ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑ ΚΟΛΑΖ ΙΙΙ

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ - διήγημα

Σς πληροφορ ντίμως τι τά ρητά εναι νεφάρμοστα. Ατό τό εχα ννοήσει πό τήν φηβεία μου κόμη, ελογημένη ποχή που πρωτοδιάβασα «τό πόγειο» το Ντοστογιέφσκι. Περίλαμπρα ρωας το πογείου ποδεικνύει πώς δέν εναι καλό νά γνωρίζει νθρωπος τόν αυτό του. Τά πιχειρήματά του μλιστα εναι τόσο συγκλονιστικά κι νατρέπουν τόν καθιερωμένο ρυθμό τς νθρώπινης σκέψης, στε τό ργο εναι πραγματικά μεγαλοφυές.
Φυσικά μένα δέν μέ πασχόλησε τό θέμα τς γνωριμίας το αυτο μου, δέν διαθέτω λλωστε τέτοιες διανοητικές κανότητες. Εμαι νας νθρωπος πού δέν φιλοδόξησε ποτέ νά καταπιαστε μέ ψηλά θέματα καί νά κυριαρχήσει σέ χρο μεγαλύτερο πό γδόντα τετραγωνικά.
Δέν σχυρίζομαι τι εμαι καλός χριστιανός, θά λεγα πώς πλς μέ συγκινε μορφιά τν κειμένων και το τελετουργικο τς ρθοδοξίας. Καί μως, φήρμοσα, χωρίς νά τό καταλάβω, τήν κυριώτερη χριστιανική ρήση: γάπα τόν πλησίον σου ς σεαυτόν. Τό βίωμά μου, βλέπετε, δέν ταν γνωσιολογικό λλά θικό. Γι’ατό καί προσπάθεια φαρμογς του γέννησε να τεράστιο θικό παράδοξο.
τσι βρίσκομαι λομόναχος τώρα, μέρα Χριστουγέννων, μέ μία βασανιστική πορία: φο τήν γάπησα ς μαυτόν, γιατί διαμαρτυρήθηκε μετά πό τόσα χρόνια, κι να ραο πρωϊ- χι πρωί, σχμα λόγου εναι- μλλον γιά πόγευμα έπρόκειτο, να ραο λοιπόν πόγευμα μο δήλωσε κατηγορηματικς, χωρίς θυμούς, δάκρυα καί ξάρσεις πώς δέν ντέχει λλο ατόν τόν δεσμό.
Στήν ρχή ξαφνιάστηκα καί δέν τό πίστεψα, σοφίστηκα καί χρησιμοποίησα ποικίλους διερευνητικούς τρόπους, λλά δυστυχς λεγε τήν λήθεια. Πανικοβλήθηκα καί τά ρωτηματικά, σάν λαιμητόμοι πεφταν στό κεφάλι μου. Τί τς κανα λοιπόν καί παναστάτησε τόσο, δηλώνοντάς μου τι εχε πλέον φτάσει στά ρια τς ντοχς της;  γώ τήν γάπησα ληθινά, πως τόν αυτό μου.
Πρτα πρτα πέβαλα καί σ’ ατήν τίς πόψεις μου περί γάμου καί τεκνοποιίας. ‘Εκε  τά κατάφερα χωρίς μεγάλο κόπο, γιατί καί δια ταν δεόπληκτη. Δοσμένη κατά καιρούς σέ παράξενες φιλοσοφικές ίδέες καί ζώντας σέ να φανταστικό μέλλον, θεωροσε τά παρόντα φήμερα καί συμβατικά. Γιά νά εμαι μως κριβής μερικές φορές μο κανε προτάσεις γάμου (ατή γυναίκα εχε τήν καταπληκτική εχέρεια νά μεταμορφώνεται σέ ππότη), σέ ποχές μεγάλης θλίψης καί βασάνων γιά μένα. Μέ τό σκληρό καί πότομο φος μου τς πεδείκνυα δύο δρόμους: νά μείνει μέ τούς ρους πού διος πέβαλα στόν αυτό μου, γαμη δηλαδή, νά φύγει. δρόμος ταν πάντα νοικτός καί λεύθερος. μεινε καί πέρασαν πολλά Χριστούγεννα.

ργότερα σέ κάποια λικία, θεωρώντας προφανς πώς θά χανε τήν δυνατότητα τεκνοποίησης, ρχισε νά μο ζητ να τέκνο, στω καί νευ γάμου. Συντηρητικός καθώς μουν καί μέ κλόνητες θικές ρχές, μόλις καί συγκρατήθηκα νά μήν τήν διαολοστείλω. Τς τόνισα μως, περισσότερο σκληρά, πώς οτε γώ οτε ατή μασταν κανοί νά διαπαιδαγωγήσουμε ναν νέο νθρωπο. Καί φυσικά ξαναεπα: μενε μέ τούς ρους πού ξέρεις φύγε. μεινε καί πέρασαν πολλές Πρωτοχρονιές.
Στά μεγάλα λοιπόν θέματα το γάμου καί τς τεκνοποιίας εχαμε συμφωνήσει. Στά μικρά μως, τά σχεδόν λάχιστα, δέν ντεξε. Τί πιτέλους τήν εχε νοχλήσει; μήπως σιωπή πού τς πέβαλα  γιά τόν δεσμό μας;
Μά ατό, πρτος γώ τό εχα ποστε. Δέν μίλησα πουθενά, λέξη δέν επα σέ κανέναν, λλο τί καταλάβαιναν ο γύρω, τήν δική μου μολογία δέν τήν εχε κανείς. μένα δέν μέ νδιαφέρουν ο ντιλήψεις το εκοστο αἰῶνος. Δεσμός πού δέν καταλήγει σέ γάμο, πρέπει νά μένει κρυφός.
Φυσικά δέν πρχε κανένας ντικειμενικός λόγος γιά τήν συνωμοσία τς σιωπς μας, νά κάτι πού δέν κατάλαβε, χεμύθεια δέν κρηπιδώνεται πάντα σέ λόγους ντικειμενικούς. πό φυσικο μου σιχαίνομαι τίς κμηστηρεύσεις καί τίς νακοινώσεις, πολλές φορές χρησιμοποι κι λλο νομα γιά περιπτώσεις δευτερεύουσες, κουρέας μου λόγου χάρη ξέρει πώς μέ λένε κύριο λέξανδρο, ν τό πραγματικό μου νομα εναι λλο. Βεβαίως δέν τά κάνω λα ατά πό δόλια πρόθεση, οτε καί χρησιμοποι τεχνάσματα κακοποιν, πλς διασφαλίζω τσι τήν νωνυμία μου. γαπ τήν νωνυμία, εναι πηγή χάριτος καί λευθερίας.
Θά μο πετε, γαπητοί μου: εσαι τόσο ταπεινόφρων; παντ μετά παρρησίας: χι, δέν εμαι, λλά φο δέν χω τό μέγεθος τς πωνυμίας νός Νεύτωνος, νός ινστάιν νός Ντοστογιέφσκι, τί νά τίς κάνω τίς λλες χλιαρότητες; Νά εμαι δηλαδή δήμαρχος το χωριο συγγραφεύς μις μερίδος νθρώπων; ντιπάθειά μου γιά τά μικρά μεγέθη μέ δήγησε στήν πλήρη, στήν πληρέστατη νωνυμία. Τί νόχλησε λοιπόν τήν γαπημένη μου; τήν νόχλησε προφύλαξη το δεσμο μας ο μέρες καί ο ρες πού εχα ρίσει γιά τίς συναντήσεις μας; Ατές τίς μέρες καί ρες διέθετα κι γώ γιά τήν προσωπική μου εχαρίστηση, λες ο λλες ταν γεμάτες πό τό πάγγελμα καί τίς οκιακές σχολίες, διότι ζοσα μόνος.
Θυμμαι τώρα πώς μετά πό πολύ καιρό τόλμησε νά διαμαρτυρηθε γιά τό σπασμένο κρεββάτι πού πλαγιάζαμε, ταν τήν φιλοξενοσα πάντα τίς μέρες καί τίς ρες πού γώ ριζα. Δέν εμαι οτε πορος οτε τσιγκούνης λλά δωρικός. Μάλιστα, πολύ δωρικός. Δέν μο ρέσουν τά ραα καί περιττά πράγματα γιά τίς κατοικίες. Καί στό διο κρεββάτι κοιμόμουν καθημερινά, δίχως νά διαμαρτυρηθ. Τά κλινοσκεπάσματά μου εχαν βέβαια μερικές τρύπες, πού φείλονταν στά πολλά πλυσίματα, λλά ταν πάντα πεντακάθαρα, μοσχοβολοσαν ρωμα λεμονιο. ,τι πρόσφερα στόν αυτό μου, πρόσφερα πακριβς καί στήν δια. Τήν γαποσα ς μαυτόν. τσι τς ρισα νά πλένει πολύ συχνά τά χέρια της καί πί ρα, νά τά σκουπίζει σχολαστικά, νά μήν γγίζει χωρίς πλαστικά γάντια ντικείμενα πού πεφταν στό πάτωμα καί τά λοιπά, ξηγώντας της λεπτομερς λη τήν λογική τς καθαριότητας, πού δυστυχς, τό σύνολο τν νθρώπων γνοοσε. Στήν ρχή ατή τρόμαζε, διαμαρτυρόταν λλά τελικς μπροστά στήν ποφασιστική μου πρόταση φύγε μενε μέ τούς ρους μου, ποτασσόταν. Τήν μύησα στά πάντα, σχεδόν μέ ναν τρόπο τελετουργικό, γιά ν’ ποφεύγει τά μικρόβια. πειδή μως δέν γνώριζε ποιά ταν τά πιό κάθαρτα  σημεα το σπιτιο, πως λόγου χάρη τό πόμολο το λουτρο πού πρίν πό δέκα χρόνια εχε γγίξει μιά παραδουλεύτρα πού εχε φέρει μακαρίτισσα μάνα μου, τό τμμα το πλυντηρίου που άκούμπησε τό σακκάκι κάποιου δραυλικο διάφορα παραπλήσια, τς ρισα να μονοπάτι, στό ποο θά μποροσε νά κινηθε. πό τήν κρεββατοκάμαρα μέχρι τό λουτρό πρχε μία λωρίδα στενή, που πιτρεπόταν νά περπατάει. Κάποτε πού παρέβη τά ρια, λίγο καί θά φτάναμε στόν χωρισμό.

 Τήν γαποσα πολύ καί μο ρεσε νά τήν βλέπω κοιμισμένη, γιά νά μπορ νά τς λέω σα τρυφερόλογα δέν μποροσα νά προφέρω κατά τήν γρήγορση. Ατή μως, πλάσμα πολύ νευρικό, σηκωνόταν πό τό κρεββάτι καί καθόταν στήν πολυθρόνα, πού τς εχα ρίσει ς τήν πιό καθαρή.
Παραπονιόταν πώς μενε  δυό τρες ρες σχεδόν κίνητη, γιατί παγορευόταν νά θορυβε καί νά πάει στήν κουζίνα νά φτιάξει καφέ νά πιε νερό.  Τς επα μως νά μέ ξυπνάει, ταν διψοσε. μέσως σηκωνόμουν πό τόν πνο καί τς φερνα να ποτήρι νερό.
ταν πολύ δεόπληκτη, τς τό λεγα καί θύμωνε. Παραπονιόταν τι κρύωνε, δέα της ταν, πς μποροσε νά κρυώνει, φο δέν κρύωνα γώ καί φο ταν αυτός μου; Θυμμαι πώς μερικές φορές διαμαρτυρόταν γιά τήν μεταχείρισή μου, κανε σκηνές καί φευγε. Δέν πέμενα ποτέ νά μείνει, γιατί γνώριζα τό πόμενο στάδιο: μετά πό να τέταρτο χτυποσε τό κουδούνι. μπαινε στό σπίτι δακρυσμένη καί παραδαρμένη πό τήν παναστατική της πόπειρα καί μέ γκάλιαζε, γιατί τό δίλημμα στεκε συνεχς πάνω πό τό κεφάλι της, δαμόκλειος σπάθη. Κατά βάθος μουν σίγουρος πώς τσι τς τσάλωνα τόν χαρακτήρα. Γι’ατό καί δέν λυπμαι γιά μιά σκηνή, πού μόλις τώρα θυμήθηκα. μασταν σέ να ξοχικό κέντρο, κι φηνα πάντα ατήν νά διαλέγει τό φαγητό. Μο ρεσε νά τήν βλέπω νά τρώει μέ ρεξη, γιατί τότε γινόταν ληθινά αυτός μου. Νά φανταστετε πώς ταν τήν γνώρισα καί ρχισε ρωτάς μας ταν τόσο δύνατη, στε φοβόμουν νά τήν γγίξω, μήπως καί τς σπάσω κανένα πλευρό. γώ τήν πάχυνα καί εχε γίνει ραία κοπέλλα, μέ παραπάνω βέβαια κιλά, λλά ραία.
Στό κέντρο ατό λοιπόν, νύχτα καλοκαιριο, εχαμε παραγγείλει τό φαγητό. κπος ταν διακοσμημένος μέ κάτι κακόγουστα πιθάρια. Ξαφνικά ατή μο δείχνει ναν τεράστιο ρουραο. «Τό πέρασα γιά γατάκι,» επε ντρομη, «λλά εναι ποντίκι. Πμε νά φύγουμε.» Γνώριζα πώς μιά κόμη δεοληψία της ταν φόβος τν ποντικιν, καί γι’ατό παρατήρησα μέ αστηρότητα.  «Μήν κάνεις νούμερα. Θά μείνουμε δ καί δέν θά ξεφτιλιστομε μπροστά στούς λλους θαμνες, πού συνεχίζουν νά τρνε νενόχλητοι.»
Καί μείναμε. Φυσικά καί εχε δίκιο, κπος ταν γεμάτος ποντικούς μεγάλους σάν γατιά, πού πηγαινοέρχονταν στά πιθάρια καί σχεδόν κοντά στά τραπέζια. κείνη εχε νεβε πάνω στήν καρέκλα της, φοβούμενη νά πατήσει τά πόδια της στό δάπεδο, εχε χλωμιάσει καί πρε μιά κφραση σά νά θελε νά κάνει μετό. γώ, δίνοντας τό γενναο παράδειγμα, προσπαθοσα νά φάω. ταν λήθεια πώς τό θέαμα μέ εχε ηδιάσει, λλά δέν τό δειχνα.

σως κενο τό βράδυ κάτι νά ράγισε μέσα της, γιατί μο επε πώς τήν εχαν κουράσει φάνταστα ο διοτροπίες μου καί συμπεριφορά μου. Διαμαρτυρήθηκα λέγοντάς της πώς οτε γυναικάς μουν, οτε πατεώνας, οτε παίκτης οτε πότης. Μέ κοίταξε μελαγχολικά καί άπάντησε: "Μέ τά μεγάλα λαττώματα ξεμπλέκεις εκολα, τά μικρά εναι πού σο τρνε σάν σαράκι τήν ζωή μέσα πό τήν καθημερινότητα."
Δέν δωσα σημασία, γαπητοί μου, λλά ποιοί γαπητοί, σέ ποιόν πευθύνομαι; γώ σιχαίνομαι τίς κμηστηρεύσεις, εναι δεγμα τν δυνάτων ψυχν. Καί λλον γαπητό πό ατήν δέν χω. Κανείς δέν μαθε, οτε καί δια ποψιάστηκε πόσο τήν γάπησα. πρξαν ρες πού ρωτάς μου γι’ατήν ταν τό ίσχυρότερο συναίσθημα πί τς γς.
Μλιστα, πί τς γς. Μο παραπονιόταν τι δέν ζηλεύω, λλά ποτέ δέν κατάλαβε πώς κάθε στιγμή τρεμα νά τς φανερώσω τήν δυναμία μου, τήν τρομερή μου ζήλεια κόμη καί γιά τό βλέμμα πού ρριχνε διάφορα στό κενό, γιατί φοβόμουν μήπως καί τήν χάσω. Καί φυσικά τήν χασα πό λλο δρόμο.
«Δέν μφέβαλα ποτέ τι μέ γάπησες», ταν τά τελευταα της λόγια, «τό θέμα ταν τρόπος, πς μέ γάπησες.»
Τήν γάπησα ς μαυτόν, τς πέβαλα ρους πού πρτος γώ εχα ποστε.
χι, ναφων τώρα, πως ρωας το πογείου πού κραύγαζε: δέν εναι καλό νά γνωρίζει νθρωπος τόν αυτό του.
γώ δακρύζω καί μολογ, χι μήν γαπς τόν πλησίον ς σευατόν. Βρίσκεται μεγάλος κίνδυνος σέ μιά τέτοια γάπη.
Τό λάχιστο σς επα πό ,τι συνεβη σέ ατόν τόν δεσμό, γιατί ν μιλοσα, θά πρεπε νά γεμίσω ναν λόκληρο τόμο. Καί πειδή δέν χω τό ντοστογιεφσκικό μέγεθος σταματ, γιατί εμαι να μηδενικό. Καί ς μηδενικό μόνον μέ λλον ριθμό μαζί ποκτ θετική πόσταση. Καί ξω πό τό δωμάτιό μου εναι Χριστούγεννα κι γώ μένω σάν στρείδι προσκολλημένος σέ να πόγευμα, που τά πάντα κοινιορτοποιήθηκαν. Καί δέν τά διέλυσε θάνατος, λλά χωρισμός πού εναι μιά μορφή θανάτου.
Τελειώνω, γαπητοί μου γνωστοι, μέ να ρώτημα πού αφνιδίως ξεφύτρωσε πό τό μυαλό μου: τόν γαποσα ραγε τόν αυτό μου;
Δέν δύναμαι νά παντήσω, γιατί φθάνω στόν χρο τς γνωσιολογίας καί μπερδεύομαι. γώ ς θικός νθρωπος μόνον μέ θέματα θους καί θικς μπορ νά σχοληθ, στω καί νεπιτυχς.  Σταματ μως γιατί, καθώς σς επα, σιχαίνομαι τίς κμηστηρεύσεις. ΚΙ ν πέσει στά χέρια σας ατό τό κείμενο πού δέν θά σχίσω, γιατί εμαι σάν τόν δολοφόνο πού φήνει πάντα κάποιο χνος, πετάξτε το παρακαλ, μή τό διαβάσετε, δέν φελε σέ τίποτα πλέον...

Μία ξήγηση: νακάλυψα τό κείμενο στίς κοπες σελίδες νός μυθιστορήματος πού γόρασα πό κάποιο παλιαοπωλεο.

27 Δεκεμβρίου 1992  λένη Λαδι

 πό τήν συλλογή « τυμος Λόγος» κδόσεις ρμός 1998

Τα κολάζ, είναι έργα της συγγραφέως.