Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

Ελένης Λαδιά «Η Χάρις», μυθιστόρημα – κριτική από την Νατάσα Κεσμέτη

Ανάμεσα στα πολλά, ενδιαφέροντα και σοβαρά ερωτήματα που στις πυκνές διακόσιες σελίδες του θέτει το μυθιστόρημα της Ελένης Λαδιά «Η Χάρις» σημαντική θέση κατέχει το ακόλουθο: Ποιος είναι ο συγγραφέας του κειμένου, του μυθιστορήματος εν προκειμένω; Ή για να το πω με τα λόγια της κεντρικής ηρωίδας: Ποιος άραγε από τους δυο τους να ήταν ο δημιουργός; Αυτή, η ηρωίδα της παράφορης έμπνευσης του, ή εκείνος, το άλλοθι της επιθυμίας της;
     Ξεκινώντας έτσι την προσέγγισή μου θέλω ευθύς εξαρχής να τονίσω το εξής: Σε μια εποχή κυρίαρχης πεζογραφικής υποθήκευσης της γραφής στο λεγόμενο «στόρυ», παρά την ευφυή δράση του τελευταίου εντός των ορίων μιας δουλεμένης αρχιτεκτονικής, «η Χάρις» της Λαδιά τολμά να στοχάζεται ρωμαλέα. Για την ακρίβεια ξαναπιάνει το νήμα και συνεχίζει παλαιές συζητήσεις, ανεξάντλητες ως φαίνεται, πάνω στα πρώτα και ουσιώδη πράγματα της τέχνης της συγγραφής και ταυτόχρονα της ζωής όπως διαπλέκεται μέσα από τις ανθρώπινες ιστορίες και τις ποικίλες γλώσσες με τις οποίες εκφέρονται και εκπληρώνονται (ή δεν εκπληρώνονται) οι ιστορίες αυτές. Ο όρος «αλληλοπεριχώρηση», λέξη-κλειδί για την σύνολη μυθιστορηματική σύλληψη της «Χάριτος» και συγκεκριμένη, βεβαίως, τριαδολογική έννοια, κυριαρχεί στις ποικίλες θεολογικές και εκκλησιολογικές αναφορές της Ε. Λαδιά σε δύο από τις οποίες θα σταθώ.
     Η μία αφορά στο όνομα του οικήματος (όπου συστεγάζονται οι επτά μοιραίες ιστορίες μαζί με το θίασο των εννέα ηρώων), το οποίο και προικοδοτεί το βιβλίο με τον τίτλο του. Το οίκημα αυτό, μυστηριώδες, δαιδαλώδες και φιλόσοφον, ξενοδοχεί ανάμεσα στους άλλους ενοίκους του κι ένα δολοφονημένο παιδί. Όχι ένα οποιοδήποτε παιδί αλλά ένα αληθινό Puer Mirabilis, η παρουσία ή πιο σωστά απουσία του οποίου στοιχειώνει μαζί με το όνομα του – Χάρις – τον χώρο, ωσότου, μετά  από μια καθαρτήρια φωτιά που πυρπολεί το οίκημα, εμφανίζεται και το ίδιο, τουλάχιστον σ’ όσους μπορούν να το αγαπούν ή να το πιστεύουν. Η άλλη αναφορά σχετίζεται με την αμοιβαία και δημόσια εξομολόγηση των παθών και των εγκλημάτων των ηρώων, που θυμίζει το πάθος και την ένταση των Ρώσων της εποχής του Αγίου Ιωάννη της Κροστάνδης. Αλλά με τούτα δεν θα πρέπει να παραπλανηθεί ο αναγνώστης. Η Λαδιά πατάει επίσης γερά στην Ελληνική Σκέψη και Γραμματεία. Δεν την γνωρίζει μόνο καλά, είναι φανερό πως μεθάει μ’ αυτήν όπως και οι περισσότεροι ήρωές της. Αυτά τα πλάσματα που (παρά την πλούσια τυπολογία τους) παραμένουν περισσότερο εκδιπλώσεις ψυχικών οντοτήτων και λιγότερο συγκεκριμένοι χαρακτήρες. Άλλωστε και η κεντρική ηρωίδα αυτό ακριβώς κάποια στιγμή αναρωτιέται, μήπως δηλαδή ζει και η ίδια σε μια ιστορία αρχετύπων. Οφείλω πάντως να προσθέσω πως όσο αυτονομημένα κι αν εμφανίζονται τα πρόσωπα, κατά βάση αντικρίζονται μέσα από εκείνην, την εξαιρετικά ευέλικτη διανοητική λειτουργία, την ταχεία και ικανή ως προς την διατύπωση απόψεων, επιχειρημάτων, κατηγοριοποιήσεων και διαφωνιών. Κι είναι μόνο στην οξεία κλιμάκωση του δράματος, δηλαδή στις τελευταίες εικοσιπέντε σελίδες, όταν στο προσκήνιο της «Χάριτος» επιτέλους φθάνει ο έβδομος ένοικος, που οι υπόλοιποι ζωντανεύουν όσο ποτέ πριν, βγαίνοντας από τον εγκλωβισμό τους στο άχρονο μιας τοιχογραφίας και αποκτώντας για τον αναγνώστη τη ζεστασιά και την αμεσότητα των φυσικών προσώπων. Αξίζει επιπλέον να μνημονευθούν τα πολλαπλά ζεύγη αντιθέτων που σχηματίζουν οι επτά ήρωες μεταξύ τους, αλλά και μεταξύ των φασματικών συντρόφων της μνήμης και της ψυχής τους, αλληλοσπαραζόμενοι και αλληλοχρησιμοποιούμενοι. Νομίζω πως πρέπει να σημειωθεί ότι ανάμεσά τους αυτός που όχι απλά βασανίζεται με το πρόβλημα του κακού, αλλά κυριολεκτικά πειράσκεται και ενδίδει είναι ο Χάρτινος Άνθρωπος όπως τον αποκαλεί το κείμενο, ο άνθρωπος προφανώς της διανόησης στον εικοστό αιώνα. Η άντληση εδώ από Ντοστογιεβσκικές δαιμονισμένες παρακαταθήκες είναι σαφής. Και τούτο ακριβώς μας φέρνει στην διαπίστωση πως οι ήρωες προβάλλονται έντονα στην πνευματική τους διάσταση. Ακόμα και η ιερόδουλη του θιάσου έχει μια ιδιαίτερη γλώσσα, αφού ορίζει τον εαυτό της όχι ως πόρνη αλλά ως πολύανδρη. Η συνέπεια είναι το δράμα, ως σύγχρονη αλληγορία της δράσης της Θείας Χάριτος στον πυρήνα της ύπαρξής μας, να παίζεται ουσιαστικά πέρα κι από το ψυχολογικό επίπεδο: στη σφαίρα του πνευματικού αγώνα. Εκεί όπου οι άνθρωποι εντέλει είτε συνεργούν με τη Χάρη του Θεού είτε αδιαφορούν και την αποποιούνται. Στο πανδοχείο της Λαδιά πάντως εξέχουσα θέση κατέχει η Ηρακλείτια αντίληψη ενός κόσμου που νομοτελειακά βαίνει προς την εκπύρωσή του. Ωστόσο ίσως θα χρειαζόταν ένα είδος επιμυθίου, όπου πιθανόν θα λυνόταν ένα θεολογικό αλλά και γλωσσικό πρόβλημα ή αίνιγμα της «Χάριτος». Εννοώ πως είναι αδύνατο να αλληλοπεριχωρήσει κανείς (όπως λέει μια από τις ηρωίδες και όπως αποδίδεται ο όρος στον διάλογο του Λουκιανού), αλλά μόνο να αλληλοπεριχωρηθεί. Γιατί αφ’ εαυτής η αλληλοπεριχώρηση είναι μια υπόθεση διαστολής, δηλαδή πληθυντικού αριθμού και παθητικής φωνής.


ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ Περιοδικό Ευθύνη, τ. 349, Ιανουάριος 2001

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

Ο ποταμός και η θάλασσα, ο Νείλος κι οι Κυκλάδες


Σε είδα σ' έναν πολυσύχναστο δρόμο του Καΐρου, το καταμεσήμερο. Ο ήλιος ζεμάταγε, ζέστη αφόρητη, θόρυβοι, αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν με την πρωτοβουλία των οδηγών, οι οποίοι παραγκώνιζαν τους αμήχανους τροχονόμους, κορναρίσματα, άνθρωποι συνωστίζονταν κι οι φωνές τους πνίγονταν από το βουητό, ενώ κατά μήκος της πόλης απλωνόταν ο Νείλος, ποτάμιος θεός, νωχελικός, μεγαλόπρεπος και πλατύς.

Τον παρατηρούσα μέσα από το αυτοκίνητο που πήγαινε σημειωτόν κι αισθανόμουν χελώνα φορτωμένη το όστρακό της, κοιτούσα και θαύμαζα τον ποταμό με φιλοσοφική απορία. Κυλούσε παραπλεύρως, μόνος και αυτάρκης, μακριά από το πολύβουο και παρδαλόχρωμο πλήθος, το αφημένο στην παντοδυναμία της μοίρας. Το νερό του δρόσιζε την όραση, αλλά δεν άγγιζε το σώμα, το καταϊδρωμένο από την πνιγηρή ζέστη. Σε κάποιο φανάρι του δρόμου το αυτοκίνητο καθυστέρησε αρκετά κι εγώ κοιτούσα μια το Νείλο και μια το πλήθος, ώσπου σε είδα. Πρώτα τρόμαξα και μετά κυριολεκτικά σχίστηκε η καρδιά μου. Καθόσουν, ή μάλλον κάποιοι σε απίθωσαν εκεί σαν παρατημένη, σπασμένη στάμνα, γιατί το σώμα σου ήταν λειψό, δεν υπήρχε από τη μέση και κάτω. Είδα μισό κορμί, το μελαχρινό πρόσωπο ενός μεσήλικα και δυο χέρια να υψώνονται στον ουρανό κι αμέσως να απλώνονται προς τους περαστικούς σε στάση επαιτείας. Φώναζες ή παρακαλούσες στην ακαταλαβίστικη για μένα γλώσσα σου.

Ο Νείλος πίσω σου κυλούσε αργά, αδιάφορος για την ύπαρξή σου. Ομολογώ πως δεν ήθελα να σε βλέπω, το θέαμα με γέμιζε τρόμο ή πόνο, όμως φοβάμαι πως ήταν το πρώτο. Ωστόσο σε κοιτούσα συνεχώς, μέχρι που το αυτοκίνητο έφυγε με το πράσινο φανάρι. Απομακρύνθηκα μεταφέροντάς σε στη μνήμη μου. Η εικόνα σου καρφώθηκε στο μυαλό μου, σκεφτόμουν πως, μολονότι είχες μείνει μισός, θα είχες τους καημούς και τις επιθυμίες όλων των ανθρώπων, απαράλλακτα τις ίδιες κι ίσως πιο έντονες. Ποιος σε απίθωσε εκεί, καταμεσής του πολυσύχναστου και βρώμικου δρόμου, πεταμένου σαν σκουπίδι, πώς θα έφευγες αν σε έκαιγε ο ήλιος, αν σ' έπιανε κάποια βιολογική σου ανάγκη; Όχι, δεν έκανα τις γνωστές σκέψεις, γιατί να βρει το δυστύχημα εσένα, γιατί δεν έχεις μια περίθαλψη στην τρομερή σου κατάντια, γιατί αυτή η ατράνταχτη απόδειξη του κακού στον ομφαλό του δρόμου, γιατί, γιατί... ούτε επικαλέστηκα λύσεις φιλοσοφικές ή εξηγήσεις θρησκευμάτων. Η αλήθεια δε χωρούσε σοφιστείες. Ήσουν εκεί, έρμαιο των φυσικών στοιχείων, ανάπηρος, απολειφάδι ανθρώπου, με πρόσωπο σκουρόχρωμο, μάτια βαθιά και μουστάκι. Ναι, είχες και μουστάκι. Ένα ερώτημα όμως με ταλανίζει: γιατί πρώτα φοβήθηκα; γιατί ήθελα να κλείσω τα μάτια στο θέαμά σου, άσχετα αν δεν τον έκανα;

Ο Νείλος, πολύχρονος και σοφός, αδιαφορούσε προνοώντας για τα πάντα. Τρέφει κι εσένα για να στέκεις, στάμνα αφημένη, και να ζητιανεύεις.
Σε έσερνα στη μνήμη μου, στις συζητήσεις με τους ανθρώπους, μόνη στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, στη Σακάρα με τους μασταμπάδες, ήσουν κοντά μου όταν στεκόμουν μικρή κι ασήμαντη μπροστά στη Σφίγγα. Ήρθες μαζί μου στην ελληνοαιγυπτιακή συντροφιά, και σ' αναζήτησα στο ίδιο μέρος τα μεσάνυχτα, όταν το Κάιρο ήταν άδειο, απλόχωρο, ξεδιπλωμένο στη φωτισμένη του αρχοντιά, κι ο Νείλος στο πλάι του σκοτεινός, υδάτινη νύχτα, αλλά δε σε βρήκα, θα σε είχαν πάρει από εκεί για να σε ξαναπάνε την επόμενη ημέρα, σήμα και πρόκληση για τα αισθήματα και την ελεημοσύνη.
Σιγά - σιγά δε φοβόμουν το θέαμα, η μνήμη μου συνήθισε. Ο τρόμος υποχωρούσε μπροστά στον πόνο που άνοιγε τα μονοπάτια της αναγνώρισης. Ήσουν ο πατέρας μου, λειψός σαν να ήταν το μισό σου κορμί χωμένο στη γη, υπέφερες και ήσουν το αίμα μου, φορτωμένος με μια αναπηρία που επαναλαμβανόταν σαν «ζωνταυγή», πληγή ανοιχτή για εκατομμύρια χρόνια. Μας σφιχτόδενε η συγγένεια αλλά γιατί, Πατέρα, φοβήθηκα την κατάντια σου, έλεγα και ξανάλεγα μέσα στη νύχτα, δάκρυζα, κι ο ποταμός δίπλα μου δεν απαντούσε. Σε γύρευα στο Κάιρο νύχτα και μέρα, γιατί ήσουν ο αδελφός μου, γεννημένος από την ίδια μ' εμένα κοιλιά. Αδερφέ μου, ρωτούσα και η απορία επέστρεφε, ποια μοίρα σε άφησε σε μια ζωή που δίνεται μονάχα μια φορά; Όχι δε σε λησμόνησα, κι ούτε πρόκειται αυτό να συμβεί. Έφυγα από τη χώρα του ποταμού βαθιά λαβωμένη, γιατί σε είδα πεταμένο, σαν άχρηστη στάμνα, καταμεσής του πολυσύχναστου δρόμου.

Βρέθηκα στις Κυκλάδες, πουλιά κατάλευκα που ράμφιζαν το πυκνό γαλάζιο. Η λευκότητα της ατμόσφαιρας θάμπωνε την όραση, αλλά όχι τη μνήμη. Το θέαμα με κύκλωνε, αναδυόταν η λειψή σου φιγούρα, καθρεφτιζόταν στη γαλάζια υδάτινη ομορφιά, φαίνονταν όλοι οι αρμοί σου στην καθαριότητα, αδερφέ μου.
Στο πλοιάριο για τη Δήλο, τη στιγμή που ταρακουνηθήκαμε από τη μικροφουρτούνα, μια κοπέλα βούλιαξε στην αγκαλιά του αγαπημένου της. Τότε σε ξαναείδα παρατημένο στο έδαφος, αδύναμο ακόμη και να συρθείς σαν ερπετό. Ήσουν καταδικασμένος να στέκεις ακίνητος και μονάχα να κουνάς τα χέρια. Χέρια που αιφνιδίως έγιναν μεγάλες φτερούγες, γύψινες, όμως, αφού δεν μπορούσαν να αυτονομηθούν από το άρρωστο κορμί. Ναι, ήμουν σίγουρη ότι σε αναγνώρισα. Ήσουν ο αγαπημένος μου, παλικάρι κάποτε με υγεία, κολυμπούσες και, όπως αναδυόσουν από τη θάλασσα, μελαψός και στιλπνός σαν χάλκινο άγαλμα, εγώ σε χειροκροτούσα από την ακτή. Ύστερα φαγώθηκε το μισό σου κορμί, παρέμειναν όμως τα ίδια μάτια και το μουστάκι. Δε θα σε ξεχάσω, όσες μεταμορφώσεις κι αν υποστείς, ακόμη κι αν εξαφανιστείς από το πρόσωπο της Γης και μπεις βαθιά στα σπλάχνα της.
Η θάλασσα γύρω μου απέραντη, λευκά τα κύματά της και κατάλευκες οι Κυκλάδες, στη μέση του χορού η ιερή Δήλος, περπατούσα στα αρχαία ερείπια, με φυσούσε αύρα θαλασσινή και θυμόμουν το ερειπωμένο σου σώμα.

Στο φως του νησιού, που στο αρχαίο του παρελθόν έγινε χρυσαφένιο, η μορφή σου γιγαντώθηκε, δέσποζε του Νείλου και των Κυκλάδων. Κι όμως ο ποταμός μένει βουβός στο μαρτύριό σου, αλλά σε τρέφει, σε ποτίζει, σε καθαίρει και σε ζωογονεί, όπως και η θάλασσα, παιδί μου.
Δε σε ξαναβρήκα, αγόρι μου, ούτε στον ποταμό ούτε στη θάλασσα, δε σε ξαναείδα κι ας έγινες γίγαντας, θρεμμένος εκατομμύρια χρόνια με πόνο και αναπηρία. Τώρα δε φοβάμαι τον τρόμο μου, το ήξερα πως δεν τρομάζει ο θάνατος. Τρομάζει ο τρόπος του θανάτου και τρόμος είναι ο τρόπος του θανάτου, γιε μου.

Παίρνω τη φιγούρα σου από το πεζοδρόμιο του Καΐρου, ένα κεφάλι μεσήλικα, μαύρα βαθιά μάτια και μουστάκι, κι εκείνα τα χέρια σου, αχ, πώς σηκώνονταν στον ουρανό και πώς απλώνονταν στους περαστικούς, φτωχέ μου επαίτη, άρρωστο τέκνο της γης και τους αστέρινου ουρανού*.
Σου μιλώ και σε μεταφέρω στη μνήμη μου, πάντα μαζί μου είσαι από εκείνο το ζεστό αιγυπτιακό μεσημέρι. Το παρελθόν, παρόν και μέλλον μου γέμισαν από σένα, ήμουν αμέριμνη προτού σε δω, όχι δε φανταζόμουν πως θα υπήρχες έτσι, με μισό σώμα, ακουμπισμένο στο βρώμικο έδαφος και γύρω σου φωνές, θόρυβοι και ζέστη αφόρητη. Ζούσες όμως, αγωνιούσες και ήλπιζες. Άπλωνες τα χέρια για να τραφείς.

Φοβάται το θάνατο, γλυκέ μου φίλε, φοβόμαστε όλοι και πολλαπλασιαζόμαστε, φιγούρες χωρίς πόδια και χέρια, χωρίς λαλιά και ακοή, και παρακεί τα ποτάμια κι οι θάλασσες, υδάτινες αγκαλιές, υδάτινες ζωές και νερό, άφθονο νερό για την έρημο. Θα ήθελα να σε ξαναβρώ, να σε ρωτήσω, ίσως σοφός και ανάπηρος να ξέρεις: είναι αλήθεια πως οι ποταμοί κι οι θάλασσες έγιναν από τα δάκρυα των ανθρώπων;


* Πρόκειται για τον ορφικό στίχο «Γης παις ειμί και Ουρανού αστερεύοντος».


Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

"Το χρυσό έλασμα", κριτική της Χρυσούλας Αγκυναροπούλου για το μυθιστόρημα της Ελένης Λαδιά "Οι Θεές"

          


                                                                                                     Κεῖσαι δὴ χρυσέαν ὑπό παστάδα τὰν Ἀφροδίτας,
                                                                                                               βότρυ, Διονύσου πληθόμενος σταγόνι,
                                                                                                      οὐδ΄ ἔτι τοι μάτηρ ἐρατόν περὶ κλῆμα βαλοῠσα
                                                                                                             φύσει ὑπέρ κρατός νεκτάρεον πέταλον[1]
                     
                                                                                                                     ΜΟΙΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
1. Νεκτάρεον πέταλον

   Στο πρόσφατο έργο της Ελένης Λαδιάς Οι Θεές[2] η συγκλονιστική πρώτη εικόνα του δημιουργού, ο οποίος ξαπλώνει στο χωράφι για να γεννήσει τη νεκρή μητέρα του, προαναγγέλλει και σηματοδοτεί όλες εκείνες τις αναμενόμενες μεταμοσχεύσεις που επιχειρεί ο νους προκειμένου να διαφυλάξει τον Έρωτα, στις μυστικές περιοχές που αιματώνονται επαρκώς από το πάθος και την ομορφιά. Ακόμη κι αν πλησιάζουν με σφοδρότητα «σαν αποδημητικά πουλιά, σκόρπιες και τεμαχισμένες», η συγγραφέας γνωρίζει, όπως και άλλες προκάτοχοι της, τον μηχανισμό του αισθήματος, σε σημείο να καταγράφει κάθε λεπτή του δόνηση, κάθε κλυδωνισμό, ενίοτε ακάλεστοι -αμφότεροι -στις επιταγές του τυχαίου.
   Σ΄αυτό το πλαίσιο, Οι Θεές, χωρίζονται σ’ ένα τρίπτυχο όπου οι μαρτυρίες, πολυπλάνητες, με τον τρόπο της Αράχνης, υφαίνουν την δική τους αφήγηση, προσυπογράφοντας την επωδό του τέλους. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται η ιστορία μιας οικογένειας η οποία φεύγει από την επαρχία για να εγκατασταθεί στην Αθήνα όπου τα μέλη της θα βιώσουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα, η εσωτερική μετανάστευση, οι πόλεμοι και οι αλλαγές στην κυβέρνηση λειτουργούν ως καταπέλτες στην δυσοίωνη ζωή των ανθρώπων που συνοδεύουν την οικογένεια. Ακολουθεί, -το δεύτερο μέρος- η αφήγηση της ‘Ελλης, μετά τον θάνατο της μητέρας της. Εδώ παρακολουθούμε την συγγραφέα να τεντώνει τα νήματα προς δύο κατευθύνσεις, σαν να κλίνει το μάτι στον ανελέητο βασιλιά. Συνεπώς, εκτινάσσει τον βίο της μητέρας της στον ουρανό. Φέρει τους κρότους του στέρνου, την παλινδρόμηση των αναμνήσεων, το βλέμμα του αποχαιρετισμού.
   Στο τρίτο μέρος τα μυθολογικά στοιχεία καθώς και οι πολυποίκιλες αναφορές στην Αρχαιότητα εδραιώνουν ακόμη περισσότερο την αφηγηματικότητα. ‘Εθιμα, παραμύθια, δοξασίες, συνθέτουν την κεντρική άρια της ιστορίας. Όπως ακριβώς το φωνάζει η Τσβετάγιεβα: «για μένα εκεί ψηλά τα πάντα διηγούνται»[3], με φως και μ’ άβυσσο.

2. Τα κτερίσματα

   Τόσο η πλοκή -σε διαρκές κρεσέντο- όσο και ο εξαίσιος, λυγμικός σχεδόν, χρόνος του βιβλίου, ορίζουν εξαρχής τις συντεταγμένες του εγχειρήματος. Περσεφόνη-Άδης-Δήμητρα, Αρετή-Θάνατος-‘Ελλη, Βλέμμα-Μυθιστόρημα-Αποχωρισμός. Η Ελένη Λαδιά, σμιλεύει με την γνωστή της ιδιοτυπία, την μορφή που επιθυμεί να δώσει στο έργο της. Είναι ταυτόχρονα η αισχυλική κόρη με τις χοές επάνω στο μνήμα του αγαπημένου προσώπου, η Αρετή στο Τραγούδι του νεκρού αδελφού, ο αιώνιος γράφων που μπήγει την πένα του στον πάπυρο της απώλειας, αναποδογυρίζοντας με σφοδρότητα το ακριβό του περιεχόμενο. Ένα το κτέρισμα-κρατούμενο.
   «Το έλεγαν οι Μπάμπες». Αυτή η αριστοτεχνική ιδέα (και πραγμάτωση), εντός του μυθιστορήματος, αποτελεί την ύψιστη προσφορά προς το θείο. Γι’ αυτό και η αξία του συγκεκριμένου μυθιστορήματος έγκειται στο γεγονός ότι αλλάζει πλευρικά τη θέση οπτικής γωνίας από το γεγονός. Η κατά T.S. Eliot[4] παράδοση, ενσκήπτει δικαίως στις προτάσεις της Ε. Λαδιά. Στην ζυγαριά του συγγραφικού της έργου, μία ακριβής αντιπαραβολή εξισώνει τον θάνατο με το κάλλος, τον νάρκισσο με την επάνοδο στον Πάνω Κόσμο, τον σπαραγμό με τον θρίαμβο της αγάπης. Ακολουθώντας τα ίχνη του Σιμωνίδη του Κείου
                                                Τὶς ἂδε; -Βάκχα.- Τὶς δὲ νυν ξέσε; -Σκόπας
                                               -Τὶς δ’ ἐξέμηνε, Βάκχος ἢ Σκόπας; - Σκόπας[5]
εναποθέτει στην κλίνη της Αρετής το χρυσό έλασμα του τίτλου από το άρτι εκδοθέν σύγγραμμα, ως αντίτιμο στον ψυχοπομπό των λέξεων.

3. «Ας την δούνε κοιμισμένη»

   Και φτάνει η ώρα της ανταλλαγής των «ομήρων». Στο κάλεσμα του θεού, η συγγραφέας σπεύδει στα σύνορα του λόγου. Εκεί, αν και θα ήθελε να φορέσει το γοργώνειο και να τον πετρώσει, κρατά από το χέρι τη νεκρή μητέρα της με την μεγαλοπρέπεια του κληροδόχου. Το ανεπιθύμητο κόψιμο του νάρκισσου[6] καθιστά την Περσεφόνη Δήμητρα. Η ηχώ του βότσαλου στην επιφάνεια των συναισθημάτων επιδεικνύει τους κύκλους της. Στο εξής, στον Πάνω Κόσμο, διαμένει η Δήμητρα με το όνειρο, η συγγραφέας με τους αναγνώστες, ενώ στον Κάτω Κόσμο η Περσεφόνη κοιμάται με την ηδεία ανάμνηση της Δήμητρας, η ομορφιά με την αναμονή της νέας συνάντησης. Πού θ’ ανταμώσουν Οι Θεές;  
    Η Ελένη Λαδιά, στα όρια μιας αναπάντεχης κρυπτικότητας, εγείρει ένα εκπληκτικό μνημείο λόγου. Maestius lacrimis Simonideis[7], γράφει ο Κάτουλλος. Ο Λόγος, αν και φαινομενικά αδύναμος ενώπιον του ‘Αδη, σκουπίζοντας τα δάκρυα του αποχωρισμού από τις παρειές, ανταποδίδει το χτύπημα στον Θάνατο. Η πρόποση της Μαρώς «στις Θεές» μας μεταφέρει πάνω από το ποτήρι της Ε. Λ. Έχοντας πιει απ’ την ψυχή της, την ακούμε να ψιθυρίζει λόγια ακατάληπτα, χάδια που μόλις αγγίζουν τα λευκά μαλλιά της Αρετής, εικόνες που λάμνουν εν τη Αχερουσία των ονείρων της. Παρενοχλώνοντας συνεχώς τον σύζυγο της Περσεφόνης, υπό μορφή άτακτου ‘Ερωτα: με το ‘Αρρητο.

Χ. Α.
Περιοδικό Νέα Ευθύνη, τεύχος 30, Σεπτέμβριος 2015, σσ. 506-507




[1]      Βρίσκεσαι κάτω από τούτη τη χρυσή στοά
   της Αφροδίτης, σταφύλι γεμάτο απ’ του Διονύσου τον χυμό
            η μάνα σου δεν θα σε αγκαλιάζει πια
   με τις λατρευτές κληματόβεργές της, ούτε θ’ απλώνει
      πάνω απ’ το κεφάλι σου το γλυκό σαν νέκταρ φύλλο.
   Ανθολογία Ελληνική, τρίτος τόμος, Βιβλίον ς΄: Αναθηματικά επιγράμματα, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 2003, σ. 165.

[2]    Ελένη Λαδιά, Οι Θεές, εκδ. Εστία, Αθήνα 2015.

[3]    Γιώργος Κοροπούλης, Αισθηματικές ιστορίες, Μαρίνα Τσβετάγιεβα: Το Ποίημα του Βουνού και άλλα ποιήματα, μεταγραφή Άννα Μπακάλη, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2004, σ. 11.
[4] [Κανένας ποιητής, κανένας καλλιτέχνης οποιασδήποτε τέχνης, δεν κατέχει το ολοκληρωτικό νόημα μόνος του. Η σημασία του, η εκτίμησή του είναι η εκτίμηση της σχέσης του με τους νεκρούς ποιητές και καλλιτέχνες. Δεν μπορείς να τον αξιοποιήσεις μόνο του, πρέπει να τον εντάξεις, αντιθετικά και συγκριτικά, μεταξύ του θανάτου], T. S. Eliot, «Tradition and the Individual Talent», Frank Kermode, ed. T. S. Eliot, Selected Poems, Orlando, Florida, Harcourt Brace Jovanovici, 1975, p. 38, first published in the Egoist, September and December, 1919.

[5]  - Ποια είναι αυτή; Η Βάκχη. Ποιος τη σκάλισε;
      - Ο Σκόπας.
      - Η μανία της μορφής της είναι του Bάκχου ή του Σκόπα;
      - Του Σκόπα.
Στο βιβλίο Αρχαίοι Έλληνες Λυρικοί, μτφρ. Κώστας Τοπούζης, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1997, σ. 63.

[6]   Ομηρικοί Ύμνοι, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Δ. Π. Παπαδίτσας, Ελένη Λαδιά, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 4η έκδοση, Αθήνα 2006, σ. 13.

[7]  (πιο θλιμμένα κι απ’ τα δάκρυα του Σιμωνίδη) Κάτουλλου 26 ποιήματα, μτφρ. Νίκος Σπάνιας, εκδ. Νικολαΐδη, Θεσσσαλονίκη 1974, σ. 24.