Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι – κριτική από την Τούλα Ρεπαπή


Το ταξίδι της κιβωτού
ή
Η πόλις θα σε ακολουθεί 

Η Αλεξάνδρεια. Μια πόλη του τότε και του τώρα, γεμάτη από Ιστορία, πολέμους, έρωτα, ποίηση, ελληνικότητα, θρησκεία, γλώσσα, οικουμενικότητα, αρώματα, ταξίδια, μυστήριο, κατακτήσεις, ζέστη, ιδρώτα, μπαχαρικά, άμμο και έρημο. Μια έρημο που εξαφανίζει τα πάντα. Σαν το χρόνο. Σαν την παγκοσμιοποίηση. Μια γυναίκα χωρίς όνομα ταξιδεύει μόνη, μ' ένα πλοίο στο κεφάλι, σε διαφορετικές εποχές, με μόνο συνομιλητή της τον έρωτα. Και ένας θεός, χθόνιος και υποχθόνιος, ο Σέρεπις, γεμάτος ελπίδα και μυστικισμό. Και μετά κι άλλοι θεοί κι άλλες θρησκείες και αιρέσεις και διαμάχες και φιλόσοφοι και ποιητές, με πάνω απ' όλους και όλα ο έρωτας.

Και μέσα σ' όλο αυτό το συνονθύλευμα προβάλλει η Ελένη Λαδιά. Με δωρικότητα λόγου το κείμενό της, άλλοτε προσωπικό και άλλοτε οικουμενικό, από το σώμα καταλήγει στην ψυχή για να μπει στο σύμπαν και το χρόνο. Με σύμμαχο τη μυθολογία αναρωτιέται: τι να είναι πέρα από τα φύλα; Τι να είναι πέρα από την ψυχή, άραγε είναι ο Θεός; Είναι ο δημιουργός; Και τι είναι πέρα από αυτόν; Και όλα αυτά στην Αλεξάνδρεια που άλλοτε είναι πόλη και άλλοτε είναι πόλις και δεν ξέρεις πότε μιλά για την πόλη και πότε για την ψυχή. Άλλοτε πάλι οι πόλεις μοιάζουν με γυναίκες που άνδρες τις κατοικούν. Ενώ από το παζάρι της, που μοιάζει τόσο πολύ με τη λαϊκή αγορά της γειτονιάς, προβάλλει το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. Η καταστροφή της γλώσσας, η κακή κατανομή του πλούτου με την εξαγορά των δειλών και πλεονεκτών. Διαχωρίζει τον διεθνιστή από τον οικουμενιστή, δηλώνοντας παράλληλα πως εμείς οι Έλληνες είμαστε οικουμενιστές διότι σεβόμαστε γλώσσες και θρησκείες, ενώ οι διεθνιστές, ενσπείροντας το φόβο, επιβάλλουν την παγκοσμιοποίηση που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της.

Η ποίηση και ο ποιητής μέσα στις σελίδες είναι υπαρκτοί άλλοτε σαν ανάμνηση και άλλοτε σαν επιθυμία. Πότε συγκεκριμένα αναφέρεται στον Καβάφη και άλλοτε το πρόσωπό του παραμένει θόλο. Έτσι που ο αναγνώστης να αναρωτιέται: «Μεγαλέξανδρος; Καβάφης; Εσύ! Και ποιος είσαι Εσύ; Είσαι η Γλώσσα; η Φιλοσοφία; Η Ιστορία; το Έθνος; η Θρησκεία; ο Χρόνος; Ή μήπως είσαι εσύ;»

Ένας έρωτας γεμάτος απώλειες, από στιγμές πού δεν βιώθηκαν ή από το χρόνο που δεν διήρκεσε. Και δεν ξέρεις για ποιο χρόνο μιλά και για ποιον έρωτα, με αποτέλεσμα να μην ξέρεις ποιος πρωταγωνιστεί, ενώ η ίδια με σκηνοθέτη το χρόνο παίζει. Γνώριμη τοποθέτησή της το παιχνίδι μαζί του, ποντάροντας άλλοτε στη ρευστότητά του και άλλοτε στο ακαθόριστο τότε που είναι πάντα παρόν.

Η Ελένη Λαδιά, σε εξήντα εννέα μόνο σελίδες, συμπυκνώνει ένα ταξίδι οικουμενικό με μόνο στόχο να διαφυλάξει την ακεραιότητα και το σεβασμό του ανθρώπου. Τέλος, οι μνήμες προβάλλουν ως η μόνη αντίσταση και παράλληλα ο θησαυρός που ο καθένας οφείλει να διαφυλάξει από το νέο θεριό της αποκάλυψης που λέγεται παγκοσμιοποίηση, κάνοντας το πλοίο στο κεφάλι να αναδεικνύεται ως η κιβωτός εντός της οποίας πρέπει όλα να διασωθούν.

Σαν ανάμνηση; Ίσως.

Εκδοτικός Οίκος: Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Συγγραφέας: Ελένη Λαδιά
Κατηγορία: Ελληνική Λογοτεχνία
ISBN
978-960-05-1269-4
Σελίδες: 69

Κριτική για την Ταραντούλα από την Τούλα Ρεπαπή


Όποιος δεν χορεύει, αγνοεί το γινόμενο

Η Ελένη Λαδιά γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε αρχαιολογία και θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα πιο γνωστά λογοτεχνικά της έργα είναι: "Χάλκινος ύπνος", "Αποσπασματική σχέση", "Η θητεία", "Τα άλση της Περσεφόνης", "Η Χάρις", "Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι". Έχει τιμηθεί με το Β΄ Κρατικό βραβείο (1981) για τη συλλογή "Χάλκινος ύπνος" και με το βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για την "Ωρογραφία" (1999), όπως επίσης και με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (2007) για τη νουβέλα "Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι". Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί στα σλοβενικά, τα γαλλικά, τα αγγλικά και στα σερβικά.

Στο βιβλίο της με τον τίτλο «Ταραντούλα», ο Ευμένης, συγγραφέας, αποφασίζει να επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι στο χωριό, κουρασμένος από τη συγγραφή και τη ζωή. Μαζί του έχει βιβλία για τις αιρέσεις, το ημερολόγιο της φίλης του Στρατονίκης και στο μυαλό τη σκέψη με αυτό το υλικό να γράψει το τελευταίο του μυθιστόρημα. Όμως το περιβάλλον του χωριού και μερικοί ιδιόρρυθμοι κάτοικοί εισχωρούν και αυτοί στις σελίδες του βιβλίου, αποτυπώνοντας και τη δική τους ζωή.

Η Ελένη Λαδιά το βιβλίο αυτό το χωρίζει εσωτερικά σε δύο παράλληλα βιβλία. Το ένα ονομάζεται «Η Λογική των ανθρώπων» και το άλλο «Ταραντούλα». Στο πρώτο, φέρνει σε αντιδιαστολή τη λογική με την πίστη, παρουσιάζοντας τα διάφορα ρεύματα θεολογικών ερμηνειών, τις αιρέσεις δια μέσου των αιώνων, δηλώνοντας συγχρόνως πως το σύμπαν είναι Πανθεϊστικό και δεν φτιαχτήκαμε από κανένα, αφού πάντα υπήρχε. Στο δεύτερο, με πρωταγωνιστή τον Ευμένη, το βιβλίο της Στρατονίκης και τη ζωή στο χωριό, προβάλλει μέσα από τη ζωή των ηρώων την αιρετικότητα της ίδιας της ζωής. Αφηγητής, η δημιουργός.

Ποια σχέση και παραλληλία μπορεί να έχει το βιβλίο των αιρέσεων «Η Λογική των ανθρώπων» μέσα στο μυθιστόρημα «Ταραντούλα»; Ποιος πλέκει τον ιστό του για να πιάσει τον άλλον, ακόμη και τον αναγνώστη; Και γιατί επέλεξε την Ταραντούλα; Μήπως επειδή αντέχει στο χρόνο; όπως το σύμπαν και όπως η πίστη προς το Θεό;

Η συγγραφέας, μέσα από ένα μείγμα ελληνικής μυθολογίας, φιλοσοφικών ρευμάτων, χριστιανισμού, αιρέσεων και περιστατικών της ζωής καθημερινών ανθρώπων του χωριού και των πόλεων, χτίζει δύο παράλληλα σύμπαντα: το θεολογικό με τις αιρέσεις και το ανθρώπινο. Στο θεολογικό, φέρνει για μια ακόμη φορά τον εαυτό της αντιμέτωπο με την πίστη και τη λογική, στην ύστατη ίσως προσπάθειά της να εισχωρήσει στην πίστη ή να παραμείνει στη λογική. Στο ανθρώπινο, σαν ταραντούλα κεντρίζει τους ήρωες και πλέκει τον ιστό της, αιχμαλωτίζοντας και προδιαγράφοντας όχι μόνο τις κινήσεις αλλά και τις σκέψεις τους. Έτσι οι Ευμένης, Διονύσης και Σταμάτης εκφράζουν τις περί Θεού ιδέες της, διαχωρίζοντας τη θρησκεία από τη θεολογία, ενώ την άποψή της για την ζωή, την εκφράζει η Στρατονίκη που βιώνει την αιρετικότητα του έρωτα, ενώ συγχρόνως ανακαλύπτει την ποιητικότητα της ζωής. Επιβεβαιώνοντας την συγγραφέα η οποία αναφέρει, πως ακόμη και όταν η ζωή σε γελοιοποιεί και σε κατεβάζει στο βάθος της ύπαρξης σου, το κάνει για να γνωρίσεις καλύτερα τον εαυτό σου.

Ωστόσο, ένα φονικό στο χωριό, σαν του Κοεμτζή, από έναν άγιο άνθρωπο, καταγράφει τη συνύπαρξη και σύγκρουση του καλού και του κακού στην ανθρώπινη φύση, που επιφέρει τον θάνατο. Και καταλήγει στο συμπέρασμα, πως όταν ο ανθρώπινος εγκέφαλος, που είναι δημιούργημα της μεγάλης έκρηξης, καταφέρει να ελέγξει το θάνατο, τότε το ανθρώπινο ον θα αγγίξει την αιωνιότητα και την θεοποίησή του.

Ίσως, αυτή είναι η ελπίδα και η πίστη της συγγραφέως: η θεοποίηση του ανθρώπου.
Η Ελένη Λαδιά, με χρήση γλώσσας που φοράει τα καλά της και υπενθυμίζει τον πλούτο της, συγχωνεύει το δοκίμιο με το μυθιστόρημα με τρόπο μοναδικό, διδάσκοντας και γοητεύοντας τον αναγνώστη, ταυτόχρονα. Στο μυθικό αλώνι των σελίδων της, αφήνει ιδέες και ήρωες να στήσουν χορό και η ίδια, όπως κάθε δημιουργός, στέκει από μακριά αφήνοντάς τους ελεύθερους ,να σύρουν τα βήματά τους.

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας 
Συγγραφέας: Ελένη Λαδιά
Κατηγορία Ελληνική Λογοτεχνία
ISBN
978-960-05-1385-1
Σελίδες
237


Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

"Οι Θεές" της Ελένης Λαδιά, κριτική από την Τούλα Ρεπαπή

Μπορεί εσύ να είσαι αιώνιος

κι ο θάνατος μια φαύλη ιστορία.

«Ο φυσιολογικός άνθρωπος ξεχνά. Ο συγγραφέας και το όνειρο ποτέ». Έτσι ξεκινά το βιβλίο της Ελένης Λαδιά με τον τίτλο Οι θεές, κάνοντας τον αναγνώστη ευθύς αμέσως να ερωτά: και ποιες είναι αυτές οι θεές, που ένας συγγραφέας δεν ξεχνά; Ή, μήπως, όσα θέλει η συγγραφέας να μας διηγηθεί είναι κάτι που στα όνειρά της πλέον συναντά; Και το όνειρο, όταν δεν ξεχνά τι είναι εφιάλτης; Ενώ η ρήση του Γιουνούς Εμρέ, που έχει θέση επικεφαλίδας στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, «…κι ο θάνατος μια φαύλη ιστορία», προετοιμάζει τον αναγνώστη για κάτι το ακαριαίο, αμετάκλητο κι αιώνιο που θα ακολουθήσει, «με τη συμπαντική μνήμη, τη μνήμη του κόσμου ή του Θεού, να γίνεται ο ρυθμιστής της δικαιοσύνης ή, καλύτερα, να γίνεται η ανταπόδοση του καλού και του κακού». Ωστόσο, η ατομική μνήμη παραμένει η πηγή μέσα από την οποία θα αναδυθεί/ξαναγεννηθεί στο έργο Οι θεές, η Αρετή, η μητέρα της Έλλης.

«Έλα, κοριτσάκι μου, καλώς ήρθες στον κόσμο», άκουσε η Έλλη τη φωνή της να καλοδέχεται τη γέννηση της μάνας της. Έτσι αρχίζει η εξιστόρηση της παιδικής ζωής στο χωριό της. Πολύ αργότερα η Έλλη, μεσήλικη πλέον, ξαπλωμένη στη γη, μέσα από τη μνήμη της γεννούσε τη μάνα της νιώθοντας τους ίδιους πόνους τοκετού στο σώμα και το μυαλό της. Πόνους για την απώλειά της. Τον θάνατό της. Κατά τη διάρκεια αυτού του «τοκετού», οι ρόλοι κόρης και μάνας αλλάζουν συνεχώς και, ενώ τα πρόσωπα παραμένουν τα ίδια, έρχονται οι έννοιες και απλώνονται, και μοιάζει σαν να μην είναι στις σελίδες αυτές οι μόνες ηρωίδες, αλλά σαν να είναι ένα ολόκληρο κράτος, ή καλύτερα σαν να είναι το Σύμπαν. Σαν να είναι ο Χρόνος! Άχρονος και αιώνιος.

Το βιβλίο μέσα στις σελίδες του εμπεριέχει κι ένα άλλο βιβλίο. Διαδοχικά, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Γνώριμη συνήθεια της Ελένης Λαδιά –το έχουμε συναντήσει και στην Ταραντούλα– έτσι, έχουμε την εξιστόρηση της Έλλης και ένα συνεχώς εμβόλιμο κεφάλαιο, σαν χορός αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, να ακολουθεί με τον τίτλο «Το έλεγαν οι Μπάμπες», προσθέτοντας συνεχώς, άλλοτε παγανιστικές, άλλοτε μυθολογικές, άλλοτε πάλι ιστορικές ερμηνείες και καταγραφές, επιχρίοντας το κείμενο με τον χρόνο, ο οποίος καταγράφεται μέσα από την εξέλιξη του μύθου και τη ζωή των ηρωίδων. Ένα από τα παιγνίδια της μικρής Αρετής στο χωριό με τις φίλες ήταν ο χορός στο χοιροστάσιο μετατρέποντάς το σε χοροστάσιο. Χόρευαν, σάμπως ρυθμός και βήματα να υπήρχαν από πάντα μέσα τους. Στο DNA τους. Αλλού, πάλι, όπως ακριβώς στην τελετή της Περπερούνας, το κοριτσάκι που ντύνεται με πρασινάδες και αγριόχορτα και χορεύει ραντισμένο με νερό προκαλώντας τη βροχή, είναι και πάλι η μικρή Αρετή.

Με παράλληλες ιστορίες, όπου η μυθολογία διασταυρώνεται με τη λαογραφία, αφήνοντας ταυτόχρονα χώρο για το παραμύθι, την Ιστορία και τη ζωή, η Ελλάδα παρελαύνει. Άνθρωποι απλοί, άγριοι μεταξύ τους και μέσα τους, αγωνίζονται να επιβιώσουν απαρτίζοντας μια κοινωνία όπου, σύμφωνα με την αφήγηση της συγγραφέως, δεν υπάρχει μόνο το γενεαλογικό δένδρο της Έλλης, αλλά απεικονίζεται ανάγλυφη η Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, από το 1940 μέχρι σήμερα. Τα κεφάλαια, αν και μεταξύ τους διαφορετικά, έχουν συνοχή με συνδετικό κρίκο την αγάπη, τον θάνατο και τη ροή του χρόνου. Ταυτόχρονα, λαογραφικές συνήθειες δίνουν τις χαρακτηριστικές πινελιές εκείνης της εποχής, ενώ η γλώσσα δίνει τη δική της μάχη για ν’ ανταποκρίνεται γλαφυρά στην κοινωνική τάξη των ηρώων. Οι Μπάμπες, σαν σοφές, ήξεραν κάθε γιατροσόφι και κάθε παγανιστικό, όπως επίσης ήξεραν πολύ καλά τη μυθολογία και την Ιστορία. Κι η Ελένη Λαδιά, επίσης!

Η αφήγηση, ιστορικά σωστή και αφοπλιστικά περιγραφική, στοργική, τρυφερή και ανθρώπινη, κάνει το κείμενο να κυλά σαν γάργαρο νερό, που ενώνεται όμως με παραποτάμους από δάκρυα. Ως προς το κείμενο και τη δομή του, αν και διατηρείται η αρχιτεκτονική των πρώτων βιβλίων της Ελένης Λαδιά, με τα γνωστά της θέματα, Ιστορία, φιλοσοφία, μυθολογία, να πρωταγωνιστούν, τώρα, σε αυτό προστίθεται μια πολύ πιο ανθρώπινη χροιά. Μοιάζει, στα χρόνια που κύλησαν η συγγραφέας να εστιάζει στον άνθρωπο –όπως έκανε πάντα, εξάλλου– αλλά με ένα άλλο βλέμμα. Αυτό που αποκτά κανείς όταν έχει βιώσει τον έρωτα και τον θάνατο. Όταν έχει ζήσει τις αγάπες και τους έρωτες που έρχονται και παρέρχονται, όπως και τις απώλειες αγαπημένων ανθρώπων, εν προκειμένω της μάνας. Σε αυτό το βιβλίο μπορώ να πω πως υπερτερούν: το ανθρώπινο στοιχείο και η αγωνία του ανθρώπου για το άγνωστο του θανάτου, δίνοντας ακόμη μια φορά την ευκαιρία στη συγγραφέα να βαδίσει μεταξύ δύο κόσμων και να βρεθεί ταυτόχρονα ανάμεσα σε δύο παράλληλα σύμπαντα.

Η Ελένη Λαδιά, στο πηγάδι της έμπνευσης και του θανάτου, όπως τότε η Δήμητρα στο φρέαρ της Ελευσίνας, θρηνεί σιωπηρά. Της το ’λεγε συχνά η μάνα της: «Αυτός κλαίει με ήσυχα κλάματα, μορφωμένα!». Έτσι σιωπηρά θρηνεί και η συγγραφέας –εμφανώς μόνο σε λίγες αράδες του βιβλίου– ενώ ένας υπόγειος πόνος διατρέχει κάθε σελίδα του. Κι η συγγραφέας προσθέτει: «Όταν είσαι δυστυχής μικραίνεις, συσπειρώνεσαι και μπορείς να ζεις σε τόσο μικρό χώρο, σαν να ζεις σ’ έναν υπέργειο τάφο, αν κι η δυστυχία σου μοιάζει να μην χωρά πουθενά. Ούτε εσύ!». Θυμάται το βλέμμα της μάνας της, τότε που δόθηκε ο αργαλειός της – υπήρχε αυτή η θλίψη, όταν ξέρεις ότι κάτι που αγαπούσες πολύ το χάνεις για πάντα.

 Οι θεές είναι ένα βιβλίο με πολυεπίπεδη γραφή, όπου γνώσεις, αφηγηματική τεχνική και πλοκή συνδυάζονται αριστουργηματικά για να καλύψουν τον πόνο του θανάτου. Εξοικειωμένη δε στα βιβλία της να συνθέτει την πλοκή του μύθου της με στοιχεία Ιστορίας, μυθολογίας, φιλοσοφίας, παγανισμού και ζωής, η Ελένη Λαδιά επιλέγει να γράψει το πιο τρυφερό της βιβλίο, που το απλώνει σαν παραμύθι – θέλοντας, ίσως, να ξανακούσει τα παραμύθια που τότε, παιδάκι, της έλεγε η μαμά της.

Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.lesvosnews.net

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Ποταμίσιοι Έρωτες, κριτική της Τούλας Ρεπαπή

Στο ποτάμι του μύθου
ή
«Μοίρα προδιαγεγραμμένη, ένα γνώριμο
πεπρωμένο»
Ελένη Λαδιά 


Η Ελένη Λαδιά στις σελίδες του βιβλίου «Ποταμίσιοι έρωτες» καταγράφει τη ζωή ενός συνόλου ανθρώπων μέσα από ένα μείγμα μυθολογίας, θρησκείας, παγανισμού. Κάτι ανάμεσα στο παράδοξο, το αληθινό και το εξωπραγματικό. Στην αρχή η συγγραφέας προβληματίζεται πώς να αρχίσει την αφήγηση των τεσσάρων γυναικών: της γιαγιάς Φωτεινής και των τριών εγγονών, της Αργυρώς, της Κλειώς και της Λητώς. Τελικά διαλέγει ν' απλώσει παράλληλα τις ιστορίες όλων, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, δίνοντας μια τετραδιάστατη εικόνα στον αναγνώστη.

Κυρίαρχο ρόλο στην πλοκή του έργου παίζει ένας ποταμός. Διατρέχει τη ζωή και τα όνειρα των ηρωίδων διαμορφώνοντάς τα κατά κάποιο τρόπο. Μερικές φορές μετατρέπεται σε καταφύγιο, άλλοτε σε εραστή και τέλος γίνεται αιτία κάθαρσης. Οι ηρωίδες, προεκτάσεις μυθολογικών προσώπων, κι όπως θα ʾλεγε ο Eric Berne χωρίς αυθεντικές σχέσεις, δρουν μέσα στις σελίδες του βιβλίου κουβαλώντας καθεμιά τους το ψυχολογικό βάρος ενός συγκεκριμένου δραματικού τριγώνου, σύμφωνα με το οποίο αναγκάζονται να παίζουν και να εναλλάσσονται στους τρεις ρόλους του Σωτήρα, του Διώκτη και του Θύματος σ' ένα χρόνο αδιαφοροποίητο, όπου δεν είναι ευδιάκριτο το χθες από το τώρα.

Η ζωή τους, εγκλωβισμένη σε αποσπασματικές εικόνες, ξεδιπλώνεται μέσα από θεϊκές, μυθολογικές και παγανιστικές ταυτίσεις. Μοιάζουν να βασανίζονται από τη δυαδικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς μέσα στην αλαζονεία τους ξεπερνούν το μέτρο, βλασφημούν, ονομάζουν εαυτούς θεούς, εισπράττοντας την ανάλογη τιμωρία. Η Φωτεινή ταυτίζεται με τη μυθολογική βασιλοπούλα Τυρώ –κόρη αυστηρού πατέρα, σκληρής μητριάς– και ερωτεύεται τον ποταμό με πάθος. Εκεί, τελείως γυμνή, μεταμορφώνεται από κορίτσι σε πανάρχαιο γυναικείο πρότυπο και ενώνεται σωματικά και ψυχικά μαζί του. Το παιδί που γέννησε αυτή η ένωση ξεψύχησε στην κοίτη, μένοντας δίπλα στον πατέρα του, σαν το μυστικό ενός ποταμίσιου έρωτα. Έρωτας που στοιχειώνει τη Φωτεινή, η οποία με τη σειρά της στοιχειώνει το ίδιο της το σπίτι.

Χρόνια μετά, οι εγγονές, συμμετέχοντας όχι μόνο στην κληρονομιά αλλά και στην Ουσία και στα κύτταρα Μνήμης με την προμάμμη τους τη Φωτεινή, το επισκέπτονται κι απορροφούν τους κραδασμούς της που τότε διαπότισε το σπίτι και σκόρπισε στον αέρα του. Εκεί ζωντανεύουν και οι δικοί τους ανεκπλήρωτοι και άτολμοι έρωτες. Οι αναμνήσεις τους μπλέκονται με μυθολογικά συμβάντα, ενώ τα κομματιασμένα τους όνειρα γίνονται εφιάλτες. Θρυμματισμένες οι ζωές τους καθαγιάζονται, βουτηγμένες στα νερά της μνήμης τους. Όλες γίνονται σταγόνες αυτού του αιώνιου ποτάμιου έρωτα που άλλοτε χαίρονται στα νερά του και άλλοτε πνίγονται σε αυτά.

Στις σελίδες του βιβλίου οι ηρωίδες παλεύουν σαν μέγαιρες, επαναστατημένες, τριχοτομημένες ή υποταγμένες στη μοίρα. Μόνες απέναντι στο θεριό που λέγεται άντρας ή ζωή και με κύριο καταφύγιο το νερό, παραμένοντας ως το τέλος ερεβώδεις μορφές του Βυθού και της Τρέλας,. Ταυτόχρονα η μοίρα παίζει σημαντικό ρόλο: «Μοίρα προδιαγεγραμμένη, ένα γνώριμο πεπρωμένο». Μοιάζουν σφραγισμένες, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα, παραδείγματα προς αποφυγήν, λειψές και αταίριαστες, όπου μετριούνται αρνητικά με την τύχη τους, και σαν να επανέρχονται στη ζωή για να παίξουν τους ίδιους ρόλους, για να κάνουν τα ίδια λάθη.

Η Ελένη Λαδιά μας έχει συνηθίσει στη θεοποίηση αρχέτυπων συμβόλων όπως το νερό. Εδώ με τη μορφή ενός μυητικού ποταμού δηλώνεται ο Έρωτας και η Ζωή. Με τη βροχή δηλώνεται ο θάνατος, ο οποίος ταυτόχρονα αποτελεί σημείο κάθαρσης, ενώ ο ποταμός, με τη σκοτεινή του όψη, υπενθυμίζει πως το καλό και το κακό συνυπάρχουν. Η συγγραφέας συμβουλεύει: «Μην μπεις στη σκοτεινή πλευρά κάποιου». Είναι όμως αυτό εφικτό; Ή μήπως αυτό το οποίο μας έλκει περισσότερο είναι η σκοτεινή πλευρά των άλλων και του εαυτού μας;

Ο κόσμος τον οποίο δημιουργεί εμφανίζεται τόσο οικείος που θα ʾλεγε κανείς πως οι ήρωες αποτελούν δικά της κομμάτια. Ωστόσο όλοι διατηρούν τις Μυθικές Ουσίες και καταβολές τους. Η ιστορία τους θα μπορούσε να είχε συμβεί στην αρχαιότητα, στο Μεσαίωνα ή στις αρχές του 20ού αιώνα, μόνο οι παρεμβολές των ειδήσεων σε τοποθετούν στο σήμερα. Στο χρόνο αφήγησης Άνθρωποι, Μνήμες και Νερό, ρευστά και πρόσκαιρα συνυπάρχουν, ενώ τα γεγονότα προϋπάρχουν και θα υπάρχουν αενάως, δηλώνοντας την επαναληπτική ροή της εμφάνισης των πράξεων ή τη θεατρική κυκλικότητα της ζωής. Και ο δυνάστης χρόνος, πρωταγωνιστής, αναπαράγει τα γεγονότα και τα καταχωρεί σαν μνήμες. Χρόνος και νερό ρέουν, εμπλέκουν και καθαγιάζουν τα πάντα χωρίς αρχή και τέλος.

Η Ε. Λαδιά, με λόγο μεστό και απέριττο, ενώ μοιάζει να ωθεί το μυθιστόρημα σ' ένα τέλος, το μεταθέτει στο επόμενο κεφάλαιο συνεχώς κι επανέρχεται για να μπει όλο και πιο μέσα στα γεγονότα, εμβαθύνοντας/ αναλύοντας τις αιτίες και τις ρίζες τους, δημιουργώντας έτσι ένα επαναλαμβανόμενο σαν κύμα Τέλος.

Εκδοτικός Οίκος: ΕΣΤΙΑΣ
Συγγραφέας: Ελένη Λαδιά
Κατηγορία
Ελληνική Λογοτεχνία
ISBN
978-960-05-1014-0
Σελίδες 216