί τά γαλανά μάτια, θυγατέρα τς επε: «Εμαι τυχερή πού σέ χω μανούλα.»  «Εχαριστ Χρυσοκόριτσό μου, χρυσό μου σύ πού ποτέ δέν επες χι σέ ,τι ζητοσα, πάντα λεγες ναί, πάντα ναί...»


Δημοσιεύθηκε στην ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τεύχος 1860 / Δεκέμβριος 2013.