ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑ ΚΟΛΑΖ ΙΙΙ

Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

Ελένης Λαδιά: Τό Χρυσοκόριτσο καί ὁ Ἱωάννης

ς ρχίσουμε πό τό προσωνύμιο, τό Χρυσοκόριτσο. πειδή χω μέ τόν ναγνώστη μου μακρόχρονη σχέση, πάνω πό μία τεσσαρακονταετία, φείλω νά το διευκρινήσω πώς δέν πάρχει κορίτσι καί μάλιστα χρυσό, διότι τό συγκεκριμένο πλάσμα ταν περίπου βδομήντα τν. Τό προσωνύμιο δωσε πέργηρη μητέρα, γιά τίς μεγάλες φροντίδες καί περιποιήσεις τς θυγατέρας. «Κορίτσια», λένε βεβαίως καί στά θεσσαλικά χωριά τίς γαμες καί τεκνες γυνακες, πού παρέμειναν σέ μία φάση τς ζως τους, μή ξελισσόμενη. Εχα γνωρίσει να τέτοιο γδονταπεντάχρονο κορίτσι, πού νομαζόταν Φανιώ.
ρωίδα μως τς στορίας μας εχε να κοινότατο νομα, να ποιοδήποτε, ς τήν πομε Μαρία. Προτιμομε μως νά τήν ποκαλομε νίοτε μέ τό δωρητήριο--  προσωνύμιο τς μητέρας της: Χρυσοκόριτσο.
Ο ζωές μητέρας καί κόρης ταν σφιχτοδεμένες σάν πλεξίδες. Σχεδόν τριάντα χρόνια τό Χρυσοκόριτσο περιποιόταν τήν μητέρα, κόμη καί σέ καιρούς πού κείνη ταν βιολογικς δυνατή. Μέ τόν θάνατο μως το συζύγου καί κυρίως το πολυαγαπημένου δελφο, γεία της κλονίσθηκε. Τόν πρτο καιρό το πένθους νας νεξήγητος ψηλός πυρετός τήν βασάνιζε, καί ξαιτίας του φέθηκε στά στοργικά χέρια τς κόρης, πού ντας νύπαντρη καί τεκνη, φοσιώθηκε στό «λικιωμένο» της παιδί. Μεγάλωναν μαζί μέ διαφορά εκοσι πέντε χρόνων. τσι ταν μητέρα γινε νενήντα πέντε χρον, θυγατέρα κατάκοπη ψυχικς καί σωματικς φτασε στά βδομήντα.
Μέχρι τότε τό Χρυσοκόριτσο δεχόταν διαμαρτύρητα τήν πίπονη περιποίηση, τίς πάμπολλες ρες πού παρέμενε κοντά στήν γριά σάν σωτερική δούλη το παλιο καιρο, τίς εκαιρίες πού χανε γιά ταξίδια καί διασκεδάσεις, τίς γρύπνιες, τόν πόνο το σώματος καί δίως τν χεριν, ταν βοηθοσε τήν μητέρα νά σηκωθε καί νά κάνουν μερικά βήματα στό δωμάτιο, νά τήν πλύνει νά τήν συνοδεύσει στήν τουαλέτα. Τελευταίως μως θές κόπωση, θές ζεστός καιρός μέ τήν ποπνικτική γρασία τήν καναν νά παραδεχτε πώς προσφέρει περισσότερα πό σα μπορε ες βάρος τς γείας της. μόνη καταφυγή της τά νειρα το λιγοστο πνου.
Τώρα μως τά νειρα το Χρυσοκόριτσου λλαξαν· ταν συναρμολόγητα λόγω τν πολλν καί αφνιδίων ξυπνημάτων, μολονότι πό τά τεμάχια το κρωτηριασμο τους, πλαθε καμιά φορά στορίες. νειρα φιαλτικά, γχωτικά, βεβαρημένα, μισοκρυμμένα κάτω πό παράξενες μορφές, σχήματα καί χρωματισμούς. Ατό μως πού τς ποδείκνυαν ταν τό πραγματικό γεγονός πώς εχε τήν νάγκη βοηθείας γιά τό δύσκολο ργο της. χι τήν πληρωμένη ριαία μερομίσθια  βοήθεια τν διαφόρων γυναικν μέ τά μάτια τους στραμμένα στούς δεχτες το ρολογιο γιά τήν ρα πού θά φευγαν. θελε βοήθεια γάπης λλά πόθεν; ταν τό μοναχοπαίδι τς οκογένειας, ν λοι ο συγγενες σκόρπισαν στόν θάνατο, στίς σθένειες καί στίς λλαγές διαμονς. Καί τώρα ο νύχτες γίνονταν βαρύτερες γιά νά ποκοιμηθον μεσλιξ καί πέργηρη. να βραδυνό νειρο μως τήν προβλημάτισε καί συγχρόνως τήν φόβισε. Εδε πώς μητέρα της γεννοσε, ταν τοιμόγεννη πάνω στό κρεββάτι καί τό Χρυσοκόριτσο τήν κοιτοσε κπληκτη. γραα γέννησε να γόρι πανάσχημο, τό ποο μεγάλωνε ταχύτατα λές καί βρισκόταν σέ μυθολογικό πεισόδιο. Μά τί τρέλα, ναρωτήθηκε στό νειρό της κόρη. Δέν χω δέλφια, μητέρα δέν μπορε πλέον νά γεννήσει καί πς νεογέννητος μεγάλωσε τρομακτικά, γινε λόκληρος νδρας, λίγα χρόνια μικρότερός της! Προσπαθοσε νά το βρε να νομα, κι ταν παραδέχτηκε πώς ταν ντως δελφός της, τόν φώναξε Γιάννη, φο Γιάννηδες βαπτίστηκαν λα τά γόρια το σογιο πρός τιμήν το πάππου. Κι ρχόμενος ταν νας πό τούς σαρανταπέντε Γιάννηδες; χι, δελφός το Χρυσοκόριτσου θά λεγόταν ωάννης, τσι θά τόν ποκαλοσε, δικός της δελφός μόνον ατό τό νομα θά φερε. ωάννης, καταπληκτικός!
ταν μεγάλωσε λοιπόν ωάννης σέ στιγμή χρόνου, πέκτησε μιά σπάνια μορφιά: τό κεφάλι του γινόταν πολλές φορές--δίως ταν σκεφτόταν- διάφανο καί φαινόταν γκέφαλός του, ταν ρατός καί φέγγιζε λές καί καρφώθηκαν πάνω του πολύχρωμες πούλιες.
Γύρω πό τό κεφάλι του σάν φωτοστέφανο πρχαν μαθηματικές ξισωσεις καί γεωμετρικά σχήματα. Κι ταν κενα φευγαν σάν ταινία πού μισοσβήνει, φαίνονταν μουσικές συνθέσεις. Τό Χρυσοκόριτσο στεκόταν μαγεμένο.
«Μαμά δελφός μου» επε συγκινημένη δείχνοντας τόν ωάννη λλά γραα τό ρνήθηκε. «Μόνο να παιδί γέννησα γώ, τό Χρυσοκόριτσό μου. Δέν ναγνωρίζω γιό.»
Τό Χρυσοκόριτσο θελε νά τς ξηγήσει πώς σως νά ταν ωάννης τό παιδί πού δέν γεννήθηκε τότε, ταν κάποτε  τς επε θεία της, «Ναί κάποιο γεννήθηκε λλά τό πετάξαμε στά σκουπίδια,» καί τό κατακαημένο Χρυσοκόριτσο ψαχνε τούς τενεκέδες νά βρε τά χνη το χαμένου δελφο. νά γεννήθηκε κρυφά τήν λλη φορά πού φαντάστηκε, -πηρρεασμένη πό τήν συμμαθήτρια πού καθόταν στό διο θρανίο- πώς καί δική της μαμά ταν γκυος. « μαμά μου πγε τριν μηνν» λεγε Χαρίκλεια, καί τό Χρυσοκόριτσο φανταζόταν πώς καί δική της εναι τριν. Δέν λεγε πουθενά τίποτα, μόνη της γνεθε τήν στορία. Κάποτε μως μαμά τς Χαρίκλειας γέννησε μία κόρη. Τό Χρυσοκόριτσο τά χασε, ντρεπόταν νά ποκαλύψει τό ψέμμα της καί επε να δεύτερο. « δελφός μου γεννήθηκε νεκρός,» μουρμούρισε μέ σκυμμένο κεφάλι. ταν τόσο ληθινό τό πένθος της, στε τά μάτια της γέμισαν δάκρυα, ν Χαρίκλεια λυπημένη γιά τό συμβάν, δέν ξανασυζήτησε γιά δέλφια.
Γι’ατό ταν πολύ φυσικό νά μφανισθε χαρισματικός δελφός, πλασμένος μέ τόση γάπη καί ναμονή, κι ς μήν τόν ναγνώριζε μητέρα. Γριά εναι, πέργηρη μάλιστα μπερδεύει φαντασία μέ πραγματικότητα.
 «λα ωάννη.» «’ρθα Μαρία νά σέ ξεκουράσω, εσάκουσα τά νειρά σου καί ρθα.»
Τά μαθηματικά προβλήματα γύρω πό τό κεφάλι του πιλύονταν ταχύτατα μέ μουσική πόκρουση συνθέσεις παράμιλλης πρωτοτυπίας καί μελωδίας.  Κάτω πό τά γυαλιά του γυάλιζε τό βλέμμα του σάν πυρωμένο σίδερο.  νας διοφυής δελφός!
ωάννης ξεκούραζε τήν δελφή του ναλαμβάνοντας λα τά κοπιώδη ργα, κι ατή ρχισε νά νιώθει καλύτερα: λιγόστευαν καί γλύκαιναν ο πόνοι στό σμα καί κυρίως στά σφυρά, στήν πλάτη καί στήν μέση.Τ χαρακτηριστικό μως  τς διοφυίας του ταν τακτοποίηση το χρόνου. ταν πήγαιναν νά διασκεδάσουν χρόνος διαστελλόταν, ν συγχρόνως συστελλόταν γιά τήν πέργηρη μαμά. τσι τά πέντε λεπτά πού μποροσε νά μείνει λομόναχη, χωρίς τήν συντροφιά κάποιας πληρωμένης οκιακς βοηθο, γίνονταν γιά τήν διασκέδαση τν δελφν πέντε λόκληρες ρες. Τό Χρυσοκόριτσο πού εχε χρόνια νά διασκεδάσει χωρίς γχος, πολάμβανε μέ τόν ωάννη θαυμάσιες στιγμές. Πρτα τόν πγε στόν κινηματογράφο, γιά νά ξαναδε να ρωσικό ργο το 1961, τότε πού κείνη ταν δεκαέξι τν. θελε νά διαπιστώσει τήν ντοχή το φίλμ μετά πό πολλά χρόνια καθώς καί τόν δικό της ρομαντισμό. κινηματογράφος που παιζόταν ταινία ταν παμπάλαιος. Περίμεναν λλά δέν φαινόταν ταμίας, ν καί εχε φθάσει ρα. Δύο κόμη πελάτες ρθαν, κείνη μέ να κκεντρικό νδυμα, πού πονοοσε σως τήν εκαστική της νασχόληση κι συνοδός της, κατά πολύ μεγαλύτερος μέ μακριά μαλλιά σέ σχμα λογοουρς, πού πεφτε  στήν πλάτη του. «Δέν εναι κανείς δ;» ρώτησε κάπως κνευρισμένο τό Χρυσοκόριτσο, πού θελε πάντα νά γίνονται λα στήν ρα τους. «Πρώτη φορά ρχεσθε;» επε μέ να διφορούμενο χαμόγελο κοπέλα, λές καί ταν μυημένη σέ κάποια αρεση. «Εναι, θά ρθουν. να λικιωμένο ζευγάρι χει τήν φροντίδα. Πάντως νά ξέρετε πώς ρθατε στόν πιό κάλτ κινηματογράφο.»
Σέ λίγο να μικρόσωμο γεροντάκι μέ μία αρα πού θύμιζε ντοστογιεφσκικό μυθιστόρημα χώθηκε στό ταμεο εσιτηρίων. Ο πολυθρόνες φθαρμένες καί λερωμένες πό τήν χρήση, τριζαν σέ κάθε μετακίνηση το σώματος. Τό πάτωμα εχε λεκέδες διευκρίνηστης προέλευσης καί που μοκέτα ταν φθαρμένη νύπαρκτη, τήν ποκαθιστοσε να κολλδες νάυλον. Ο σόλες τν ποδημάτων τους κολλοσαν κι ναγκάστηκαν νά διαλέξουν θέσεις δυό τρες φορές γιά νά βρον τό κατάλληλο μέρος. Τό ζευγάρι πού συμπλήρωνε τήν τετράδα τν θεατν, γνώριζε τόν χρο καί βρκε ξαρχς τίς θέσεις του. Μιά μοναδική λλά καλόγουστη λάμπα πού φανέρωνε, πως καί λλες λεπτομέρειες τήν παλαιά χλιδή το κινηματογράφου, φώτιζε τόσο, σο νά διακρίνονται ο σκιές. Πρίν ρχίσει ταινία, μιά γραα, ψηλότερη καί λιγώτερο λικιωμένη πό τό γεροντάκι, προφανς σύζυγός του, ρθε καί ζήτησε νά δε τά εσιτήρια, πράξη δυσπιστίας γιά τήν κανότητα το ταμία.
« ταινία πέδειξε τήν ντοχή της στόν χρόνο καί τόν δικό μου ρομαντισμό» επε ταν βγαιναν πό τόν κινηματογράφο. «Πς σο φάνηκε ωάννη;» ταν στηριγμένη στόν βραχίονα το δελφο της γιά νά κατέβει τά σκαλοπάτια. καρδιά της χτυποσε γρήγορα. «Καλή. λλης ποχς!»
δεύτερη σπουδαία διασκέδαση γιά τό Χρυσοκόριτσο ταν να μπάνιο στήν θάλασσα. Πάνω πό τέσσερα χρόνια εχε νά νιώσει τήν χαρά καί τήν λμυρή εεξία της, γιατί δέν μποροσε νά φήσει τήν πέργηρη μητέρα της μόνη· λλωστε δέν διέθετε πλέον οτε φίλους οτε ατοκίνητο. καθημερινή νασχόληση τήν πομάκρυνε πό τά πάντα. δελφός της μως κπλήρωσε κι ατήν τήν πιθυμία της, διαθέτοντας να λοκαίνουργο ατοκίνητο. Πρώτη φορά τς νοιξε κάποιος τήν πόρτα το συνοδηγο γιά νά βγε. Στό παρελθόν ατή ταν δηγός, φο ο νδρες πού τς τυχαν δέν ξεραν οτε νά δηγήσουν, οτε φοροσαν ρολόγι, χαμένοι μέσα στόν 
ατισμό τους. ‘Ιωάννης τήν πρόσεχε νά μήν κουρασθε, τς κρατοσε τήν τσάντα το μπάνιου, νοιξε τό καρεκλάκι γιά νά καθήσει κι στρωσε τίς ψάθες. ταν κόμη πρωί, δέκα περίπου ρα κι λιγοστός λιος πού πεφτε στό κεφάλι του, κανε τούς φωσφορισμούς νά λάμπουν περισσότερο. Τό παράξενο μως ταν, σκέφτηκε τό Χρυσοκόριτσο, πώς ατά τά θαυμαστά πού συνέβαιναν στόν ωάννη δέν τά βλεπε οτε μητέρα οτε περίγυρος. Μόνον ατή βλεπε τά φωτεινά σημάδια καί κουγε τίς μουσικές συνθέσεις. λοιπόν πρχε μαδική τυφλότης προσωπική ξυδερκής ραση. Μέσα στήν θάλασσα ταν ετυχισμένη, γύρισε νάσκελα καί πλεε στήν πιφάνεια. «Κάνω τήν πεθαμένη» φώναξε στόν δελφό της, ν κενος κολυμποσε κοντά της προσέχοντάς την. Μετά περπάτησαν στήν παραλία νά μαζέψει τό Χρυσοκόριτσο θαλάσσιες πέτρες, γιά νά τίς  ζωγραφίσει στό σπίτι. Μία πό λες πού μοιαζε μέ δελφίνι, κόμη καί στό μάτι του, τήν χρισε στόν ωάννη.
μητέρα ρωτοσε κάθε φορά πού τήν περιποιόταν θυγατέρα της, «μά ποιά εναι σκιά νός νδρα πού στέκεται δίπλα σου;» κείνη τς ξηγοσε, τς λεγε δεκάδες φορές γιά τόν δελφό της. «Κατάλαβέ με, δέν χω κάνει λλο παιδί. πιμένεις νά τό λές. Ποιός δελφός; Δέν χω γιό.»
μως ωάννης πρχε, ταν ζωντανός καί τό Χρυσοκόριτσο ετυχισμένο τόν θεωροσε διοφυϊα. « Πρες λα τά ραα γονίδια τς γενις, πού μέ τήν θεϊκή χάρη γιναν ριστουργήματα.»
τρίτη καί τελευταία διασκέδαση της ταν ρχαιολογικός περίπατος. Προτο το ζητήσει τήν χάρη νά τήν πάει μέ τό ατοκίνητό του, κενος πρόφερε τήν μαγική φράση: «’λευσινάδε, πρός λευσίνα τσι;»
«Ναί δελφέ μου, κε εμαι ταγμένη. Στήν πηρεσία τς γάπης μεταξύ μητέρας καί κόρης, κε εμαι ξ παλν νύχων ταγμένη.»
Περπατοσαν νάμεσα στά ρείπια, ρχικς στάθηκαν στό παρθένιον φρέαρ, καί στό τέλος κάθησαν στό Πλουτώνειο ντρο. «’δ ωάννη, ρχόμουν μέ ναν πολύτιμο φίλο ποιητή, πού εναι τώρα νεκρός. κολουθοσαμε τήν δια πορεία, πως τώρα, καί καταλήγαμε στό νοιγμα το δου. Βλέπεις στήν σχισμή το δάφους; πάντοτε, πως καί τώρα, πρχαν νθη καί προσφορές ξηρν καρπν.»
Τό δρο πού πρόσφερε στόν δελφό της πό τήν λευσίνα ταν να μεγάλο χρυσό φύλλο στό δαφος, ριγμένο πό τήν διπλανή γριοσυκιά. χρόνος δέν τό φθειρε λλά τό στέγνωσε καί τό σκλήρυνε μεταβάλλοντάς το σέ ρυκτό.
Μετά πό λίγο καιρό ωάννης ζήτησε νά ποχαιρετήσει τήν δελφή του. Τό Χρυσοκόριτσο δέν τό περίμενε, ταν αφνίδιο καί ρώτησε μέ τρόμο. «Γιατί; γιά τόσο λίγο λοιπόν;» «Πρέπει νά φύγω Μαρία μου, πρέπει δελφή μου.»  «Καί πο θά πς;»   «πό κε πού ρθα Μαρία. Μά ν μέ χρειασθες, ξέρεις τόν τρόπο νά μέ φωνάξεις.»
φυγε. Τό διο βράδυ τό Χρυσοκόριτσο στρωσε τό μεγάλο κρεββάτι τς μητέρας μέ κεντημένα σεντόνια καί μαξιλάρια, τήν ξάπλωσε, κι ν κείνη τήν κοιτοσε πανέμορφη ς ταν μέ τό σπρο μεταξωτό της δέρμα, τά σπρα μαλλιά καί τά γαλανά μάτια, θυγατέρα τς επε: «Εμαι τυχερή πού σέ χω μανούλα.»  «Εχαριστ Χρυσοκόριτσό μου, χρυσό μου σύ πού ποτέ δέν επες χι σέ ,τι ζητοσα, πάντα λεγες ναί, πάντα ναί...»


Δημοσιεύθηκε στην ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τεύχος 1860 / Δεκέμβριος 2013.