Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Ἑλένης Λαδιᾶ: Τά τατουάζ τῶν υἱῶν μου (ἡ δερματοστιξία τῆς καρδιᾶς) - διήγημα

Παιδιά μου, σᾶς ἔχασα πρίν ἀπό πάμπολλα ἔτη, σέ τόπο πού ἔχω λησμονήσει. Σκορπιστήκατε σάν πετεινά τοῦ οὐρανοῦ σέ ὁλόκληρη τήν γῆ. Σᾶς ἀναζητοῦσα μέ μιά ἄγρια ἐνοχἠ, γιατί ἐγώ ἤμουν ἡ ἠθική αὐτουργός τῶν κακουργημάτων σας. Ἕνας ἀπό σᾶς μάλιστα τό εἶπε « λήστεψα ἕνα ταχυδρομεῖο, γιατί δέν εἶχα οὔτε παιδεία, οὔτε ἐργασία.»
Σᾶς ξαναβρῆκα μία ἡμέρα πού ἔβρεχε καταρρακτωδῶς, ἦρθα μέ βρεγμένα ἐνδύματα καί μαλλιά, μέ τίς μπότες γεμάτες νερά. Σᾶς εἶχαν μαζέψει σέ ἕνα τεράστιο σάν κτίριο κιβώτιο μέ τρύπες στίς πλευρές γιά νά ἀναπνέετε. Βρεθήκατε μαζί, σᾶς ἕνωσε  τό ἔγκλημα, ἡ ληστεία, ἡ ἀπάτη καί τά ναρκωτικά.
 Μερικοί ἀπό τούς γιούς μου, τήν ὥρα τοῦ ἐθελοντικοῦ μαθήματος πού τούς πρόσφερα, ἔφευγαν αἰφνιδίως μέχρι πού ἔμαθα πώς πήγαιναν στήν διπλανή αἴθουσα  γιά ἀπεξάρτηση. Ἀρκετές φορές μοῦ κάνατε παράπονα, τό κελλί εἶναι μικρό καί ζοῦμε πέντε ἄνθρωποι, τό φαγητό ἄνοστο, δέν τρώγεται, κρυώνουμε, δέν ὑπάρχει ζεστό νερό γιά πλύσιμο καί πολλά παρόμοια.
Μέ τόν καιρό ἔμαθα τά ὀνόματά σας, ἄλλα ἐλληνικά καί ἄλλα  προερχόμενα ἀπό διαφορες χῶρες, ὅμως δέν ἔκανα διάκριση σέ τίποτα, ἤσασταν ὅλοι τέκνα μου πού εἶχα ἐγκαταλείψει σέ ἔτη προσωπικῆς περισυλλογῆς καί δημιουργίας.
Ὅλοι τέκνα μου: Λαρέλ, Γιῶργο, Κώστα , Ἀρμάντ, Ἀριάν, Μιχάλη, Χριστοφόρ, Κεμάλ, Ἀνάι, Δημήτριε, Κλωντιάν, Λεονάρδε, Ἀλμπάνο, Νικόλαε, Βασίλη, Χρόνη καί ἄλλοι.
Δέν σᾶς ἀγκάλιασα μικρά, δέν σᾶς μεγάλωσα, δέν σᾶς ξενύχτησα. Πέρασα ὅμως  νύχτες ὁλόκληρες γράφοντας ἤ μελετώντας φιλοσοφία. Δέν σᾶς νανούρισα ποτέ, δέν ξέρω ἐγώ ἀπό βρέφη καί τέκνα. Ἐσεῖς τότε μέ εἴχατε ἀνάγκη. Μέ ἐφόδιο τίς σπουδές μου θά μποροῦσα νά διδάξω  σέ σχολεῖα καί πανεπιστήμια, νά σᾶς ἔχω μαθητές ἤ φοιτητές. Τότε πού εἶχα νεότητα καί δύναμη. Δέν τό ἔκανα ὅμως ἐξαιτίας τῆς προσωπικῆς δημιουργίας.
Τώρα γιά νά σᾶς συναντῶ  περιμένω στήν ἐξώθυρα, περνῶ ἀπό μηχανήματα πού ἐντοπίζουν μεταλλικά ἀντικείμενα, δείχνω τήν ταυτότητά μου καί ἀφήνω στό θυρωρεῖο τό κινητό μου. Δέν ἐπιτρέπεται στόν χῶρο σας καμιά ἐπαφή μέ τόν ἔξω κόσμο. Τώρα ἀνεβαίνω ἀγκομαχώντας τά σκαλοπάτια λόγω ἡλικίας καί ἀσθενείας, γιά νά σᾶς μεταδώσω ἀφιλοκερδῶς μερικές γνώσεις.
Τήν δεύτερη φορά τῆς συνάντησής μας ἔκανε κρύο περονιαστό. Χιόνιζε μάλιστα πολύ. Μόλις μέ εἴδατε, κάποιος ἀναφώνησε χαρούμενος» ἤρθατε καί φέρατε τό χιόνι. Νά δοῦμε κι ἐμεῖς μιά ἄσπρη μέρα.» Γελάσαμε ὅλοι.
 Μαζευόμασταν στήν αἴθουσα πού διέθετε ὑπολογιστή γιά προβολές, διότι τούς δίδασκα λογοτεχνία προβάλλοντας καί τήν ταινία πού ἀναφερόταν στό ἔργο. Ἔπρεπε νά κυνηγήσουμε τόν σπαταλημένο χρόνο, κι ἔτσι βλέποντας τό φίλμ μαθαίνατε πρῶτα τήν ἱστορία τοῦ μυθιστορήματος καί κατόπιν σᾶς διἀβαζα τά ἐπίμαχα κεφάλαια, ἐνῶ στό τέλος συζητούσαμε τίς ἰδέες τοῦ ἔργου. Σᾶς μάθαινα ὅ,τι περισσότερα ἀγαποῦσα: τά ἔργα τοῦ Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Συζητήσαμε γιά τά ὅρια, κι ὅταν ρώτησα ποιοί τά ξεπερνοῦν, ἕνας γιός μου εἶπε μέ παρρησία, ἐμεῖς, ἐμεῖς ἐδῶ μέσα ξεπεράσαμε τά ὅρια.
Ναί γιά τό κακό, τοῦ ἀπάντησα. Καί ποιοί ἄλλοι; Χάρηκαν ὅταν τούς εἶπα πώς καί οἱ μοναχοί, ξεπερνοῦν τά ὅρια καί πώς κοινό σύμβολο εἶναι τό κελλί. Μιλήσαμε γιά τά ἠθικά, νομικά καί ὀντολογικά ὅρια. Παρακολουθοῦσαν διψασμένοι καί ἦταν σέ ἐγρήγορση. Ἐντυπωσιάσθηκαν ἀπό τήν σκέψη τοῦ συγγραφέως «πώς ἄν δέν ὑπάρχει Θεός, ὅλα ἐπιτρέπονται.»
Ὅλοι πίστευαν πώς ὑπάρχει θεός ἤ κάποια πρώτη ἀρχή, ἀνεξαρτήτως τοῦ θρησκεὐματός τους. Μέ τίς συναντήσεις ἔφτασε ἡ ἐξοικείωση, στήν αἴθουσα διαχεόταν ἀγάπη καί ἐμπιστοσύνη. Ὁ πάτερ Ζωσιμᾶς  τῶν  ἀδελφῶν Καραμάζωφ ἄνοιξε νέο θέμα συζητήσεων. Εἴπαμε γιά τόν ἅγιο Πορφύριο (κάποιος ἀπό τούς Ἕλληνες τόν ἤξερε) καί γιά τούς δαιμονισμένους τῆς Κεφαλληνίας. ‘Αρκετοί γνώριζαν ἀνάλογες περιπτώσεις, φαίνεται πώς ὁ δαιμονισμός ἦταν κοινό κτῆμα τῆς οἰκουμένης.
Δέν εἶχα μπροστά μου δολοφόνους, ληστές καί ναρκομανεῖς ἀλλά παιδιά, νέους ἀπό εἴκοσι πέντε μέχρι σαράντα χρονῶν πού σέ κάποια κακή ὥρα ἤ παρόρμηση τῆς στιγμῆς ἔφτασαν στίς φυλακές. Δεχόμουν τίς ἐκμηστηρεύσεις τους στοργικά λές καί ἄκουγα ἀγόρια πού ἔσπασαν τό πατίνι τοῦ φίλου τους. Ὁ Γιῶργος ἦταν δολοφόνος, σκότωσε ἕναν συγχωριανό του μέ μαχαίρι γιά λίγα στρέμματα γῆς. «Ἤμουν σέ ἄμυνα», εἶπε, «ἄν δέν τόν σκότωνα ἐγώ, θά μέ σκότωνε αὐτός. Ἄλλωστε ἦταν σκοτάδι, δέν ἔβλεπα καλά.» «Τό μαχαίρι ὅμως γιατί τό εἶχες μαζί σου;» ρώτησα. «Ἦταν σέ ἄμυνα, σέ ἄμυνα φώναξαν σχεδόν ὅλοι σέ ἔνδειξη συμπαράστασης. Οἱ κρατούμενοι γιοί μου εἶχαν ἀντιφατική συμπεριφορά ὡς πρός τίς παραβατικότητες τῶν ἄλλων, ἀλλά συνήθως τίς δικαιολογοῦσαν. Ἔγιναν ὅλοι μιά ἀσπίδα γιά τόν Γιῶργο.
Ὅταν ὅμως σέ  κάποια ἄλλη συνάντηση τούς ρώτησα ποιός θά μποροῦσε νά κάνει τό ἔγκλημα τοῦ Ρασκόλνικωφ, μετά τήν ἀπάντηση ἐνός πώς θά τό ἔκανε μέ περίστροφο καί ὄχι μέ μπαλτά, χωρίς αἵματα, κάποιοι φώναξαν, «θά μποροῦσε ὁ Γιῶργος , αὐτός σκότωσε μέ μαχαίρι,» ἐνῶ συμπλήρωναν,» αὐτός σκοτώνει καί ζῶα, δούλευε σέ σφαγεῖο, τά σκοτώνει καί τά γδέρνει, τί ἄνθρωποι, τί ζῶα, τό ἴδιο εἴμαστε.» συμπλήρωσε ὁ γιός μου Κεμάλ. Ὁ Γιῶργος εἶχε κοκκινίσει, ἦταν ἔτοιμος νά βουρκώσει ὅταν αἰφνιδίως σηκώθηκε νά φύγει ἀπό τήν αἴθουσα. «Ποῦ πᾶς παιδί μου;» «Στόν ὀδοντίατρο,» ἀπάντησε. «Πές μας ἄν εἶναι ἐκεῖ νά πάω κι ἐγώ, φώναξε κάποιος. Ζήτησα συγγνώμην ἀπό τόν προσβεβλημένο γιό μου.» Δέν χρειάζεται νά ζητᾶτε συγγνώμη,» ἀπάντησε ντροπιασμένος. Ἔφυγε. Δέν τόν εἶδα ἔκτοτε. Ὅλη τήν ἑβδομάδα σκεφτόμουν πώς θά εἶναι στήν αἴθουσα, ἀλλά δέν ἦρθε. Μέ πληροφόρησαν πώς τούς βαρυποινῖτες καί τούς ἰσοβῖτες, τούς ἔστελναν πλέον  στίς φυλακές τῶν Πατρῶν.
Τήν ἴδια ἀντιφατική συμπεριφορά ἔδειξαν καί στόν  Μάκη πού μετέφερε ἀπό τήν Ἀλβανία ἐκατό κιλά χασίς. Ὅταν ἐπανέλαβα ἀπορημένη, «ἐκατό κιλά; πῶς βρέ παιδί μου,» ἔσπευσαν νά μέ πληροφορήσουν οἱ ἄλλοι πώς ἦταν ἔνα ἀπλό ναρκωτικό. Ἄκου ἰσόβια γιά τό χασίς! «Ἀπό τόν φόβο του τά ἔχασε στό δικαστήριο. Εἶναι ἀδικία νά τιμωρηθεῖ μέ ἰσόβια,» συμπλήρωσε ὁ Ἀνάι, ὁ ὁποῖος μέ τό χιοῦμορ καί τίς παρατηρήσεις του κρατοῦσε τήν τάξη σέ ἐγρήγορση.
 Τήν ἐπομένη φορά ὅμως τόν φώναζαν «ἰσοβίτη» κι αὐτός ταραγμένος καί ντροπαλός, βγῆκε στόν διάδρομο. Δέν τόν ξαναεῖδα. Πῆρε κι αὐτός τόν δρόμο γιά τίς φυλακές Πατρῶν.

Ἐπέμενα νά μάθουν γιά τό ἄρθρο πού ἔγραψε ὁ Ἱβάν, ἔνας ἀπό τούς ἀδελφούς Καραμάζωφ  στό μυθιστόρημα, μέ τόν τίτλο « Ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής.»
Ἡ ἱστορία ἐκτυλίσσεται στήν Σεβίλλη τῆς Ἰσπανίας τόν 16ο αιώνα. Ὁ Χριστός ἐπιστρέφει στήν γῆ καί βλέποντάς τον ὁ ὑπερήλιξ ἱεροεξεταστής τρομάζει καί τόν φυλακίζει. Τόν κατηγορεῖ γιά τήν ἐλευθερία πού προσφέρει στόν ἄνθρωπο. Ὁ Ἰεροεξεταστής ἰσχυρίζεται πώς ὁ ἄνθρωπος δέν ἀντέχει τήν ἐλευθερία του, γιατί εἶναι ἐπικίνδυνη. Κατηγορεῖ τόν Χριστό πώς ἀντί νά δείξει τήν δύναμη του καί τήν ἐξουσία του μετατρέποντας τίς πέτρες σέ ψωμί γιά νά χορτάσουν οἱ ἄνθρωποι, ἐκεῖνος τούς δίνει τό δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς. Ὁ κρατούμενος Χριστός δέν μιλᾶ ἀλλά φιλᾶ τόν γέρο ἱεροεξεταστή, ὁ ὁποῖος τόν διώχνει φοβισμένος, φωνάζοντας του νά μήν  ξαναρθεῖ ποτέ.»
Στήν λέξη «ἐλευθερία» ταράχτηκαν. Μέ τόν διάλογο ὅμως καταλήξαμε πώς μόνον ἡ πίστη στόν Θεό σέ κάνει ἐλεύθερο μέ τήν ἔννοια πώς μπορεῖς νά ἀποφύγεις τό κακό. Διαφορετικά ἡ ἐλευθερία εἶναι χάος καί πληγή, ἄν δέν συνοδεύεται ἀπό τόν νόμο καί τόν φόβο. Στό διάλειμμα συνέχισα τήν συζήτηση μέ τούς δύο γιούς μου πού ἔμειναν κοντά μου, μέ τόν Ἀλβανό Κεμάλ καί τόν Ἕλληνα Κώστα. Ἦταν καί δυό ἔξυπνα ἄτομα. Ὁ πρῶτος ἔδειχνε πολύ μετανιωμένος γιά τήν πράξη του, «ἐγώ δέν ἔκανα κακό σέ ἄνθρωπο. Τό δημόσιο ἐπιχείρησα νά ληστέψω, τό ταχυδρομεῖο. Ἤθελα νά ἀποκτήσω πολλά λεφτά μέ τήν ληστεία ἀλλά τώρα εἶμαι στήν φυλακή.»
«Θά ἄντεχες νά ξαναμπεῖς ἐδῶ;» «Μέ τίποτα, ὄχι, ὄχι. Καλύτερα νά εἶμαι ἐλεύθερος καί νά τρώω ξερό ψωμί μία φορά τήν ἑβδομάδα. Σκέφτομαι ὅταν βγῶ ἀπό ἐδῶ μέσα νά βαπτισθῶ καί νά πάω γιά τρία χρόνια σέ μοναστήρι. Νά καθαρίσω τήν ψυχή μου. Νά ἐξακολουθήσω τό σχολεῖο. Μόνον μιά δουλειά νά βρεθεῖ, γιατί ἐμᾶς τούς ἀποφυλακισμένους δέν μᾶς παίρνουν εὔκολα. Κάτι νά γίνει, ἐμεῖς θά φταῖμε.»
Ὁ Κώστας συγκατάνευε. «Κι ἐσύ παιδί μου; ἔκανες ληστεία σέ κατάστημα; ὁπλοφοροῦσες;» Χαμογέλασε μέ ἀμηχανία:  «Ναί ὁπλοφοροῦσα καί κατατρόμαξα μέ τό καλάζνικώφ μου  τόν καταστηματάρχη. Μέ ἔπιασαν ὅμως σέ μικρή ἀπόσταση ἀπό τό μαγαζί.» «Ὁ Κώστας εἶναι δεύτερη φορά στήν φυλακή, δέν θά τό ἄντεχα,» εἶπε ὁ Κεμάλ. Ὁ Κώστας ξαναχαμογέλασε μέ ἀμηχανία. «Γιατί χαμογελᾶς; ἐγώ πιστεύω πώς ὅλοι μετάνιωσαν ἐδῶ μέσα.» «Εἶσαι καλή καί εὔπιστη. Δέν μετανιώνουν ὅλοι. Ὑπάρχουν ἀρκετοί μέ βαριά ἐγκλήματα πού σκέφτονται νά βγοῦν γιά νά τά ξανακάνουν. Μήν πιστεύεις πολύ. Ὁ κατά συρροήν δολοφόνος γιά παράδειγμα εἶναι ἄρρωστος καί ἀμετανόητος.» «Λίγες εἶναι αὐτές οἱ περιπτώσεις» ἐπέμενα. 
«Τό ἔγκλημα καί Τιμωρία» τούς ἄρεσε περισσότερο ἀπό τούς ἀδελφούς Καραμάζωφ. Τούς ἐπανέλαβα γιά τόν ἥρωα τοῦ μυθιστορήματος.
 «Ὁ Ρασκόλνικωφ νεαρός φοιτητής τῆς Νομικῆς σταματᾶ τό Πανεπιστήμιο, διότι δέν ἔχει χρήματα. Ζῆ σέ μιά ἄθλια σοφίτα καί χρωστᾶ πολλά ἐνοίκια στήν σπιτονοικοκυρά του. Εἶναι ὅμως ἕνας φλογερός ἰδεολόγος, ὅπως ὅλοι οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστοφιέφσκι. Ἔγραψε ἕνα δοκίμιο στήν ἐφημερίδα γιά τίς ἀνώτερες καί κατώτερες φύσεις, γιά τόν διαχωρισμό τῶν ἀνθρώπῶν σέ ἐξαιρετικούς καί κοινούς. Οἱ ἐξαιρετικοί μποροῦν καί πρέπει νά τολμοῦν, οἱ κοινοί εἶναι ἀσήμαντοι σάν ψεῖρες. Εἶναι οἱ γλάστρες πού ἀνθίζουν οἱ ἐκλεκτοἰ. Μία γνωστή του γριά τοκογλύφος εἶναι μιά ψείρα, δέν ἔχει λόγο ὕπαρξης κατά τόν Ρασκόλνικωφ, γι’αὐτό πρέπει νά τήν σκοτώσει, νά τῆς κλέψει τά χρήματα γιά νά συνεχίσει τίς σπουδές του καί νά κάνει καλό στήν ἀνθρωπότητα. Ὅταν τελικῶς τήν σκοτώνει, καί μαζί μέ αὐτήν καί τήν νεώτερη ἀδελφή της πού ἦρθε αίφνιδίως, κλέβει τά χρήματα καί τά κρύβει κάτω ἀπό μία πέτρα. Ἄρα τό κίνητρό του δέν ἦταν ἡ ληστεία. Προσέξτε, τό ἔγκλημα τοῦ Ρασκόλνικωφ εἶναι παράξενο, ἰδιότυπο. Εἶναι μία ἀναμέτρηση μέ τήν ἴδια του τήν συνείδηση. «Τόν ἐαυτό μου σκότωσα καί ὄχι τήν γριούλα»,ὁμολογεῖ στό τέλος.»
Ποιός θά μποροῦσε νά κάνει τό ἔγκλημα τοῦ Ρασκόλνικωφ; τούς εἶχα ρωτήσει πρίν ἀπό ἡμέρες.
Κάτι παράξενο ὅμως συνέβη σέ ἐμένα. Ὅσον καιρό ξαναδιάβαζα τό βιβλίο εἶχα ἔναν ἀνεξήγητο φόβο· ἀκόμη καί τό χτύπημα τοῦ τηλεφώνου μοῦ ἔκοβε τά γόνατα. Μία νύχτα ὀνειρεύτητα πώς  βρισκόμουν μέ τά πρόσωπα τοῦ μυθιστορήματος. Μέσα στόν ὕπνο μου σηκώθηκα ὄρθια καί ἄκουσα νά φωνάζω δυνατά: « ἐγώ σκότωσα τήν γριά.» Εἶχα φορτωθεῖ τό ἔγκλημα τοῦ Ρασκόλνικωφ. Ὅμως ποιά γριά σκότωσα;   τήν ὑπερήλικη μητέρα μου πού περιποιόμουν, τήν νεκρή πλέον μητέρα της καί γιαγιά μου πού ἐπίσης εἶχα φροντίσει, μία δική μου φιγούρα πού ἄρχιζε νά παρακμάζει ὁδεύοντας πρός τά γηρατειά ἤ ἐκείνη τήν γριά πού στοίχειωνε τά παιδικά μου χρόνια καί μέ τρόμαζε καθισμένη πάντα σάν κουρούνα στά σκαλοπάτια ἑνός παντέρημου σπιτιοῦ; Τό ἑπόμενο βράδυ ὀνειρεύτηκα πώς βρέθηκα στό νεκρόδειπνο πού παρέθεσε ἡ Κατερίνα Ἰβάνοβνα γιά τόν ἀχαϊρευτο καί μεθύστακα σύζυγό της.
Μιλήσαμε γιά τό φοβερό ὄνειρο τοῡ Ρασκόλνικωφ πού εἶδε πρίν ἀπό τόν φόνο. Ὀνειρεύτηκε μιά ἀδύναμη, καχεκτική φοραδίτσα, τῆς ὁποίας τό ἀφεντικό καί οἱ φίλοι του σκότωσαν μέ καμτσίκια καί τσεκούρι. Ὁ Ρασκόλνικωφ παιδί μέσα στό ὄνειρο ἔτρεξε καί ἀγκάλιασε τό δύστυχο ἀλογάκι. Ὄταν ξύπνησε ἀναρωτήθηκε τρομαγμένος: πῶς θά σκοτώσω κι ἐγώ τήν γριά τοκογλύφο μέ τόν μπαλτά; καί τά αἵματα; πῶς θά ἀντέξω τά αἵματα.
Ἐσεῖς τί ὄνειρα βλέπετε; ὑπάρχουν καί προφητικά ὄνειρα; Δυό τρεῖς παραδέχτηκαν πώς ὑπάρχουν. Οἱ περισσότεροι ἔβλεπαν ἐφιαλτικά ὄνειρα, σχετικά μέ τήν ζωή τους ἀλλά τόσο μπερδεμένα, ὥστε τά ξεχνοῦσαν ὅταν ξυπνοῦσαν. Μερικοί δέν θέλησαν νά μιλήσουν γιά τά ὄνειρά τους. Μόνον ὁ Κεμάλ εἶπε πώς ὀνειρευόταν συχνά τόν ἔξω κόσμο. Δέν βρισκόταν,  λέει, στήν φυλακή ἀλλά μόλις ξυπνοῦσε κι ἔβλεπε τόν διπλανό μου μελαγχολοῦσε λέγοντας, ἄχ πάλι ἐσύ εἶσαι, πάλι στήν φυλακή.
Δέν θά μιλήσω ἐκτενῶς γιά τόν  «Μικρό Πρίγκιπα» πού ἀπολαύσαμε στήν ταινία καί στό βιβλίο. Θά σᾶς  ὑπενθυμίσω μόνον πώς ὅπως ἡ ἀλεπού βλέποντας τά στάχυα θυμόταν τά χρυσά μαλλάκια τοῦ Μικροῦ πρίγκιπα, διότι εἶχαν συνδεθεῖ μέ φιλία, ἔτσι κι ἐγώ τώρα πού βλέπω τίς φυλακές, δέν μοῦ εἶναι ἀδιάφορες ὅπως παλιά, ἀλλά γνώριμες, γιατί ἐκεῖ εἶσθε ἐσεῖς.! Οὔτε θά ἀναφερθῶ πολύ καί στήν «Φόνισσα» τοῦ Παπαδιαμάντη: θά πῶ μόνον πώς διαβάζοντάς σας ἀπό τό βιβλίο καί ἀκούγοντας τήν θαυμασία γλώσσα τοῦ συγγραφέως, ἐκτός ἀπό δυό τρεῖς λέξεις, καταλάβατε τά πάντα. Ἡ γλώσσα του ἦταν οἰκεία, γιατί ἀπευθυνόταν στήν καρδιά. Τό τέλος τῆς ἡρωίδας του ἦταν ἀπό πνιγμό, ὅπως καί τῶν μικρῶν κοριτσιῶν πού ἡ ἴδια, σκότωσε. Τότε εἴπαμε πώς τό σύμπαν εἶναι νοῆμον, ἀκούει, βλέπει καί ἀνταποδίδει ἀναλόγως τό καλό καί τό κακό.
Ὅταν ἐρχόμουν στίς συναντήσεις μας ἤμουν εὐτυχής ἀλλά στήν ἐπιστροφή ἔφευγα πάντα μελαγχολική. Σᾶς ἄφηνα μόνα καί ἔγλειστα, τέκνα μου. Στόν δρόμο παρακαλοῦσα νοερῶς, Θεέ μου φύλαξε τούς γιούς μου ἀπό τό κακό. Μή εἰσενέγκης αὐτούς εἰς πειρασμόν...αὐτά τά νιᾶτα, τρελαμένα ἀπό τά ναρκωτικά, πληγωμένα ἀπό τήν κακή φήμη, παραδαρμένα ἀπό τύψεις ἀλλά καί κυνικά ἀπό βαθιά ντροπή .Ἀριάν, Μιχάλη, Κώστα, Γιῶργο καί οἱ ἄλλοι, μέ ναρκωτικά, καλάζνικωφ, ληστεῖες καί δολοφονίες. Τά πρόσωπά τους δέν ἔχουν τίποτε τό ἐγκληματικό, ὅταν κάθονται στόν ἥλιο τοῦ προαυλίου καί καπνίζουν. Οὔτε μέσα στήν αἴθουσα.
 Πολλές φορές μέ προτρέπατε νά γράψω γιά σᾶς, γιά τίς κακές συνθῆκες στήν φυλακή, γιά περιστατικά πού σᾶς φορτώνουν χωρίς νά εἶναι δικά σας, γιά τό δυσανάλογο πράξης καί τιμωρίας, γιά τό ἄγριο ξύλο στίς φτέρνες μέχρι νά ὁμολογήσετε ἀλλά σᾶς ἀπαντοῦσα, δέν γίνεται, πρέπει νά ἔρθει ἡ ἔμπνευση. Τό κέντρισμα.
Ὅλα ξεκίνησαν ἀπό τόν ἀθίγγανο υἱό μου Μανώλη. Στόν ἐσωτερικό τοῦ δεξιοῦ του βραχίονα εἶδα σέ τατουάζ μιά σειρά γραμμάτων ΚΙΡΑΣΡ. Μοῦ τά ἀποκρυπτογράφησε: ἦταν τό ὄνομα τῆς συζύγου καί τῶν πέντε παιδιῶν του. Στόν ἄλλο του βραχίονα ζωγραφισμένη μορφή σέ στάση δέησης καί πιό κάτω μεγάλος σταυρός μέ εἰκονικό, στριφογυριστό κομποσχοίνι, πού καλύπτει σάν φίδι ὁλόκληρο τό χέρι.Πάνω εἶναι γραμμένα τά ὀνόματα τῶν νεκρῶν γονιῶν του.
«Ἔχω ὄλα τά ἀγαπημένα μου πρόσωπα μαζί μου. Ἔμεινα ὀρφανός δώδεκα χρονῶ καί μεγάλωσα τά ἀδέλφια μου. Εἶμαι τριάντα πέντε χρονῶ καί ἡ μεγάλη μου κόρη δεκαπέντε.» «Πέντε παιδιά, γιέ μου! ἐσύ δέν ἔπρεπε νά ἤσουν ἐδῶ. Ναί συμφώνησε σκύβοντας τό κεφάλι, «λύπησα τά πέντε μου ἀγγελούδια.» « Γιατί εἶσαι ἐδῶ;» «Γιά ἀπάτες.» Τό ἔβρισκαν διασκεδαστικό πού ἐνδιαφερόμουν γιά τά τατουάζ, ἕνα ἀτταβιστικό στοιχεῖο προερχόμενο ἀπό τήν προϊστορία, ἰσχυρό ἀκόμη στήν ἐποχή μας. Ὁ Βάγγος, ἔφερε κι αὐτός στό ἐσωτερικό τοῦ βραχίονά του δυό παλάμες σέ στάση δἐησης, ἐνῶ πιό κάτω ὑπῆρχε ζωγραφιστός, κρεμασμένος σταυρός. Ἕνα ἀφηρημένο σχέδιο κοσμοῦσε τό ἀριστερό του χέρι. Στό στῆθος ζωγραφισμένος λύκος. «Λύκος; γιατί;» «Τό ἀγαπῶ αὐτό τό ζῶο, γιατί εἶναι μοναχικό.» Εἶδα μέ συμπάθεια τό τατουάζ, γιατί εἶχα κι ἐγώ ἀδυναμία σέ αὐτά τά ἄγρια ζῶα. Μιλήσαμε γιά τούς λύκους, τήν ἀγάπη, τήν μονογαμία καί τό βαθύ   τους αἴσθημα.
Ὁ λύκος εἶχε τήν τιμητική του στά σώματα τῶν υἱῶν μου. Στόν Χρῆστο ἦταν ζωγραφισμένο μόνον τό κεφάλι ἀγριεμένου λύκου μέ τό στόμα ἀνοιχτό, ἐνῶ μπροστά του σάν κρεμασμένες δύο νεκροκεφαλές. « Ἔχει ἀνοιχτό στόμα, γιατί τρώει τούς ρουφιάνους,» μοῦ ἐξήγησε. Τό ἀποκορύφωμα ὅμως ἦταν ὁ ζωγραφισμένος τεράστιος λύκος στήν πλάτη τοῦ Ἀριάν, ὄρθιος κοντά στόν βράχο νά κοιτάζει μέ ἀνοιχτό τό στόμα, λές καί οὔρλιαζε, πρός τό μέρος τῆς πανσελήνου. Ἡ ὑπόλοιπη παράσταση εἶχε φυτά δάσους. «Ὁλόκληρος πίνακας Ἀριάν, πῶς ἔτσι; τόσο ἀγαπᾶς τόν λύκο;» Αὐτός ὁ γιός μου χαμογελοῦσε πάντα μελαχολικά, «Ναί, τόν ἀγαπῶ, γιατί εἶναι ζῶο μοναχικό. Κι ἐγώ ἀπό τά δεκατρία μου χρόνια πού ἔφυγα ἀπό τό χωριό μου εἶμαι μόνος.»
Λύκος, δεομένη καί σταυρός, προστατευτικές παραστάσεις, σκέφτηκα. Οἱ περισσότεροι εἶχαν σχέδια σέ τατουάζ, σάν νά ἦταν φυλαχτά, κάτι σάν τήν λεοντή τοῦ προγονικοῦ ἥρωα. Φαίνεται πώς σήμαινε γι’αὐτούς κάτι τό τρομαχτικό μαζί καί τό ἀνώτερο. Ἦταν μία ἰδιαίτερη παρουσία.
Ἔμπαινε τώρα τό καλοκαίρι κι ἐγώ μέ θλίψη θά ἀποχαιρετοῦσα τούς γιούς μου, τά λυκόπουλα πού οὔρλιαζαν στήν ἐρημιά. Τό φθινόπωρο δέν θά τούς ἔβρισκα ὅλους, μερικοί θά ζοῦσαν πιά στήν ἐλευθερία τοῦ ἔξω κόσμου, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι θά παρέμεναν μαζί μέ τούς νέους μου γιούς....


Ἑλένη Λαδιᾶ  Ἰούνιος 2013


ΥΓ τό διήγημα ἀφιερώνεται στούς μαθητές τοῦ Σχολείου Δεύτερης Εύκαιρίας τῶν Φυλακῶν Κορυδαλλοῦ.


Δημοσιεύεται στο τεύχος 20, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2013 του περιοδικού Νέα Ευθύνη.




Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ - διήγημα

Σᾶς πληροφορῶ ἐντίμως ὅτι τά ρητά εἶναι ἀνεφάρμοστα. Αὐτό τό εἶχα ἐννοήσει ἀπό τήν ἐφηβεία μου ἀκόμη, εὐλογημένη ἐποχή ὅπου πρωτοδιάβασα «τό ὑπόγειο» τοῦ Ντοστογιέφσκι. Περίλαμπρα ὁ ἥρωας τοῦ ὑπογείου ἀποδεικνύει πώς δέν εἶναι καλό νά γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν ἑαυτό του. Τά ἐπιχειρήματά του μἀλιστα εἶναι τόσο συγκλονιστικά κι ἀνατρέπουν τόν καθιερωμένο ρυθμό τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, ὥστε τό ἔργο εἶναι πραγματικά μεγαλοφυές.
Φυσικά ἐμένα δέν μέ ἀπασχόλησε τό θέμα τῆς γνωριμίας τοῦ ἑαυτοῦ μου, δέν διαθέτω ἄλλωστε τέτοιες διανοητικές ἱκανότητες. Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος πού δέν φιλοδόξησε ποτέ νά καταπιαστεῖ μέ ὑψηλά θέματα καί νά κυριαρχήσει σέ χῶρο μεγαλύτερο ἀπό ὀγδόντα τετραγωνικά.
Δέν ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶμαι καλός χριστιανός, θά ἔλεγα πώς ἀπλῶς μέ συγκινεῖ ἡ ὀμορφιά τῶν κειμένων και τοῦ τελετουργικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί ὅμως, ἐφήρμοσα, χωρίς νά τό καταλάβω, τήν κυριώτερη χριστιανική ρήση: ἀγάπα τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Τό βίωμά μου, βλέπετε, δέν ἦταν γνωσιολογικό ἀλλά ἠθικό. Γι’αὐτό καί ἡ προσπάθεια ἐφαρμογῆς του γέννησε ἕνα τεράστιο ἠθικό παράδοξο.
Ἔτσι βρίσκομαι ὁλομόναχος τώρα, ἡμέρα Χριστουγέννων, μέ μία βασανιστική ἀπορία: ἀφοῦ τήν ἀγάπησα ὡς ἐμαυτόν, γιατί διαμαρτυρήθηκε μετά ἀπό τόσα χρόνια, κι ἕνα ὡραῖο πρωϊ- ὄχι πρωί, σχῆμα λόγου εἶναι- μᾶλλον γιά ἀπόγευμα έπρόκειτο, ἕνα ὡραῖο λοιπόν ἀπόγευμα μοῦ ἐδήλωσε κατηγορηματικῶς, χωρίς θυμούς, δάκρυα καί ἐξάρσεις πώς δέν ἀντέχει ἄλλο αὐτόν τόν δεσμό.
Στήν ἀρχή ξαφνιάστηκα καί δέν τό πίστεψα, σοφίστηκα καί χρησιμοποίησα ποικίλους διερευνητικούς τρόπους, ἀλλά δυστυχῶς ἔλεγε τήν ἀλήθεια. Πανικοβλήθηκα καί τά ἐρωτηματικά, σάν λαιμητόμοι ἔπεφταν στό κεφάλι μου. Τί τῆς ἔκανα λοιπόν καί ἐπαναστάτησε τόσο, δηλώνοντάς μου ὅτι εἶχε πλέον φτάσει στά ὅρια τῆς ἀντοχῆς της;  ἐγώ τήν ἀγάπησα ἀληθινά, ὅπως τόν ἑαυτό μου.
Πρῶτα πρῶτα ἐπέβαλα καί σ’ αὐτήν τίς ἀπόψεις μου περί γάμου καί τεκνοποιίας. ‘Εκεῖ  τά κατάφερα χωρίς μεγάλο κόπο, γιατί καί ἡ ἴδια ἦταν ἰδεόπληκτη. Δοσμένη κατά καιρούς σέ παράξενες φιλοσοφικές ίδέες καί ζώντας σέ ἕνα φανταστικό μέλλον, θεωροῦσε τά παρόντα ἐφήμερα καί συμβατικά. Γιά νά εἶμαι ὅμως ἀκριβής μερικές φορές μοῦ ἔκανε προτάσεις γάμου (αὐτή ἡ γυναίκα εἶχε τήν καταπληκτική εὐχέρεια νά μεταμορφώνεται σέ ἱππότη), σέ ἐποχές μεγάλης θλίψης καί βασάνων γιά μένα. Μέ τό σκληρό καί ἀπότομο ὕφος μου τῆς ὑπεδείκνυα δύο δρόμους: ἤ νά μείνει μέ τούς ὅρους πού ὁ ἴδιος ἐπέβαλα στόν ἑαυτό μου, ἄγαμη δηλαδή, ἤ νά φύγει. Ὁ δρόμος ἦταν πάντα ἀνοικτός καί ἐλεύθερος. Ἔμεινε καί πέρασαν πολλά Χριστούγεννα.

Ἀργότερα σέ κάποια ἡλικία, θεωρώντας προφανῶς πώς θά ἔχανε τήν δυνατότητα τεκνοποίησης, ἄρχισε νά μοῦ ζητᾶ ἕνα τέκνο, ἔστω καί ἄνευ γάμου. Συντηρητικός καθώς ἤμουν καί μέ ἀκλόνητες ἠθικές ἀρχές, μόλις καί συγκρατήθηκα νά μήν τήν διαολοστείλω. Τῆς τόνισα ὅμως, περισσότερο σκληρά, πώς οὔτε ἐγώ οὔτε αὐτή ἤμασταν ἱκανοί νά διαπαιδαγωγήσουμε ἕναν νέο ἄνθρωπο. Καί φυσικά ξαναεῖπα: ἤ μεῖνε μέ τούς ὅρους πού ξέρεις ἤ φύγε. Ἔμεινε καί πέρασαν πολλές Πρωτοχρονιές.
Στά μεγάλα λοιπόν θέματα τοῦ γάμου καί τῆς τεκνοποιίας εἴχαμε συμφωνήσει. Στά μικρά ὅμως, τά σχεδόν ἐλάχιστα, δέν ἄντεξε. Τί ἐπιτέλους τήν εἶχε ἐνοχλήσει; μήπως ἡ σιωπή πού τῆς ἐπέβαλα  γιά τόν δεσμό μας;
Μά αὐτό, πρῶτος ἐγώ τό εἶχα ὑποστεῖ. Δέν ἐμίλησα πουθενά, λέξη δέν εἶπα σέ κανέναν, ἄλλο τί καταλάβαιναν οἱ γύρω, τήν δική μου ὁμολογία δέν τήν εἶχε κανείς. Ἐμένα δέν μέ ἐνδιαφέρουν οἱ ἀντιλήψεις τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος. Δεσμός πού δέν καταλήγει σέ γάμο, πρέπει νά μένει κρυφός.
Φυσικά δέν ὑπῆρχε κανένας ἀντικειμενικός λόγος γιά τήν συνωμοσία τῆς σιωπῆς μας, νά κάτι πού δέν κατάλαβε, ἡ ἐχεμύθεια δέν κρηπιδώνεται πάντα σέ λόγους ἀντικειμενικούς. Ἀπό φυσικοῦ μου σιχαίνομαι τίς ἐκμηστηρεύσεις καί τίς ἀνακοινώσεις, πολλές φορές χρησιμοποιῶ κι ἄλλο ὄνομα γιά περιπτώσεις δευτερεύουσες, ὁ κουρέας μου λόγου χάρη ξέρει πώς μέ λένε κύριο Ἀλέξανδρο, ἐνῶ τό πραγματικό μου ὄνομα εἶναι ἄλλο. Βεβαίως δέν τά κάνω ὅλα αὐτά ἀπό δόλια πρόθεση, οὔτε καί χρησιμοποιῶ τεχνάσματα κακοποιῶν, ἁπλῶς διασφαλίζω ἔτσι τήν ἀνωνυμία μου. Ἀγαπῶ τήν ἀνωνυμία, εἶναι πηγή χάριτος καί ἐλευθερίας.
Θά μοῦ πεῖτε, ἀγαπητοί μου: εἶσαι τόσο ταπεινόφρων; ἀπαντῶ μετά παρρησίας: ὄχι, δέν εἶμαι, ἀλλά ἀφοῦ δέν ἔχω τό μέγεθος τῆς ἐπωνυμίας ἑνός Νεύτωνος, ἑνός Ἀινστάιν ἤ ἑνός Ντοστογιέφσκι, τί νά τίς κάνω τίς ἄλλες χλιαρότητες; Νά εἶμαι δηλαδή ὁ δήμαρχος τοῦ χωριοῦ ἤ ὁ συγγραφεύς μιᾶς μερίδος ἀνθρώπων; Ἡ ἀντιπάθειά μου γιά τά μικρά μεγέθη μέ ὁδήγησε στήν πλήρη, στήν πληρέστατη ἀνωνυμία. Τί ἐνόχλησε λοιπόν τήν ἀγαπημένη μου; τήν ἐνόχλησε ἡ προφύλαξη τοῦ δεσμοῦ μας ἤ οἱ μέρες καί οἱ ὧρες πού εἶχα ὁρίσει γιά τίς συναντήσεις μας; Αὐτές τίς μέρες καί ὦρες διέθετα κι ἐγώ γιά τήν προσωπική μου εὐχαρίστηση, ὅλες οἱ ἄλλες ἦταν γεμάτες ἀπό τό ἐπάγγελμα καί τίς οἰκιακές ἀσχολίες, διότι ζοῦσα μόνος.
Θυμᾶμαι τώρα πώς μετά ἀπό πολύ καιρό τόλμησε νά διαμαρτυρηθεῖ γιά τό σπασμένο κρεββάτι πού πλαγιάζαμε, ὅταν τήν φιλοξενοῦσα πάντα τίς μέρες καί τίς ὦρες πού ἐγώ ὅριζα. Δέν εἶμαι οὔτε ἄπορος οὔτε τσιγκούνης ἀλλά δωρικός. Μάλιστα, πολύ δωρικός. Δέν μοῦ ἀρέσουν τά ὡραῖα καί περιττά πράγματα γιά τίς κατοικίες. Καί στό ἴδιο κρεββάτι κοιμόμουν καθημερινά, δίχως νά διαμαρτυρηθῶ. Τά κλινοσκεπάσματά μου εἶχαν βέβαια μερικές τρύπες, πού ὀφείλονταν στά πολλά πλυσίματα, ἀλλά ἦταν πάντα πεντακάθαρα, μοσχοβολοῦσαν ἄρωμα λεμονιοῦ. Ὅ,τι πρόσφερα στόν ἑαυτό μου, πρόσφερα ἐπακριβῶς καί στήν ἴδια. Τήν ἀγαποῦσα ὡς ἐμαυτόν. Ἔτσι τῆς ὅρισα νά πλένει πολύ συχνά τά χέρια της καί ἐπί ὥρα, νά τά σκουπίζει σχολαστικά, νά μήν ἀγγίζει χωρίς πλαστικά γάντια ἀντικείμενα πού ἔπεφταν στό πάτωμα καί τά λοιπά, ἐξηγώντας της λεπτομερῶς ὅλη τήν λογική τῆς καθαριότητας, πού δυστυχῶς, τό σύνολο τῶν ἀνθρώπων ἀγνοοῦσε. Στήν ἀρχή αὐτή τρόμαζε, διαμαρτυρόταν ἀλλά τελικῶς μπροστά στήν ἀποφασιστική μου πρόταση ἤ φύγε ἤ μεῖνε μέ τούς ὅρους μου, ὑποτασσόταν. Τήν μύησα στά πάντα, σχεδόν μέ ἕναν τρόπο τελετουργικό, γιά ν’ ἀποφεύγει τά μικρόβια. Ἐπειδή ὅμως δέν γνώριζε ποιά ἦταν τά πιό ἀκάθαρτα  σημεῖα τοῦ σπιτιοῦ, ὅπως λόγου χάρη τό πόμολο τοῦ λουτροῦ πού πρίν ἀπό δέκα χρόνια εἶχε ἀγγίξει μιά παραδουλεύτρα πού εἶχε φέρει ἡ μακαρίτισσα ἡ μάνα μου, τό τμῆμα τοῦ πλυντηρίου ὅπου άκούμπησε τό σακκάκι κάποιου ὑδραυλικοῦ ἤ διάφορα παραπλήσια, τῆς ὅρισα ἕνα μονοπάτι, στό ὁποῖο θά μποροῦσε νά κινηθεῖ. Ἀπό τήν κρεββατοκάμαρα μέχρι τό λουτρό ὑπῆρχε μία λωρίδα στενή, ὅπου ἐπιτρεπόταν νά περπατάει. Κάποτε πού παρέβη τά ὅρια, λίγο καί θά φτάναμε στόν χωρισμό.

 Τήν ἀγαποῦσα πολύ καί μοῦ ἄρεσε νά τήν βλέπω κοιμισμένη, γιά νά μπορῶ νά τῆς λέω ὅσα τρυφερόλογα δέν μποροῦσα νά προφέρω κατά τήν ἐγρήγορση. Αὐτή ὅμως, πλάσμα πολύ νευρικό, σηκωνόταν ἀπό τό κρεββάτι καί καθόταν στήν πολυθρόνα, πού τῆς εἶχα ὁρίσει ὡς τήν πιό καθαρή.
Παραπονιόταν πώς ἔμενε  δυό τρεῖς ὦρες σχεδόν ἀκίνητη, γιατί ἀπαγορευόταν νά θορυβεῖ καί νά πάει στήν κουζίνα νά φτιάξει καφέ ἤ νά πιεῖ νερό.  Τῆς εἶπα ὅμως νά μέ ξυπνάει, ὅταν διψοῦσε. Ἀμέσως σηκωνόμουν ἀπό τόν ὕπνο καί τῆς ἔφερνα ἕνα ποτήρι νερό.
Ἦταν πολύ ἰδεόπληκτη, τῆς τό ἔλεγα καί θύμωνε. Παραπονιόταν ὅτι κρύωνε, ἰδέα της ἦταν, πῶς μποροῦσε νά κρυώνει, ἀφοῦ δέν κρύωνα ἐγώ καί ἀφοῦ ἦταν ὁ ἑαυτός μου; Θυμᾶμαι πώς μερικές φορές διαμαρτυρόταν γιά τήν μεταχείρισή μου, ἔκανε σκηνές καί ἔφευγε. Δέν ἐπέμενα ποτέ νά μείνει, γιατί γνώριζα τό ἑπόμενο στάδιο: μετά ἀπό ἕνα τέταρτο χτυποῦσε τό κουδούνι. Ἔμπαινε στό σπίτι δακρυσμένη καί παραδαρμένη ἀπό τήν ἐπαναστατική της ἀπόπειρα καί μέ ἀγκάλιαζε, γιατί τό δίλημμα ἔστεκε συνεχῶς πάνω ἀπό τό κεφάλι της, δαμόκλειος σπάθη. Κατά βάθος ἤμουν σίγουρος πώς ἔτσι τῆς ἀτσάλωνα τόν χαρακτήρα. Γι’αὐτό καί δέν λυπᾶμαι γιά μιά σκηνή, πού μόλις τώρα θυμήθηκα. Ἤμασταν σέ ἕνα ἐξοχικό κέντρο, κι ἄφηνα πάντα αὐτήν νά διαλέγει τό φαγητό. Μοῦ ἄρεσε νά τήν βλέπω νά τρώει μέ ὄρεξη, γιατί τότε γινόταν ἀληθινά ὁ ἐαυτός μου. Νά φανταστεῖτε πώς ὅταν τήν γνώρισα καί ἄρχισε ὁ ἔρωτάς μας ἦταν τόσο ἀδύνατη, ὥστε φοβόμουν νά τήν ἀγγίξω, μήπως καί τῆς σπάσω κανένα πλευρό. Ἐγώ τήν πάχυνα καί εἶχε γίνει ὡραία κοπέλλα, μέ παραπάνω βέβαια κιλά, ἀλλά ὡραία.
Στό κέντρο αὐτό λοιπόν, νύχτα καλοκαιριοῦ, εἴχαμε παραγγείλει τό φαγητό. Ὀ κῆπος ἦταν διακοσμημένος μέ κάτι κακόγουστα πιθάρια. Ξαφνικά αὐτή μοῦ δείχνει ἕναν τεράστιο ἀρουραῖο. «Τό πέρασα γιά γατάκι,» εἶπε ἔντρομη, «ἀλλά εἶναι ποντίκι. Πᾶμε νά φύγουμε.» Γνώριζα πώς μιά ἀκόμη ἰδεοληψία της ἦταν ὁ φόβος τῶν ποντικιῶν, καί γι’αὐτό παρατήρησα μέ αὐστηρότητα.  «Μήν κάνεις νούμερα. Θά μείνουμε ἐδῶ καί δέν θά ξεφτιλιστοῦμε μπροστά στούς ἄλλους θαμῶνες, πού συνεχίζουν νά τρῶνε ἀνενόχλητοι.»
Καί μείναμε. Φυσικά καί εἶχε δίκιο, ὁ κῆπος ἦταν γεμάτος ποντικούς μεγάλους σάν γατιά, πού πηγαινοέρχονταν στά πιθάρια καί σχεδόν κοντά στά τραπέζια. Ἐκείνη εἶχε ἀνεβεῖ πάνω στήν καρέκλα της, φοβούμενη νά πατήσει τά πόδια της στό δάπεδο, εἶχε χλωμιάσει καί πῆρε μιά ἔκφραση σά νά ἤθελε νά κάνει ἐμετό. Ἐγώ, δίνοντας τό γενναῖο παράδειγμα, προσπαθοῦσα νά φάω. Ἦταν ἀλήθεια πώς τό θέαμα μέ εἶχε ἀηδιάσει, ἀλλά δέν τό ἔδειχνα.

Ἴσως ἐκεῖνο τό βράδυ κάτι νά ράγισε μέσα της, γιατί μοῦ εἶπε πώς τήν εἶχαν κουράσει ἀφάνταστα οἱ ἰδιοτροπίες μου καί ἡ συμπεριφορά μου. Διαμαρτυρήθηκα λέγοντάς της πώς οὔτε γυναικάς ἤμουν, οὔτε ἀπατεώνας, οὔτε παίκτης οὔτε πότης. Μέ κοίταξε μελαγχολικά καί άπάντησε: "Μέ τά μεγάλα ἐλαττώματα ξεμπλέκεις εὔκολα, τά μικρά εἶναι πού σοῦ τρῶνε σάν σαράκι τήν ζωή μέσα ἀπό τήν καθημερινότητα."
Δέν ἔδωσα σημασία, ἀγαπητοί μου, ἀλλά ποιοί ἀγαπητοί, σέ ποιόν ἀπευθύνομαι; ἐγώ σιχαίνομαι τίς ἐκμηστηρεύσεις, εἶναι δεῖγμα τῶν ἀδυνάτων ψυχῶν. Καί ἄλλον ἀγαπητό ἀπό αὐτήν δέν ἔχω. Κανείς δέν ἔμαθε, οὔτε καί ἡ ἴδια ὑποψιάστηκε πόσο τήν ἀγάπησα. Ὑπῆρξαν ὦρες πού ὁ ἔρωτάς μου γι’αὐτήν ἦταν τό ίσχυρότερο συναίσθημα ἐπί τῆς γῆς.
Μἀλιστα, ἐπί τῆς γῆς. Μοῦ παραπονιόταν ὅτι δέν ζηλεύω, ἀλλά ποτέ δέν κατάλαβε πώς κάθε στιγμή ἔτρεμα νά τῆς φανερώσω τήν ἀδυναμία μου, τήν τρομερή μου ζήλεια ἀκόμη καί γιά τό βλέμμα πού ἔρριχνε ἀδιάφορα στό κενό, γιατί φοβόμουν μήπως καί τήν χάσω. Καί φυσικά τήν ἔχασα ἀπό ἄλλο δρόμο.
«Δέν ἀμφέβαλα ποτέ ὅτι μέ ἀγάπησες», ἦταν τά τελευταῖα της λόγια, «τό θέμα ἦταν ὁ τρόπος, πῶς μέ ἀγάπησες.»
Τήν ἀγάπησα ὡς ἐμαυτόν, τῆς ἐπέβαλα ὅρους πού πρῶτος ἐγώ εἶχα ὑποστεῖ.
Ὄχι, ἀναφωνῶ τώρα, ὅπως ὁ ἥρωας τοῦ Ὑπογείου πού κραύγαζε: δέν εἶναι καλό νά γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν ἑαυτό του.
Ἐγώ δακρύζω καί ὁμολογῶ, ὄχι μήν ἀγαπᾶς τόν πλησίον ὡς σευατόν. Βρίσκεται μεγάλος κίνδυνος σέ μιά τέτοια ἀγάπη.
Τό ἐλάχιστο σᾶς εἶπα ἀπό ὅ,τι συνεβη σέ αὐτόν τόν δεσμό, γιατί ἄν μιλοῦσα, θά ἔπρεπε νά γεμίσω ἕναν ὁλόκληρο τόμο. Καί ἐπειδή δέν ἔχω τό ντοστογιεφσκικό μέγεθος σταματῶ, γιατί εἶμαι ἕνα μηδενικό. Καί ὡς μηδενικό μόνον μέ ἄλλον ἀριθμό μαζί ἀποκτῶ θετική ὑπόσταση. Καί ἔξω ἀπό τό δωμάτιό μου εἶναι Χριστούγεννα κι ἐγώ μένω σάν στρείδι προσκολλημένος σέ ἔνα ἀπόγευμα, ὅπου τά πάντα κοινιορτοποιήθηκαν. Καί δέν τά διέλυσε ὁ θάνατος, ἀλλά ὁ χωρισμός πού εἶναι μιά μορφή θανάτου.
Τελειώνω, ἀγαπητοί μου ἄγνωστοι, μέ ἕνα ἐρώτημα πού αἰφνιδίως ξεφύτρωσε ἀπό τό μυαλό μου: τόν ἀγαποῦσα ἄραγε τόν ἑαυτό μου;
Δέν δύναμαι νά ἀπαντήσω, γιατί φθάνω στόν χῶρο τῆς γνωσιολογίας καί μπερδεύομαι. Ἐγώ ὡς ἠθικός ἄνθρωπος μόνον μέ θέματα ἤθους καί ἠθικῆς μπορῶ νά ἀσχοληθῶ, ἔστω καί ἀνεπιτυχῶς.  Σταματῶ ὅμως γιατί, καθώς σᾶς εἶπα, σιχαίνομαι τίς ἐκμηστηρεύσεις. ΚΙ ἄν πέσει στά χέρια σας αὐτό τό κείμενο πού δέν θά σχίσω, γιατί εἶμαι σάν τόν δολοφόνο πού ἀφήνει πάντα κάποιο ἴχνος, πετάξτε το παρακαλῶ, μή τό διαβάσετε, δέν ὠφελεῖ σέ τίποτα πλέον...

Μία ἐξήγηση: ἀνακάλυψα τό κείμενο στίς ἄκοπες σελίδες ἑνός μυθιστορήματος πού ἀγόρασα ἀπό κάποιο παλιαοπωλεῖο.

27 Δεκεμβρίου 1992  Ἑλένη Λαδιᾶ

 Ἀπό τήν συλλογή «ὁ Ἔτυμος Λόγος» ἐκδόσεις Ἁρμός 1998

Τα κολάζ, είναι έργα της συγγραφέως.