Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

"Για το βιβλίο της Ελένης Λαδιά «Σημερινές Ελληνίδες με πανάρχαια ονόματα» (εκδ. Αρμός, 2015)" - Γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Εξ ιδίων τα αλλότρια, λέει μια παλαιά παροιμία και βρίσκει την εφαρμογή της στην συγγραφέα Ελένη Λαδιά, η οποία, προσπαθώντας να πείσει τις μητέρες να δίνουν αρχαία ονόματα στα κορίτσια τους, έκανε το γύρο του αρχαίου κόσμου , βάδισε σε μυθικά βουνά, συνομίλησε με θεούς και θεές, βασιλιάδες και βασίλισσες, μπήκε στα σπήλαια των νυμφών, άκουσε αυλούς ποιμένων,  έγινε μάρτυς αναλήψεων ηρώων στους ουρανούς, είδε μεταμορφώσεις. Και από τα ψηλά βουνά βούτηξε στη θάλασσα, είδε Τρίτωνες  και Νηρηίδες και σαν θηλυκός Οδυσσέας, αφού περιπλανήθηκε σε πελάγη βιβλίων και στάθμευσε σε μαγικές σελίδες, είδε ωραίες γυναίκες και τέρατα, άκουσε πρωτάκουστα ονόματα, θαύμασε και κουράστηκε και είπε, επιτέλους, εγώ η «νυμφόληπτη» και «αλαφροΐσκιωτη», καιρός να κάτσω να γράψω τα απομνημονεύματα ενός τέτοιου ταξιδιού. Κι ο αναγνώστης τι πρέπει να κάνει; Ρώτησαν κάποτε το Σεφέρη, θεωρώντας την ποίησή του δύσκολη.  Ε! κάτι πρέπει να κάνει κι αυτός απάντησε ο βλοσυρός ποιητής. Η Λαδιά όμως δεν είναι βλοσυρή γι’ αυτό μας δίνει μια συμβουλή. «Οι χαλκέντεροι ας διαβάσουν μονομιάς το βιβλίο· οι ονειροπόλοι αποσπασματικώς». Εγώ το διάβασα και με τους δύο τρόπους. Και μάλιστα άρχισα από το τέλος. Άρχισα πρώτα πρώτα από τις σημειώσεις της. Κι εκεί βρήκα ότι τα πελάγη που περιβάλλουν την Ελλάδα δεν είναι δυο-τρία- τέσσερα ή πέντε, αλλά τόσα ων ουκ έστι αριθμός. Δηλαδή έστιν αριθμός κατά τι μεγαλύτερος του εβδομήκοντα, σημαδιακός αριθμός,  αλλά για κάθε ένα από αυτά τα ονόματα εισίν  άπειρες, συχνά, αναφορές. Έτσι για δείγμα, οι αναφορές στην Αθηνά  είναι είκοισεφτά. Στην  Ήρα είκοσι οχτώ. Στην Ελένη είκοσι εννέα. Στην  Άρτεμι τριάντα έξι. Για όλες τις υπόλοιπες  υπερεβδομήκοντα οι αναφορές είναι πολλές και  για τη Ναυσικά μόνο μία. 

Και αρχίζουμε το ταξίδι. 
Αθηνά. Πρώτη τη τάξει. Γεννήθηκε από το κεφάλι του Δία. Στον πλατωνικό διάλογο Κρατύλος ή περί της ορθότητος των ονομάτων, ο Ερμογένης ζητά από τον Σωκράτη να ετυμολογήσει το όνομα της Αθηνάς. Είναι λοιπόν η Αθηνά Παλλάς, από τον ένοπλο χορό, και Αθηνά την έφτιαξε ο Όμηρος ως νου και διάνοια. Ο Ησίοδος λέει πως ο Δίας κατάπιε τη έγκυο στην Αθηνά σύζυγό του, την Μήτιν, για να μη γεννήσει διάδοχο και του πάρει το θρόνο σύμφωνα με το μύθο… Κι έτσι ο Δίας χώνεψε  μεν την Μήτιν,  γέννησε δε από το κεφάλι του την κόρη που ονόμασαν Αθηνά. Ο ορφικός ύμνος 32 διασώζει δύο προσωνύμια της θεάς: Γοργορόνα και Τριτογένεια. Μερικοί πιστεύουν πως η Γοργόνα ή Μέδουσα είναι η Αθηνά από τον καιρό που θεωρούνταν χθονία θεότητα, συνδεόταν με τη γη, δηλαδή. Αργότερα, όμως,  έγινε ολυμπία και έχασε τα σκληρά χαρακτηριστικά της. Αλλά ως Γοργόνα συνδέθηκε με ειδική τελετή το Γοργόνειο. Ο Παυσανίας πάλι λέει πως ως Τριτογένεια ήταν κόρη του Ποσειδώνα, επειδή τα μάτια της ήταν γαλανά. Γλαυκώπις είναι το επίθετο με το οποίο μας είναι γνωστή από τον Όμηρο. «Τον δ’ αύτε προσέειπε Παλλάς γλαυκώπις Αθήνη» ή «η μεν αρ’ ως ειπούσ’ απέβη γλαυκώπις Αθήνη». Το Γοργόνειο ήταν όπλο της θεάς και η γοργόνα στόλιζε την ασπίδα των οπλιτών. Θυμίζω πρόχειρα την ερώτηση του στρατηγού Λάμαχου στους Αχαρνής του Αριστοφάνη: «Τις Γοργόν’ εξήγειρεν εκ του σάγματος; Ήτοι, τη γοργόνα ποιος την ξύπνησε απ’ την ασπίδα;» και άρχισε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος. 

Για το όνομα λοιπόν της Αθηνάς η συγγραφέας  έχει ελέγξει είκοσι επτά μελέτες, πηγές αρχαίες και σοβαρές νεότερες Οι διακλαδώσεις του μύθου, οι διασταυρώσεις των υποθέσεων, οι αντιφατικές συχνά απόψεις, όλα με τον τρόπο τους υφαίνουν το πλέγμα που θα καταλήξει σ’ ένα πρόσωπο, στην Αθηνά, που και αυτή ήταν υφάντρα και γι’ αυτό και Εργάνη ονομαζόταν. Η Αθηνά δίνει το όνομά της και στην πόλη, Αθήνα, των οποίων οι εορτές, και της Αθήνας και της Αθηνάς, είναι και αυτές πάμπολλες. Αλλά δεν λατρευόταν μόνο στην Αθήνα. Η Ιτωνία Αθηνά είχε ιερό και στη Βοιωτία, στολισμένο με έργα του γλύπτη Αγορακρίτου, αγαπημένου μαθητή και συνεργάτη του Φειδία.  
Δεύτερο δείγμα, τιμής ένεκεν, θα είναι η Ελένη την οποία προανήγγειλα   με εκείνο το «εξ ιδίων τα αλλότρια». Ελένη,  η συγγραφεύς και Ελένη η μοιραία εκείνη γυναίκα, που ξεσήκωσε όλη την Ελλάδα, προξένησε δεκαετή πόλεμο με την Τροία και ξεκλήρησε όλη τη χώρα και τους ανθρώπους της (Ελένη, εκ του ελείν= καταστρέφω, κατά παρετυμολογία του ονόματός της). Αλλά και οι νικητές δεν πέρασαν καλύτερα. Οι σπουδαιότεροι έπεσαν στο πεδίο της μάχης και όσοι επέστρεψαν ήταν γέροι και καταπονημένοι. Ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνων δολοφονήθηκε από τη γυναίκα του και ο πολυμήχανος Οδυσσέας που έφτιαξε τον Δούρειο Ίππο ταλαιπωρήθηκε άλλα δέκα χρόνια στην θάλασσα, παλεύοντας με τέρατα και θηρία μέχρι να φτάσει μόνος στην Ιθάκη, όπου χρειάστηκε να πολεμήσει και πάλι για να επανακτήσει το θρόνο του.   


Η Ελένη γεννήθηκε και αυτή από τον Δία ή από το κοσμικό αυγό. Κόρη της Νεμέσεως ή της Λήδας. Μάλλον της Λήδας. Αλλά λόγω της γέννησής της από το αυγό είναι πλάσμα εξόχως ερωτικό και συνδέεται και με την Ορφική θεολογία. Ο Ισοκράτης και ο Γοργίας πλέκουν το εγκώμιό της. Η συγγραφέας παρακολουθεί την Ελένη στο ομηρικό κείμενο από ραψωδία σε ραψωδία, δίνοντάς μας όλα τα χαρακτηριστικά της ωραίας και ευγενικής γυναίκας που συναισθάνεται το βάρος της ευθύνης της. Όλες τις αντιφάσεις και όλες τις ερμηνείες γύρω από το πρόσωπό της. Η Ελένη ήταν διπλή. Ήταν ωραία γυναίκα και θεά. Ήταν πραγματικότητα και είδωλο. Ήταν πιστή και άπιστη. Με τη μορφή της ήταν στην Τροία και με το σώμα της στην Αίγυπτο. Ο Ηρόδοτος και ο Ευριπίδης λένε ότι δεν πήγε ποτέ στην Τροία αλλά όλα  τα χρόνια του πολέμου ήταν στην Αίγυπτο. «Η Ελένη των ποιητών»,  λέει η Λαδιά, «φορά στεφάνι καμωμένο από εγκώμια και ψόγους». 

Υπολείπονται άλλες εβδομήντα και βάλε, παρουσίες της μυθολογίας αλλά και της ιστορίας, των οποίων τη ζωή και τη συμπεριφορά εκτενώς διηγείται η συγγραφέας. Ειρήσθω εν παρόδω ότι η Λαδιά έχει σπουδάσει και Αρχαιολογία και Θεολογία και έτσι, με διπλό οπλισμό,  πατώντας γερά στις πηγές, διεξάγει την έρευνά της. Ελέγχει τα κείμενα, παραθέτει τις βιβλιογραφικές αναφορές της και δεν αφήνει καμιά  πηγή αναξιοποίητη. Δεν είναι εύκολη η σύνθεση ενός τέτοιου εγχειρήματος και κατ’ αναλογίαν δεν είναι εύκολη ούτε η απλή περιδιάβαση ούτε η μελέτη του  βιβλίου. Απαιτεί γερή αρματωσιά, θέλει φιλολογικό οπλισμό, εξοικείωση με τα κλασικά κείμενα, προϊδεασμό, αγάπη για το αντικείμενο και, προπάντων, προσήλωση. Όμως, οποιοσδήποτε το ανοίξει θα γοητευθεί από τις πληροφορίες που του προσφέρει η συνεργασία της μυθολογίας, της Ιστορίας, της Αρχαιολογίας και η γοητεία της  Ποίησης.  Γιατί, παρά το ότι το βιβλίο είναι γραμμένο με την υπευθυνότητα της επιστήμονος, η απρόσκοπτη και ρέουσα αφήγηση κερδίζει αμέσως τον αναγνώστη.  

Πηγή: http://www.parathemata.com/2015/04/2015.html



Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΜΕ ΠΑΝΑΡΧΑΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ


Ἀμαρυλλίς

Φαίνεται πώς εἶναι ἕνα ἐπινοημένο πρόσωπο, πού πρῶτος χρησιμοποίησε ὁ Θεόκριτος καί κατόπιν ὁ μιμητής του Βιργίλιος στό ἔργο Βουκολικά.
Στό τρίτο εἰδύλλιο τοῦ Θεοκρίτου μέ τόν τιτλο «Κῶμος (Αἰπόλος ἤ Ἀμαρυλλίς)1 ἕνας αἰγοβοσκός τραγουδᾶ ἐρωτικά ἄσματα γιά τήν Ἀμαρυλλίδα, ἀφήνοντας τήν βοσκή τῶν αἰγῶν του στόν Τίτυρο. Τόν συμβουλεύει νά τραβήξει πρός τήν πηγή τῆς ρεματιᾶς προσέχοντας κυρίως τόν Λιβυκό τράγο μέ τούς μεγάλους ὄρχεις, μήπως καί τόν κουτουλήσει. Ὕστερα ἀρχίζει τό λυπημένο ἐρωτικό του τραγούδι προσφωνώντας τήν Ἀμαρυλλίδα χαρίεσσα. Ἐκείνη ὅμως δέν τόν καλεῖ πλέον στήν σπηλιά της. Μήπως καί δέν τόν ἐπιθυμεῖ πιά, γιατί τῆς φαίνεται πώς ἔχει φαρδειά μύτη καί πολλά γένεια; Αὐτό θά τόν ἔκανε νά κρεμασθεῖ. Ὕστερα, ὅπως ὁ Κύκλωψ στήν Γαλάτεια, τῆς τάζει εὔγευστα φαγώσιμα, δέκα μῆλα καί μεθαύριο ἄλλα δέκα. Ἡ Ἀμαρυλλίς παραμένει σκληρή καί δέν τοῦ ρίχνει οὔτε μιά ματιά, ἐνῶ ἐκεῖνος εὔχεται νά γίνει μέλισσα καί νά τρυπώσει στήν σπηλιά της. Ὁ αἰγοβοσκός τώρα κατάλαβε πώς ὁ ἔρως εἶναι ἕνας σκληρός θεός, λές καί θήλασε γάλα λέαινας καί ἀνατράφηκε ἀπό τήν μάνα του μές στούς δρυμούς. Αὐτός ὁ ἔρωτας τόν σιγοψήνει μέχρι τό κόκκαλο.
Ἔλα λοιπόν, μαυροφρύδα νύμφη, τῆς λέει, ἀγκάλιασέ με γιά νά σέ φιλήσω. Θά μέ ἀναγκάσεις νά κομματιάσω τό στεφάνι πού σοῦ ἔπλεξα ἀπό κισσό, κάλυκες ἀνθέων καί εὔοσμα σέλινα. Ὠιμέ μου τί θά ἀπογίνω ὁ δυστυχισμένος; Ἀκοῦς; Θά πετάξω τήν κάπα καί θά γκρεμισθῶ στήν θάλασσα, ἐκεῖ ὅπου ὁ ψαράς Ὄλπις παραμονεύει γιά μεγάλα ψάρια. Ἐκεῖ θά πεθάνω γιά νά χαρεῖς.
Ἀκόμη καί ἡ τηλέφιλος παπαρούνα ἀπάντησε πώς δέν τόν ἀγαπᾶ, ἀφοῦ ἔσκασε ἀπό τήν χούφτα του χωρίς πλατάγημα. Ἀκόμη καί ἡ κοσκινομάντισσα προφήτευσε πώς ὁ αἰγοβοσκὀς χανόταν γιά κάποια πού δέν τόν νοιαζόταν. Κι ὅμως αὐτός τῆς φύλαγε γιά νά τῆς προσφέρει μιά διδυμότοκη λευκή αἶγα. Ὕστερα πῆγε κοντά στό πεῦκο, ἀπό ὅπου ἐκείνη ἴσως θά τόν ἔβλεπε. Τῆς τραγούδησε τό περιστατικό τοῦ Ἱππομένους, ὁ ὁποῖος μέ τά μῆλα ξετρέλανε ἀπό ἔρωτα τήν Ἀταλάντη, γιά τόν περίφημο μάντη Μελάμποδα πού ὁδήγησε τό κοπάδι τῶν βοδιῶν ἀπό τή Ὄθρυν στήν Πύλο, γιά τήν χαριτωμένη μάνα τῆς σοφῆς Ἀλφεσιβοίας, πού κοιμήθηκε στήν ἀγκαλιά τοῦ Βίαντος, γιά τήν Κυθέρεια πού ξετρελάθηκε ἀπό τόν Ἄδωνιν τόν αἰγοβοσκό τόσο, ὥστε καί νεκρό τόν ἔβαλε στά στήθη της νά μήν τόν χάσει. Ἔτσι καί αὐτός ὁ αἰπόλος ἀπό τήν μιά ζήλευε τόν ἄκαμπτο ὕπνο τοῦ Ἐνδυμίωνος, κι ἀπό τήν ἄλλη ὅσα ὁ Ἰάσων ἐπέτυχε, πού ἐσεῖς δέν θά μάθετε, βέβηλοι.
Στό τέλος τῆς εἶπε πώς θά σταματήσει τό τραγούδι, θά ξαπλώσειἀκίνητος καταγῆς, μέχρι νά τόν φᾶνε οἱ λύκοι, γιά νά τῆς γίνει ὁ θάνατός τουγλυκό μέλι στόν λαιμό της.
Στό εἰδύλλιο IV μέ τόν ὑπότιτλο «Νομεῖς» (Βάττος καί Κορύδων) ὁ Θεόκριτος δέν ἔχει ὡς κυρία μορφή τήν Ἀμαρυλλίδα· αὐτή ἁπλῶς ἀναφέρεται. Τό εἰδύλλιο εἶναι ἔνας διάλογος μεταξύ δύο βοσκῶν, τοῦ φιλήσυχου Κορύδωνος καί τοῦ φιλόνεικου Βάττου. Ὁ Κορύδων στό μέσον τοῦ διαλόγου ἀναφέρει γιά τόν Αἴγωνα τόν πυγμάχο, πού ἔφαγε μόνος του ὀγδόντα πίτες, ἔβαλε τόν ταῦρο στόν ὦμο του καί τόν ἔφερε μπροστά στήν Ἀμαρυλλίδα. Οἱ γυναῖκες κραύγασαν καί ὁ βουκόλος γέλασε.
Τότε ὀ Βάττος εἶπε: «Ὤ χαριτωμένη μου Ἀμαρυλλίς δέν σέ ξεχνῶ κι ἄς πέθανες. Ὅση χαρά μοῦ δίνουν οἱ αἶγες μου, τόση θλίψη ὁ χαμός σου. Ἄχ τί μοῖρα σκληρή μοῦ ἔτυχε.»
Στἀ Ποιμενικά τοῦ Λόγγου3 «Δάφνις καί Χλόη» ὑπάρχει τό γνώριμο, βουκολικό σκηνικό μέ δάση, ρεματιές, νεραϊδοσπηλιές, θυσίες στόν Πᾶνα καί στόν Διόνυσο, ὅπου βρίσκονται ἀπό χωριστούς θετούς γονιούς, τά δὐο ἐγκαταλελειμένα παιδιά πλουσίων οἰκογενειῶν. Τά ὀνόματά πού τούς δίνονται εἶναι ἐπίσης ποιμενικά: ὁ Δἀφνις καί ἡ Χλόη. Ὅταν φθάνουν στήν ἥβη ἀλληλοέλκονται καί ἐρωτεύονται, δίχως νά ξέρουν πῶς νά ὀνοματίσουν αὐτό πού τούς συμβαίνει. Τότε ἐμφανίζεται ἔνας γέρος, ντυμένος μέ προβιές, ὑποδήματα ἀπό τομάρι καί κρατώντας στό ὦμο του ἕνα παμπάλαιο ταγάρι, τούς αὐτοστήνεται λέγοντας πώς ἦρθε νά τούς ἐξιστορήσει, ὅσα εἶδε καί ἄκουσε. Εἶναι ὁ βοϊδολάτης Φιλητᾶς, ὁ ὁποῖος τραγούδησε πολλές φορές γιά τίς Νεράιδες, ἔπαιξε φλογέρα γιά τόν Πάνα καί μόνον μέ τόν μουσικό σκοπό ὁδήγησε μεγάλα κοπάδια γιά βοσκή. Τούς εἶπε πώς ἔχει ἕνα περιβόλι, φτιαγμένο μέ τά χέρια του ἀπό τότε πού σταμάτησε τήν βοσκή. Τό περιβόλι ἔχει πανέμορφα δένδρα καί ἄνθη, καθώς καί πουλιά πού τραγουδοῦν. Τούς εἶπε ἀκόμη πώς σήμερα πού τό ἐπισκέφτηκε, εἶδε ἕνα ἀγόρι λευκό σάν τό γάλα καί ξανθό σάν τήν φωτιά, πού ἔτρεχε μέ εὐκινησία, ἄπιαστο καί παιχνιδιάρικο. Φοβούμενος ὀ Φιλητᾶς μήπως τοῦ σπάσει τίς ροδιές καί τίς μυρσίνες, τοῦ ὑποσχέθηκε πώς θά τοῦ δώσει ὁτιδήποτε θελήσει, ἄν δέν ἔτρεχε. Τό ἀγόρι ξεκαρδίστηκε καί ἀποκάλυψε στόν γέροντα πώς εἶναι πιό γέρος ἀπό τόν Κρόνο καί τούς αἰῶνες, κι ἄς φαίνεται παιδί. Κι ἐσένα, Φιλητᾶ σέ γνώρισα παλικάρι, τοῦ εἶπε, τότε πού ἔβοσκες στό βουνό ἕνα μεγάλο κοπάδι ἀπό βόδια, καί σοῦ παραστεκόμουν ὅταν ἔπαιζες τήν φλογέρα κοντά στίς βαλανιδιές, τότε πού ἀγαποῦσες τήν Ἀμαρυλλίδα. Ἐσύ δέν μέ ἔβλεπες κι ἄς στεκόμουν κοντά στήν κοπέλα. Ἐγώ τήν ἔκανα δική σου, κι ἔχεις τώρα παιδιά πού εἶναι καλοί βοϊδολάτες καί γεωργοί. «Καί σέ οἶδα νέμοντα πρωθήβην ἐν ἐκείνω τῶ ὄρει τό πλατύ βουκόλιον καί παρήμην σοι συρίττοντι πρός ταῖς φηγαῖς ἐκείναις, ἡνίκα ἤρας Ἀναρυλλίδος· ἀλλά με οὐχ ἐώρας καίτοι πλησίον μάλα τῆ κόρη παρεστῶτα. Σοί μέν οὖν ἐκείνην ἔδωκα· καί ἤδη σοι παῖδες, ἀγαθοί βουκόλοι καί γεωργοί.» ( Β, 5.3 )
Βεβαίως τό ξανθό ἀγόρι ἦταν ὁ ἔρως, τούς ἐξήγησε, κι ἀνέφερε τά συμπτώματά του.
Ἔτσι κι ἐγώ ὅταν ἤμουν νέος ἀγάπησα τήν Ἀμαρυλλίδα, καί δέν ἤθελα ὕπνο, φαγητό καί ποτό. Μόνον πονοῦσε ἡ ψυχή μου, παλλόταν ἡ καρδιά μου, ἀνατρίχιαζα, ξεφώνιζα λές καί μέ ἔδερναν, σιωποῦσα σάν νεκρός κι ἔπεφτα στά ποτάμια γιατί καιγόμουν. Καλοῦσα τόν Πάνα νά μέ βοηθήσει, γιατί κι αὐτός ἐρωτεύθηκε τήν Πεύκη, κι εὐχαριστοῦσα τήν ἠχώ πού ξαναφώναζε τό ὄνομα τῆς Ἀμαρυλλίδος· ἔσπαγα τίς φλογέρες πού ἔτερπαν τά βόδια, ἀλλά δέν μοῦ ἔφερναν τήν Ἀμαρυλλίδα. Κανένα βάλσαμο γιά τόν ἔρωτα. Τά μόνα γιατρικά εἶναι τό φιλί, τό ἀγκάλιασμα καί τό πλάγιασμα μέ γυμνά σώματα.
«Αὐτός μέν γάρ ἤμην νέος καί ἠράσθην Ἀμαρυλλίδος· καί οὔτε τροφῆς ἐμεμνήμην οὔτε ποτόν προσεφερόμην οὔτε ὕπνον ἡρούμην. Ἤλγουν τήν ψυχήν, τήν καρδίαν ἐπαλλόμην, τό δέ σῶμα ἐψυχόμην· ἐβόων ὡς παιόμενος, ἐσιώπων ὡς νεκρούμενος, εἰς ποταμούς ἐνέβαινον ὡς καιόμενος. Ἐκάλουν τόν Πᾶνα βοηθόν, ὡς καί αὐτόν τῆς Πίτυος ἐρασθέντα· ἐπήνουν τήν Ἠχώ τό Ἀμαρυλλίδος ὄνομα μετ'ἐμέ καλοῦσαν· κατέκλων τάς σύριγγας, ὅτι μοι τάς μέν βοῦς ἔθελγον, Ἀμαρυλλίδα δέ οὐκ ἦγον. Β,7,4-7).
Καί στό βιβλίο τοῦ Λόγγου ἡ Ἀμαρυλλίς εἶναι ἡ ποθητή ἀγαπημένη. Δυό φορές ἀναφέρεται ἀπό τόν Φιλητᾶ. Ἦταν ἡ ἀγαπημένη του καί ἡ σύζυγός του.
Κατά τά ἄλλα τό βιβλίο ἔχει αἴσιο τέλος. Οἱ νέοι παντρεύονται, γνωρίζουν τούς βιολογικούς τους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά τούς πάρουν στήν πόλη. Ἐκεῖνοι ὅμως ξαναγυρίζουν στά δάση τους κι ὅταν ἀποκτοῦν παιδιά, ἔνα ἀγόρι καί ἔνα κορίτσι τούς δίνουν ποιμενικά ὀνόματα: εἶναι ὁ Φιλοποίμην καί ἠ Ἀγέλη.
Ὁ Βιργίλιος στά Βουκολικά του4 (ἐκλογή Α) ἀναφέρει τό ὄνομα τῆς Ἀμαρυλλίδος. Ὁ ὑπότιτλος τῆς πρώτης ἐκλογῆς εἶναι Τίτυρος (Μελίβοιος καί Τίτυρος.)
Ὁ Μελίβοιος ἀναχωρεῖ γιά τήν ἐξορία. Στό δρόμο βλέπει τόν συνάδελφό του ποιμένα Τίτυρο, ὁ ὁποῖος κάθεται κάτω ἀπό τήν σκιά μιᾶς ὀξιᾶς καί ἄδει μέ τόν λεπτό ποιμενικό του αὐλό ἕνα βουκολικό ἆσμα, πού ὑμνεῖ τήν ὡραία Ἀμαρυλλίδα. Ὁ Τίτυρος εἶναι εὐτυχής, διότι ὑπῆρξε δοῦλος καί ἀπελευθερώθηκε στήν Ρώμη. Άντιθέτως ὁ Μελίβοιος εἶναι δυστυχής, διότι χάνει τίς γαῖες του καί τόν πάτριο τόπο. Συναντώντας λοιπόν τόν Τίτυρο τοῦ λέγει: καί σύ Τίτυρε διδάσκεις τά δάση νά ἐπαναλαμβάνουν μέ τήν ἠχώ τους τό ὄνομα τῆς Ἀμαρυλλίδος.
Ἡ Ἁμαρυλλίς εἶναι ἀποῦσα· ἀπλῶς ἀναφέρεται. Ὁ Τίτυρος λέγει πώς συμβίωσε πρῶτα μέ τήν Γαλάτεια καί μετά μέ τήν Ἀμαρυλλίδα, κι ὁμολογεῖ πώς σπαταλώντας τίς οἰκονομίες του γιά τίς ἰδιοτροπίες τῆς Γαλάτειας, παρέμεινε δοῦλος μέχρι τό γῆρας του. Ὁ Μελίβοιος θέλει νά μάθει γιά τήν θλίψη τῆς Ἀμαρυλλίδος πού ἐκδηλώθηκε μέ ἐπικλήσεις στούς θεούς καί μέ τήν ἀμέλειά της νά συλλέξει τούς ὥριμους καρπούς τῶν δένδρων, καθώς καί νά διακοσμήσει τίς κρῆνες. Μία ἐξήγηση ὑπῆρχε αὐτῆς τῆς θλίψης: ἡ άπουσία τοῦ Τιτύρου στήν Ρώμη γιά ἀρκετές ἡμέρες. Ἡ ἀφοσίωση τῆς κοπέλας ἦταν μεγάλη, μολονότι ὁ Τίτυρος παρά τόν ἔρωτά της φεύγει, γιά νά ἀποκτήσει τήν ἐλευθερία του ὑποβάλλοντας τήν φίλη του σέ θλίψη καί μόχθους. Στό τέλος τῆς ἐκλογῆς ὁ Τίτυρος συναισθανόμενος τήν στεναχώρια τοῦ Μελίβοιου, τόν καλεῖ νά διανυκτερεύσει στήν οἰκία του, καί νά τοῦ προσφέρει ἔνα βουκολικό δεῖπνο.
Σέ ὅλα τά ἔργα διαπιστώνεται ἡ ἀπουσία τῆς Ἀμαρυλλίδος στό παρόν· ἡ ὕπαρξή της διαφαίνεται μόνον ἀπό τά αἰσθήματα καί τίς διηγήσεις τῶν ἄλλων.

Από την προδημοσίευση στο diastixo.gr 

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015

Οι νεκροί ζωντανεύουν με μελάνι - κριτική της Ελένης Σαραντίτη για τα Άλση της Περσεφόνης

 
 «Πάρε μας μαζί σου στον κόσμο των ζωντανών», εκλιπαρούσαν οι τέσσερις άνδρες που είχαν εμφανιστεί στ’ όνειρο της γυναίκας και της έγνεφαν από την απέναντι όχθη, από τον άλλο κόσμο, τον τρομερό, τρομεροί και οι ίδιοι με τα χωρίς χαρακτηριστικά πρόσωπά τους καλυμμένα με γύψο, πανόμοιοι με τους Τιτάνες όταν επιτέθηκαν στο παιδί-Διόνυσο. «Πάρε μας μαζί σου…», αλλά η νεαρή συγγραφέας που βρισκόταν στην ανάρρωση έπειτα από σοβαρότατη ασθένεια, ακόμη και στο όνειο αισθανόταν αδύναμη, η φωνή της δεν έβγαινε να τους ρωτήσει πως τάχα θα μπορούσε να τους αναστήσει, να τους επαναφέρει στο εκτυφλωτικό φως, στην πολυποίκιλη ζωή, κι εκείνοι, μαντεύοντας δισταγμούς και ανημπόρια, «Θα μας ζωντανέψεις με χοές» της υπέδειξαν. Και έτσι έγινε.

     Μόνο που οι χοές δεν είναι μέλι και γάλα και γλυκό κρασί, εκείνο που πρόσφερε σαν ξύπνησε, λουσμένη στον ιδρώτα της ταραχής, η γυναίκα –Δήμητρα τα βαφτιστικό της, το Περσεφόνη προσπάθησε κι επέβαλε- είναι το μελάνι. Καθαρό, παχύρευστο, στιλπνό, αξόδευτο, καινούργιο μα χρόνια στην υπηρεσία της, προέκταση της ψυχής της όταν το καθοδηγεί. Το μοναδικό, πολύτιμο και κατάδικό της όργανο, τη γραφίδα, που όχι μόνο δεν της εναντιώθηκε ποτέ, αλλά και δεν σταμάτησε να εκφράζει τη στόχασή της και να αθροίζει αναμονές και παραιτήσεις.

     Λοιπόν οι τέσσερις απρόσωποι άνδρες που βασανίζονταν στο έρεβος και την παγωνιά και την ικέτευαν για να αναφανούν, μεταμορφώθηκαν σε τέσσερις ιστορίες ή χρονικές εποχές ενός σύγχρονου και σύνθετου μυθιστορήματος, το οποίο, παρά τις αλλεπάλληλες συλλήψεις, επαναφορές και μεταθέσεις, τις φαινομενικά ανόμοιες θέσεις, διατηρεί ακέραιη την έννοιά του, πού είναι αυτή του ανθρώπου εμπρός στο χρόνο. Όπως ακριβώς η ανυπότακτη και μοναχική πορεία της ηρωίδας, γύρω από την οποία συνωθούνται πλήθος πρόσωπα, καθένα με τη δική του εσωτερική ή εξωτερική ζωή, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του, τους ερωτικούς καημούς που δε σώνονται, τη σχέση του με το θείο και το υπερβατικό που συχνά δεν εξαντλείται κι ας θεωρείται τελειωμένη κάποτε εξαιτίας των ανεπαρκών αισθήσεών του ή της ασάλευτης μοναξιάς, όπως λ.χ. αυτής του Ιωάννη, ενός ασκητή των καιρών μας που ζητούσε απεγνωσμένα μια συνάντηση, έστω και στιγμιαία με τον Θεό και δεν την αξιώθηκε. Αντ’ αυτού αντάμωσε τον Πειρασμό, ο οποίος «τώρα θα σε ρωτήσω αυτό που σε ρωτούσα χρόνα τώρα και στα όνειρα. Γιατί έγινες μοναχός;». Θέλησε να μάθει, κι ο Ιωάννης: «Για να γίνω θεόπτης», απάντησε αλλά ο επισκέπτης του τον κάρφωσε με το εωσφορικό του βλέμμα αλαζονικά, καθώς διαβάζουμε σ’ ένα από τα τιτλοφορούμενα «Ανίερα Διηγήματα» τα οποία παρεμβάλλονται ανάμεσα στις τέσσερις ιστορίες και είναι στ’ αλήθεια υποβλητικά.

   
Προσθήκη λεζάντας
Από τα έργα της Ελένης Λαδιά ετούτο είναι το πιο εύτρωτο, ανήσυχο και συγκινημένο: Η επίσκεψη μας στον τόπο καταγωγής της ηρωίδας, η γνωριμία με μερικά πρόσωπα από αυτά που με στοργή έθρεψε το διαυγές ελληνικό τοπίο, και με την ίδια στοργή πλην με παράπονο έπειτα τα ξεπροβόδισε στην ξενιτειά, η παράφορη σχέση της μικρής Δήμητρας με το δέντρο της αυλής τους, η ωραία φιλία της με τη γειτονοπούλα Μαρίτσα, ο έρωτάς της κατόπιν, η απόφασή της να ζήσει με τον μάλλον ολιγόκαρδο άνδρα που επέλεξε – κόντρα στη θέληση των γονιών της, η φθορά της σχέσης τους, η ακριβή αγάπη της παλιάς της φίλης με έναν ιερομόναχο, μια αγάπη που φλογιζόταν και ποτέ δεν καταλάγιασε, έρωτας ανέγγιχτος και γι αυτό τραγικός, το διαζύγιο κι η γέννηση ενός καινούργιου πολύ πικρού έρωτα, η υπομονή και η γλύκα της Σάμιας από την Αίγυπτο που σαν παγωμένο πουλί ζήτησε ν’ απαγγιάσει στη χώρα μας, κι άλλοι κι άλλα, ένα μωσαϊκό ανθρώπινο και μια πατρίδα που συνεχώς αλλάζει αγάπες, εκφρασμένα δε με γλώσσα ασυνήθιστη και εντελώς προσωπική η οποία – αναλόγως του περιεχομένου της ιστορίας – ποικίλλει: άλλοτε είναι μάλλον καθημερινή κι άλλοτε θυμίζει πατερικά κείμενα ή χρονικογράφους του Βυζαντίου, ανώνυμους κυρίως. Άλλωστε ο προσεκτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι συχνά διαφαίνεται μια αναγωγή τόσο σε προσωκρατικούς φιλοσόφους, όσο και αγιολογικές πηγές.

     Ωστόσο παρά τις τυχόν αναφορές ή και επιρροές, η συγγραφέας κατορθώνει και αξιοποιεί τις πηγές αυτές, τις παγιωμένες πεποιθήσεις της και τις πολυετείς σπουδές της, για να δώσει τελικώς, και χάρη κυρίως στη μυθοπλαστική της ικανότητα, ένα μυθιστόρημα που το διακρίνει η αυτοτέλεια, η πρωτοτυπία και ο φιλοσοφικός προσανατολισμός, δίνοντας τη δικής της θεώρηση και τοποθέτηση πάνω σε προαιώνια προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Κι αξίζει να πούμε ότι παρά τη θλίψη και τα αδιέξοδα που περιζώνουν τους ήρωες, στα «Άλση της Περσεφόνης» υπάρχει ένα ισχυρό αίσθημα σεβασμού προς τη ζωή, μια αγάπη που τους χαρίζεται απλόχερα και τους φωτίζει.

     Και είναι ολοφάνερο ότι η Ελέη Λαδιά, δεν έδωσε ανάγνωσμα εύπεπτο, εύκολο, ευχάριστο, που να χαϊδεύει τον αναγνώστη – όπως δυστυχώς, συχνά συμβαίνει τον τελευταίο καιρό στη λογοτεχνία μας… Η συγγραφέας βασανίστηκε με έρωτες που ανθούν σε σκότη ψυχής και σε ερημίες, με μνήμες που σπαράσσουν, με παλαιές αμαρτίες που ζητούν άφεση δακρυσμένες, και με άλλες που δεν συγχωρέθηκαν. Και παιδεύτηκε με τη μορφή κειμένων της. Γι’ αυτό έχουμε τη βεβαιότητα ότι το βιβλίο αυτό είναι ένα μυθιστόρημα συγκλονισμού και δοκιμασιών: Των ηρώων αλλά και της συγγραφέως.  

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία 17/9/1997

ΕΛΕΝΗ ΣΑΡΑΝΤΙΤΗ