ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑ ΚΟΛΑΖ ΙΙΙ

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

"Για το βιβλίο της Ελένης Λαδιά «Σημερινές Ελληνίδες με πανάρχαια ονόματα» (εκδ. Αρμός, 2015)" - Γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Εξ ιδίων τα αλλότρια, λέει μια παλαιά παροιμία και βρίσκει την εφαρμογή της στην συγγραφέα Ελένη Λαδιά, η οποία, προσπαθώντας να πείσει τις μητέρες να δίνουν αρχαία ονόματα στα κορίτσια τους, έκανε το γύρο του αρχαίου κόσμου , βάδισε σε μυθικά βουνά, συνομίλησε με θεούς και θεές, βασιλιάδες και βασίλισσες, μπήκε στα σπήλαια των νυμφών, άκουσε αυλούς ποιμένων,  έγινε μάρτυς αναλήψεων ηρώων στους ουρανούς, είδε μεταμορφώσεις. Και από τα ψηλά βουνά βούτηξε στη θάλασσα, είδε Τρίτωνες  και Νηρηίδες και σαν θηλυκός Οδυσσέας, αφού περιπλανήθηκε σε πελάγη βιβλίων και στάθμευσε σε μαγικές σελίδες, είδε ωραίες γυναίκες και τέρατα, άκουσε πρωτάκουστα ονόματα, θαύμασε και κουράστηκε και είπε, επιτέλους, εγώ η «νυμφόληπτη» και «αλαφροΐσκιωτη», καιρός να κάτσω να γράψω τα απομνημονεύματα ενός τέτοιου ταξιδιού. Κι ο αναγνώστης τι πρέπει να κάνει; Ρώτησαν κάποτε το Σεφέρη, θεωρώντας την ποίησή του δύσκολη.  Ε! κάτι πρέπει να κάνει κι αυτός απάντησε ο βλοσυρός ποιητής. Η Λαδιά όμως δεν είναι βλοσυρή γι’ αυτό μας δίνει μια συμβουλή. «Οι χαλκέντεροι ας διαβάσουν μονομιάς το βιβλίο· οι ονειροπόλοι αποσπασματικώς». Εγώ το διάβασα και με τους δύο τρόπους. Και μάλιστα άρχισα από το τέλος. Άρχισα πρώτα πρώτα από τις σημειώσεις της. Κι εκεί βρήκα ότι τα πελάγη που περιβάλλουν την Ελλάδα δεν είναι δυο-τρία- τέσσερα ή πέντε, αλλά τόσα ων ουκ έστι αριθμός. Δηλαδή έστιν αριθμός κατά τι μεγαλύτερος του εβδομήκοντα, σημαδιακός αριθμός,  αλλά για κάθε ένα από αυτά τα ονόματα εισίν  άπειρες, συχνά, αναφορές. Έτσι για δείγμα, οι αναφορές στην Αθηνά  είναι είκοισεφτά. Στην  Ήρα είκοσι οχτώ. Στην Ελένη είκοσι εννέα. Στην  Άρτεμι τριάντα έξι. Για όλες τις υπόλοιπες  υπερεβδομήκοντα οι αναφορές είναι πολλές και  για τη Ναυσικά μόνο μία. 

Και αρχίζουμε το ταξίδι. 
Αθηνά. Πρώτη τη τάξει. Γεννήθηκε από το κεφάλι του Δία. Στον πλατωνικό διάλογο Κρατύλος ή περί της ορθότητος των ονομάτων, ο Ερμογένης ζητά από τον Σωκράτη να ετυμολογήσει το όνομα της Αθηνάς. Είναι λοιπόν η Αθηνά Παλλάς, από τον ένοπλο χορό, και Αθηνά την έφτιαξε ο Όμηρος ως νου και διάνοια. Ο Ησίοδος λέει πως ο Δίας κατάπιε τη έγκυο στην Αθηνά σύζυγό του, την Μήτιν, για να μη γεννήσει διάδοχο και του πάρει το θρόνο σύμφωνα με το μύθο… Κι έτσι ο Δίας χώνεψε  μεν την Μήτιν,  γέννησε δε από το κεφάλι του την κόρη που ονόμασαν Αθηνά. Ο ορφικός ύμνος 32 διασώζει δύο προσωνύμια της θεάς: Γοργορόνα και Τριτογένεια. Μερικοί πιστεύουν πως η Γοργόνα ή Μέδουσα είναι η Αθηνά από τον καιρό που θεωρούνταν χθονία θεότητα, συνδεόταν με τη γη, δηλαδή. Αργότερα, όμως,  έγινε ολυμπία και έχασε τα σκληρά χαρακτηριστικά της. Αλλά ως Γοργόνα συνδέθηκε με ειδική τελετή το Γοργόνειο. Ο Παυσανίας πάλι λέει πως ως Τριτογένεια ήταν κόρη του Ποσειδώνα, επειδή τα μάτια της ήταν γαλανά. Γλαυκώπις είναι το επίθετο με το οποίο μας είναι γνωστή από τον Όμηρο. «Τον δ’ αύτε προσέειπε Παλλάς γλαυκώπις Αθήνη» ή «η μεν αρ’ ως ειπούσ’ απέβη γλαυκώπις Αθήνη». Το Γοργόνειο ήταν όπλο της θεάς και η γοργόνα στόλιζε την ασπίδα των οπλιτών. Θυμίζω πρόχειρα την ερώτηση του στρατηγού Λάμαχου στους Αχαρνής του Αριστοφάνη: «Τις Γοργόν’ εξήγειρεν εκ του σάγματος; Ήτοι, τη γοργόνα ποιος την ξύπνησε απ’ την ασπίδα;» και άρχισε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος. 

Για το όνομα λοιπόν της Αθηνάς η συγγραφέας  έχει ελέγξει είκοσι επτά μελέτες, πηγές αρχαίες και σοβαρές νεότερες Οι διακλαδώσεις του μύθου, οι διασταυρώσεις των υποθέσεων, οι αντιφατικές συχνά απόψεις, όλα με τον τρόπο τους υφαίνουν το πλέγμα που θα καταλήξει σ’ ένα πρόσωπο, στην Αθηνά, που και αυτή ήταν υφάντρα και γι’ αυτό και Εργάνη ονομαζόταν. Η Αθηνά δίνει το όνομά της και στην πόλη, Αθήνα, των οποίων οι εορτές, και της Αθήνας και της Αθηνάς, είναι και αυτές πάμπολλες. Αλλά δεν λατρευόταν μόνο στην Αθήνα. Η Ιτωνία Αθηνά είχε ιερό και στη Βοιωτία, στολισμένο με έργα του γλύπτη Αγορακρίτου, αγαπημένου μαθητή και συνεργάτη του Φειδία.  
Δεύτερο δείγμα, τιμής ένεκεν, θα είναι η Ελένη την οποία προανήγγειλα   με εκείνο το «εξ ιδίων τα αλλότρια». Ελένη,  η συγγραφεύς και Ελένη η μοιραία εκείνη γυναίκα, που ξεσήκωσε όλη την Ελλάδα, προξένησε δεκαετή πόλεμο με την Τροία και ξεκλήρησε όλη τη χώρα και τους ανθρώπους της (Ελένη, εκ του ελείν= καταστρέφω, κατά παρετυμολογία του ονόματός της). Αλλά και οι νικητές δεν πέρασαν καλύτερα. Οι σπουδαιότεροι έπεσαν στο πεδίο της μάχης και όσοι επέστρεψαν ήταν γέροι και καταπονημένοι. Ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνων δολοφονήθηκε από τη γυναίκα του και ο πολυμήχανος Οδυσσέας που έφτιαξε τον Δούρειο Ίππο ταλαιπωρήθηκε άλλα δέκα χρόνια στην θάλασσα, παλεύοντας με τέρατα και θηρία μέχρι να φτάσει μόνος στην Ιθάκη, όπου χρειάστηκε να πολεμήσει και πάλι για να επανακτήσει το θρόνο του.   


Η Ελένη γεννήθηκε και αυτή από τον Δία ή από το κοσμικό αυγό. Κόρη της Νεμέσεως ή της Λήδας. Μάλλον της Λήδας. Αλλά λόγω της γέννησής της από το αυγό είναι πλάσμα εξόχως ερωτικό και συνδέεται και με την Ορφική θεολογία. Ο Ισοκράτης και ο Γοργίας πλέκουν το εγκώμιό της. Η συγγραφέας παρακολουθεί την Ελένη στο ομηρικό κείμενο από ραψωδία σε ραψωδία, δίνοντάς μας όλα τα χαρακτηριστικά της ωραίας και ευγενικής γυναίκας που συναισθάνεται το βάρος της ευθύνης της. Όλες τις αντιφάσεις και όλες τις ερμηνείες γύρω από το πρόσωπό της. Η Ελένη ήταν διπλή. Ήταν ωραία γυναίκα και θεά. Ήταν πραγματικότητα και είδωλο. Ήταν πιστή και άπιστη. Με τη μορφή της ήταν στην Τροία και με το σώμα της στην Αίγυπτο. Ο Ηρόδοτος και ο Ευριπίδης λένε ότι δεν πήγε ποτέ στην Τροία αλλά όλα  τα χρόνια του πολέμου ήταν στην Αίγυπτο. «Η Ελένη των ποιητών»,  λέει η Λαδιά, «φορά στεφάνι καμωμένο από εγκώμια και ψόγους». 

Υπολείπονται άλλες εβδομήντα και βάλε, παρουσίες της μυθολογίας αλλά και της ιστορίας, των οποίων τη ζωή και τη συμπεριφορά εκτενώς διηγείται η συγγραφέας. Ειρήσθω εν παρόδω ότι η Λαδιά έχει σπουδάσει και Αρχαιολογία και Θεολογία και έτσι, με διπλό οπλισμό,  πατώντας γερά στις πηγές, διεξάγει την έρευνά της. Ελέγχει τα κείμενα, παραθέτει τις βιβλιογραφικές αναφορές της και δεν αφήνει καμιά  πηγή αναξιοποίητη. Δεν είναι εύκολη η σύνθεση ενός τέτοιου εγχειρήματος και κατ’ αναλογίαν δεν είναι εύκολη ούτε η απλή περιδιάβαση ούτε η μελέτη του  βιβλίου. Απαιτεί γερή αρματωσιά, θέλει φιλολογικό οπλισμό, εξοικείωση με τα κλασικά κείμενα, προϊδεασμό, αγάπη για το αντικείμενο και, προπάντων, προσήλωση. Όμως, οποιοσδήποτε το ανοίξει θα γοητευθεί από τις πληροφορίες που του προσφέρει η συνεργασία της μυθολογίας, της Ιστορίας, της Αρχαιολογίας και η γοητεία της  Ποίησης.  Γιατί, παρά το ότι το βιβλίο είναι γραμμένο με την υπευθυνότητα της επιστήμονος, η απρόσκοπτη και ρέουσα αφήγηση κερδίζει αμέσως τον αναγνώστη.  

Πηγή: http://www.parathemata.com/2015/04/2015.html