Η σχέση καλού και κακού, πίστης και απιστίας, ο Θεός και η θεοδικία, ο θάνατος κι ο έρωτας, η συνομιλία με τα όνειρα και το υπερφυσικό, η σχέση μάνας και κόρης είναι τα κυριότερα θέματα που απασχολούν το έργο της, μεγάλο μέρος του οποίου συνομιλεί με την αρχαιοελληνική σκέψη. Η θεολογία, η μυθολογία, η φιλοσοφία, και η ιστορία εμπλέκονται με τρόπο ευρηματικό και πολλές φορές πρωτότυπο με την καθημερινότητα των ηρώων, για τους οποίους λέει η ίδια. «Οι ήρωές μου ανήκουν στην τάξη των αφελών. Δεν έχουν δεύτερη σκέψη, δεν κάνουν κακό, αντιθέτως δέχονται το κακό από τους άλλους. Δεν ενδιαφέρονται για πλούσια ζωή, είναι ιδεόπληκτοι, βασανίζονται από τις ιδέες τους. Ακόμη και οι περιπτώσεις τρελών ή δολοφόνων είναι διαυγείς. Φέρουν την ευθύνη τους με στωικότητα. Όλα γίνονται κάτω από το βάρος μιας ιδέας. Ακόμη και ο έρωτας καταντά μια ιδεοληψία». Εγώ θα έλεγα πως οι ήρωες «σκάπτουσιν ένδον», προσπαθώντας να γνωρίσουν και να αναγνωρίσουν και τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού τους. Και συχνά πλάθουν μύθους και καταφεύγουν στις ψευδαισθήσεις ,γιατί δεν αντέχουν της πραγματικότητας την αλήθεια. Αναζητούν το Θεό και την πρώτη αρχή, αντιμετωπίζουν διλήμματα, θέλουν να προσευχηθούν μα τους εμποδίζει ο ορθολογισμός τους , προβληματίζονται και απογοητεύονται διαπιστώνοντας την ατέλεια του ανθρώπου, αλλά και οραματίζονται και ελπίζουν, όπως ο Αριστοκλής ο πνευματοφόρος στο διήγημα «Το άγιο περιστέρι», πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος θα ενεργοποιηθεί και θα τελειοποιηθεί με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος και ίσως έτσι ο άνθρωπος να οδηγηθεί στη θέωση. Ίσως έτσι να πραγματοποιηθεί επιτέλους ο προαιώνιος πόθος του, όπως του οραματιστή Ζαχαρία της «Ωρογραφίας», για μια καλύτερη ανθρωπότητα.

«Ένα πρωί, μετά από ύπνο χωρίς ενύπνια (δόξα τω Θεώ τους τελευταίους μήνες ο ύπνος είναι βαρύς, ληθαργικός και επιλήσμων), αποφάσισα να πετάξω όλα τα όνειρα που ανεκπλήρωτα κυρίευσαν το χώρο του σπιτιού μου. Βεβαίως, η ιδέα κρυφόκαιγε μέσα μου καιρό, έπρεπε κάποτε να καθαρίσω, ο οικίσκος μου ήταν μικρός, μόλις πενήντα τετραγωνικά, και τα όνειρα της ζωής μου πλημμύριζαν επικίνδυνα το ζωτικό μου χώρο. Επομένως έπρεπε να αποφασίσω: ή εγώ ή εκείνα. Τελευταία τόσο δε με άφηναν να αναπνεύσω και να κινηθώ ελεύθερα, ώστε αναγκαζόμουν να απουσιάζω ώρες από το σπίτι, βρίσκοντας καταφύγιο στους δρόμους, στα αλσύλλια ή με το κρύο στους κινηματογράφους…
Όταν επέστρεφα σπίτι τα έβλεπα, ή προσποιoύμουν πως δεν τα βλέπω, στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο σε τέλειες επιμειξίες, μολονότι ήταν όνειρα διαφορετικής καταγωγής και περιεχομένου. Φαίνεται, όμως, πως με την πάροδο του καιρού απέκτησαν ένα κοινό χαρακτηριστικό που τα ωθούσε προς ένωση: Ήταν όλα εξόριστα από την πραγματικότητα ή, σαφέστερα, ανεκπλήρωτα. Έτσι αποτέλεσαν μία κοινωνία διαφοροτήτων, όμοια με αυτή των ανθρώπων.
Όπου κι αν έστρεφα το κεφάλι μου, σε οποιαδήποτε γωνία ή σημείο του σπιτιού, όλο και έβλεπα κάποιο όνειρο να μου κεντρίζει τη μνήμη, τονίζοντάς μου έτσι το μέγεθος της θλίψης ή της αποτυχίας μου … Ο ονειρόσακκος είχε αδειάσει όταν πέταξα τα νεκρά και ημιθανή όνειρα. Ένα βάρος έφευγε από το στήθος μου στη σκέψη πως τώρα θα ήμουν απολύτως ελεύθερος. Τη στιγμή όμως που ετοιμαζόμουν να πετάξω και τον ονειρόσακκο άκουσα έναν περίεργο ήχο. Έβαλα το χέρι μου στον πάτο του ονειρόσακκου και έπιασα ένα αρτιγέννητο όνειρο. Πότε πρόλαβε να γεννηθεί, αναρωτήθηκα, και ποιας επιμειξίας προϊόν ήταν; Δεν υπήρχε ακόμη κανένα ιδίωμά του, τόσο ελάχιστο ήταν. Μόνο ο ήχος πρόδιδε την ύπαρξή του.
Στάθηκα δίβουλος: να το πετούσα στον γκρεμνό πριν μεγαλώσει και προβάλει απαιτήσεις ή να το κρατούσα; Θυμήθηκα ότι στο παρελθόν είχα ένα μικρό ενυδρείο με λιλιπούτεια χρυσόψαρα. Με τον καιρό και παρ' όλη τη φροντίδα μου είχαν όλα πεθάνει κι απέμεινε μόνο ένα, το μικρότερο. Και τότε ξαναβρέθηκα στο ίδιο δίλημμα, αλλά ήμουν νέος και ανθεκτικός. Έτσι, έβαλα το χρυσοψαράκι σε μία μεγάλη κατσαρόλα με νερό και το επέστρεψα στο κατάστημα των ενυδρείων για να το κρατήσουν συντροφιά με τα άλλα. Έτσι έπραξα τότε. Και με αυτή τη μνήμη, έβαλα στη χούφτα μου το ονειρατάκι το άφυλο και αδήλωτο, και το παρατηρούσα.
Όχι, δεν το πέταξα, δεν μπόρεσα να το πετάξω και δεν προτίθεμαι να αναλύσω τους λόγους αυτής της απόφασής μου. Το πήρα μαζί μου στο δρόμο της επιστροφής, γιατί εγώ και το ονειρατάκι μου χωρούσαμε μια χαρά στο σπίτι…»
Ένα πραγματικά εξαιρετικό διήγημα.

Αγαπημένος τόπος η Ελευσίνα, διαποτίζει το έργο της με όλα όσα συμβολίζει. Ιερός τόπος μυστηρίων και κάθαρσης, αναγέννησης και νίκης της ζωής . Η Ελευσίνα και το αιώνιο νόημά της αξιοποιημένο λογοτεχνικά, χωρίς διδακτισμό, σε πολλά από τα έργα της. Στο μυθιστόρημα «Οι Θεές», ο γνωστός μύθος Δήμητρας-Περσεφόνης, παραλληλίζεται με τη σχέση της γήινης μητέρας και κόρης, μια θεια και αιώνια σχέση αναγέννησης της φύσης και της ζωής. Και η κόρη στην ουσία δίνει ζωή υπόσταση στην μητέρα της, «με ένα οδυνηρό τοκετό αναμνήσεων», τον τοκετό ενός μυθιστορήματος. Κι έτσι κατελύθη του θανάτου το κράτος! Στη σελίδα 200 το μυθιστορήματος «θεοφόροι και δαιμονοφόροι» η συγγραφέας αναφέρει «Με τη δύναμη της αγάπης μας μπορούμε να υλοποιήσουμε όλες τις φανταστικές και φαντασιακές μορφές, σκέφτηκε η αφηγήτρια ή η αναγνώστρια. Έτσι και κείνη υλοποίησε μια φορά τη νεκρή της μητέρα..». Άλλωστε σύμφωνα με το μότο του βιβλίου, «Οι θεές», που ήδη ανέφερα, «Μπορεί εσύ να’ σαι αιώνιος κι ο θάνατος μια φαύλη ιστορία» κατά τον Γιουνούς Εμρέ. Ο κόσμος της πραγματικότητας και των ονείρων, τούτος ο κόσμος και ο άλλος και η τυχαία συνάντηση των γραμμών που τους ενώνουν αποκαθιστά την επικοινωνία με τους αγαπημένους θανόντες, που ως « είδωλα καμόντων», επανέρχονται, σαν να μην έχουν πει ακόμη τον τελευταίο τους λόγο, στα διηγήματα και τα μυθιστορήματα της Ελ. Λαδιά, δημιουργώντας μια άλλη «νέκυια». Μια νέκυια οφειλόμενη στο τυχαίο, που κατά τη συγγραφέα αποτελεί τη φοβερότερη όψη του Θεού. Μήπως , επειδή φοβερό είναι το ανεξέλεγκτο που μας υπερβαίνει; Πάντως σε όλο της το έργο συχνά με το Θεό συνομιλεί και μάχεται φτάνοντας συχνά σε αδιέξοδο, μην μπορώντας να συμβιβάσει την αμφισβήτηση με την αναγκαιότητα της ύπαρξής Του. Την απασχολούν ερωτήματα για τα όρια της ελευθερίας, το πεπρωμένο και το αυτεξούσιο του ανθρώπου. Διλήμματα και ερωτήματα αναπάντητα, που αποτελούν πηγή έμπνευσης και προβληματισμού της λογοτεχνίας ανά τους αιώνες.
Ο πλούτος των φιλοσοφικών, θεολογικών ιστορικών, μυθολογικών, ακόμη και λαογραφικών αναφορών, αξιοποιείται χωρίς να κουράζει, με τα λογοτεχνικά ευρήματα, και την ενδιαφέρουσα δομή των κειμένων. Τα παρένθετα κείμενα, όπως π.χ. «το έλεγαν οι μπάμπες», στο μυθιστόρημα «Οι θεές», και στο «Θεοφόροι και δαιμονοφόροι» λειτουργούν με τρόπο εξαίρετο, αναδεικνύοντας και αποδεικνύοντας την Τέχνη της συγγραφέως. Φαίνεται πως «ο διδάσκαλος» του Επίκτητου, της έδωσε όχι μόνο το ρόλο, αλλά και της Τέχνης το τάλαντο πλουσιοπάροχα.
*Παρουσίαση στη Λέσχη Ανάγνωσης Ηρακλείου, «ΕΝΤΕΧΝΟΣ ΛΟΓΟΣ»
(21-4-2018).
Η Ευαγγελία Πετρουγάκη είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές Συλλογές: Ενθύμιο Φως, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα, 2009 και Σχήμα Δίκαιο, εκδ. Γαβριηλίδης, 2015. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά και κάποια έχουν περιληφθεί στην «Ανθολογία Κρητικής Ποίησης, έκδοση του Σμποσίου Ποίησης,Ταξιδευτής, 2007 και στην Ανθολογία «Χειραψία» (Έλληνες και Ούγγροι ποιητές των ημερών μας, δίγλωσση έκδοση, Βουδαπέστη 2008) . Από το2011 είναι συντονίστρια της Λέσχης Ανάγνωσης Ηρακλείου «ΕΝΤΕΧΝΟΣ ΛΟΓΟΣ»
*Τα κολάζ είναι έργα της Ελένης Λαδιά.