Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Στα ρουμανικά η «Αποσπασματική σχέση»




Με ένα μυθιστόρημα της καταξιωμένης Ελληνίδας πεζογράφου Ελένης Λαδιά εμπλουτίζεται η σειρά «Βιβλιοθήκη Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του ρουμανικού εκδοτικού οίκου «Omonia». 
Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Αποσπασματική σχέση», που κυκλοφόρησε στα ρουμανικά, σε μετάφραση του Claudiu Sfirschi-Laudat. Μέσα από τις 221 σελίδες του βιβλίου αναδεικνύεται η επιστολογραφία μιας γυναίκας η οποία, μέσω της συγγραφικής της τέχνης, πασχίζει να ανασυνθέσει αναδρομικά μια σχέση φιλίας και αγάπης, που ποτέ δεν βιώθηκε στην καθημερινότητά της, παραμένοντας ανολοκλήρωτη. 
«Ο παραλήπτης αυτών των νοσταλγικών επιστολών, πάλι μια γυναίκα, γίνεται η ηρωίδα με πολλαπλά ονόματα ενός μυθιστορήματος που αναπτύσσεται μέσω των γραμμάτων που ο επιστολογράφος διαβάζει και συναρμόζει, σαν να ήταν ψηφίδες σκορπισμένες από το πέρασμα του χρόνου. Η Τέχνη και η Ζωή δίνουν μια γιγαντομαχία σ? αυτό το βιβλίο, μάχη που αναδεικνύεται δημιουργική και οριστική για τη μορφή και το περιεχόμενο αυτής της συγγραφής» δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, από το Βουκουρέστι η Έλενα Λάζαρ, ιδρύτρια και του «Omonia», που ιδρύθηκε πριν από 23 χρόνια, και είναι ο μόνος οίκος με αποκλειστικό σκοπό την προβολή του ελληνικού πολιτισμού στη φιλελληνική Ρουμανία, όπως θα σημειώνει η ίδια. Αξίζει να αναφερθεί, ότι από τις έως τώρα 135 εκδόσεις του οίκου, περίπου 50 τίτλοι είναι μεταφράσεις σημαντικών έργων νεοελληνικής λογοτεχνίας, που αποτελούν τα δύο τρίτα από το σύνολο των μεταφράσεων ελληνικών έργων που έγιναν στη Ρουμανία τα τελευταία 25 χρόνια.

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ 

Άλλα δημοσιεύματα ΕΔΩ 

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ κείμενο της Ελένης Λαδιά από το diastixo.gr

Είναι πλέον γεγονός πως όσο περισσότερη συμπύκνωση έχει μία ποιητική πρόταση, τόσο μεγαλύτερη και περιέχουσα έννοια διαθέτει.
Χθες την νύχτα, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, κατά τις τέσσερις, ξαναδιάβασα το μικρό και εύχυμο βιβλίο του Ελύτη με τον τίτλο, 2Χ7 ε, όπου επεσήμανα μία θαυμάσια ποιητική πρόταση: «Η οπτική του ήχου». Ο ποιητής γράφει για το τελικό ν και αναφέρεται στις επιγραφές εταιρειών, ιδρυμάτων και καταστημάτων: ΦαρμακείΟ, καφενείΟ, ΑιματολογικΟ Κέντρο, ΠαιδαγωγικΟ ΙνστιτούτΟ. Και πιο κάτω συμπεραίνει: «Κανένας Ηρώδης δεν θα τολμούσε να διατάξει τέτοια γενοκτονία όπως αυτή του τελικού ν• εκτός κι αν του 'λειπε η οπτική του ήχου».
Αυτή η ποιητική πρόταση περικλείει την ομορφιά, που απολαμβάνουν τα μάτια και τα αυτιά, όταν εκπηγάζει από την σωστή ορθογραφία. Και με αυτή την πρόταση μπόρεσα να εξηγήσω τον λόγο για τον οποίον μαγεύονται οι εγγράμματοι αλλοδαποί, όταν ακούν την αρχαία ή απλώς την καθαρεύουσα, χωρίς να καταλαβαίνουν την γλώσσα, ή ακόμη και οι Έλληνες όταν διαβάζουν ένα τμήμα ομηρικής ραψωδίας χωρίς να κατανοούν το περιεχόμενό της. Οι φιλόλογοι και οι φιλολογίζοντες «που», καθώς γράφει πιο κάτω ο ποιητής, «χάρη στον ευφωνικό στραβισμό τους εκλαμβάνουν τον εαυτό τους για προοδευτικό», μας καταστρέφουν ακριβώς αυτή την ομορφιά, την ποιητική του ήχου. Έτσι μεταφράζονται και κομματιάζονται λέξεις που είναι και στα νεοελληνικά κατανοητές με περιφράσεις, όπως δολοπλόκος, αυτός που πλέκει δόλους ή λυσιμελής, ποικιλόθρονος κ. ά. 'Η ακόμη τρομαγμένοι ακούμε από τα ΜΜΕ να διαφημίζεται η «Ευριπίδη Ηλέκτρα» όπου εδώ καταστρέφεται η θαυμάσια γενική του ενικού των αρχαιοελληνικών ονομάτων (Ηρακλέους, Σοφοκλέους κ.ά) καθώς και το άρθρο, του οποίου η έλλειψη μας αναγκάζει να μιλούμε, όπως οι μετανάστες.
Οι λέξεις είναι ζωντανές κι όταν κομματιάζονται στο προκρούστειο κρεβάτι λόγω απλότητος, σκοπιμότητος ή τεμπελιάς, πονούν και η γραμμική τους απεικόνιση φανερώνει την αναπηρία τους. Προπαντός να μην λησμονούμε οι Έλληνες το τελικόν ν, και γενικώς το νοήμον ν, όπου χρειάζεται (νοήμον αφού κατά τις επιστημονικές έρευνες οξύνει τον νου μας) διότι οι λέξεις χωρίς το ν μοιάζουν με γάτες χωρίς ουρά.


Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Επικήδειος λόγος για την Μάνια Καραϊτίδη από την Ελένη Λαδιά




 ‘Αγαπημένη, ‘Αγαπημένη μας

Καλό σου ταξίδι στήν ἀντιπέρα ὄχθη

Αύτό τό πικρό κείμενο ἑνός ἐπικηδείου, γιά σένα γίνεται χαρίεν, διότι δέν θά ἀναφερθῶ στά συναισθήματα,--αὐτά εἶναι προσωπικά, μυστικά καί ἀθέατα-ἀλλά στήν προσωπικότητα σου, πού ἦταν σέ ὅλους ὁρατή. Ἀνῆκες στήν προνομιούχα στρατιά τῶν πολύ ἐξαιρετικῶν γυναικῶν, πού ἄφησαν τά ἴχνη τους, ἀκόμη καί σέ σκληρές ἐποχές.
Συνδύαζες τήν παιδικότητα μέ τόν στοχασμό, κι αὐτό φανερωνόταν ἀκόμη καί στήν διακόσμηση τοῦ μαγευτικοῦ σου γραφείου, πού τούς εἵλκυε ὅλους, δικούς σου καί ξένους συγγραφεῖς, δηλαδή ἐκεῖ ἐναρμονίζονταν τά ἄκρως ἀντίθετα, ἡ ἐλαφρότητα τῶν παιδικῶν στολιδιῶν μέ τήν σοβαρότητα τῶν μεγάλων ἔγχρωμων χαρτῶν, πού κρέμονταν στούς τοίχους.
Μόνον ἐσύ εἶχες τήν ἱκανότητα νά ἐπιτυγχάνεις τήν σύζευξη τῶν ἀντιθέσεων, τῆς χαρμολύπης καί τοῦ κλαυσίγελου. Ἤσουν χαρισμένη στόν κόσμο, ὅπως ὅλα τά πολύτιμα στοιχεῖα. Στήν νεότητά σου ἐθελόντρια νοσοκόμα στούς τραυματίες πολέμου, μετά ἡ ἐθελοντική ἐπίσης προσφορά σου στήν βιβλιοθήκη τῆς ΧΕΝ καί τελικῶς στόν μεγάλο ἆθλο, στόν ἐκδοτικό οἶκο, γιά τόν ὁποῖο εἶχες βραβευθεῖ ἀπό ἕλληνες καί ξένους πνευματικούς ἀνθρώπους. Οἱ πρωτοπόρες ἐκδόσεις σου, οἱ καλαίσθητες θά ἐπιζοῦν γιά πολλά ἔτη. Καθημερινά στό καθῆκον σου ὑπηρετοῦσες τό ἔργο σου μέ ἐφόδια τά περίφημα ἑλληνικά σου, τίς ξένες γλῶσσες πού μιλοῦσες παιδιόθεν, τήν αἰσθητική σου ἀντίληψη, τήν ἀπίστευτη γνώση σου, τήν μακροθυμία σου πού βεβαίως συνταραζόταν ἀπό ξεσπάσματα δίκαιου θυμοῦ καί τήν προσφορά σου σέ ὅποιον εἶχε ἀνάγκη. Δυνατή στήν ζωή καί καρτερική στά βάσανα τῆς ἀρρώστειας σου ἐπέτυχες πάλι τήν ἀπόλυτη σύζευξη: ἔφυγες γαλήνια γιά τήν συμπαντική ἀρμονία.

Ἑλένη Λαδιᾶ  4 Ἰουνίου 2014   


Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Αφαία αφανέρωτη – διήγημα της Ελένης Λαδιά


Bριτόμαρτι, σου γράφω συνεχώς, κατάρα μου τα λόγια βγαίνουν και ξαναγυρίζουν βόλια εναντίον μου, γράφω λέξεις που σβήνουν σαν πυροτεχνήματα, γίνονται χρυσόσκονη, διαλύονται, περιίπτανται με μοναδικό σκοπό να σε αναζητήσουν. Bριτόμαρτι, αόρατη και εξαφανισμένη.

Είναι όμως το αόρατο εξαφανισμένο; Το ξέρω, εξαφάνιση δεν υπάρχει, ούτε αόρατο, μόνο για τα δικά μας μάτια ισχύει. Πώς όμως να παρηγορηθώ, αφού με την όρασή μου βλέπω το σύμπαν ατελώς και με χίλιες ρωγμές;

Τώρα βρίσκομαι ενδεής συγγραφεύς να με σαρκάζει η ζωή, δεν δίνεται η άτιμη, δεν προσφέρεται, παίρνει μονάχα τα φτερωτά σου λόγια άχρηστα σκουπίδια για τη χωματερή ή ψεύτικο βάλσαμο για τον αλαφροΐσκιωτο.

Πώς πίστεψα Bριτόμαρτι, «γλυκειά παρθένα», πως αυτή τη φορά έφερνες εσύ τα σημάδια μιας καλής μοίρας, να γευθώ μαζί σου μια θεϊκή σχεδόν καθημερινότητα, να εξανθρωπισθούμε και οι δύο μαζί, περνώντας ο ένας μέσα από το σώμα του άλλου; Kι ύστερα έφυγες. Πού, γιατί, αόρατη, Αφαία.

H οσμή σου διαπότισε την ατμόσφαιρα, σαν σκυλί των επιτυμβίων στηλών σ' αναζητώ. Θα ήθελα να πεθάνω κυνηγώντας σε, να λαβωθώ πάνω στα βράχια να λιώσω ψόφιο πουλί από τον ήλιο και τη θαλασσινή αλμύρα.

Γυρίζω, τριγυρίζω, ξαναγυρίζω στον τόπο της εξαφάνισής σου, γύρω μου βαρύ το καλοκαίρι, άνθρωποι, τραγούδια, οσμές και ξεφωνητά καθημερινότητας. Kάποιος Ανδρέας σερβίρει αναψυκτικά σε μισομαυρισμένους παραθεριστές, μια γυναίκα σκουπίζει τον βρεγμένο της γιό, ένα πλαστικό σωσίβιο - δελφίνι πλέει στα ρηχά και πάνω του καβαλικεμένο το αγόρι, θλιβερή μυθολογική απομίμηση. Kι εγώ μόνος, ασκητής χρόνων, ερωτικός έγινα όταν μου ψιθύρισες το αλησμόνητο ρήμα, και η αφή του σώματός σου χλιαρό, θαλάσσιο ύδωρ, κόρη αιλουροειδής, με ξετρέλλαινε. Mέσα στο κορμί σου εναπόθετα την ψυχή μου, όλα τα έκαιγα στα πυρά σου, βάσανα, δάκρυα, φιλόδοξα σχέδια δημιουργίας, αυτός ο έρωτας μου γνώριζε τον Θεό.

Τι μου απομένει; φορώ τα ψεύτικα φτερά μου προσπαθώντας να γίνω άγγελος, να ξαναβρώ τον παράδεισο μαζί σου. Kαι συναντώ μονάχα λόγια, λέξεις δικές μου, κοινότοπες, φθαρμένες από την ερωτική χρήση αιώνων, μη δυνάμενος να σιωπήσω. Mόνον οι άγιοι σιωπούν και αποκρίνονται με θαύματα. Όπως ο άγιος του νησιού, που χρόνια κοιμάται δίπλα στο πεύκο που φύτεψε και αγκάλιαζε με περιπάθεια στην άγρια μοναξιά του. Του ζήτησα ένα θαύμα παράδοξο γι' αυτόν, να μου χαρίσει εσένα και τον έρωτα. Αόρατη, παντού και πουθενά.

O βόστρυχός σου πιάστηκε στη σχισμή του βράχου, όταν ήμασταν μόνοι και ολόγυμνοι στη θάλασσα, κι εγώ τον ξέπλεκα φιλώντας σε από τις ρίζες των μαλλιών μέχρι τα γλυπτά δάκτυλα των ποδιών σου. Mαζί μου μεταμορφώθηκες κόρη, έγινες χρυσαλλίδα ερωτική, χωρίς ποτέ να ξαναπείς το αρχικό σου ρήμα.

Xανόσουν στα κύματα, κι εγώ στη στεριά με το άκαμπτο κορμί αγωνιούσα, πάντα φοβισμένος μήπως και εξαφανισθείς. Kαι πάνω στην πιο τρελή μου αγωνία αναδυόσουν ολόγυμνη, μαυρόστιλπνη, κρατώντας δώρα της θάλασσας, κοχύλια, αστερίες και όστρακα με τα οποία συμβόλιζα τον έρωτά μας. Όταν σε περίμενα, οι στιγμές διαστέλλονταν, γίνονταν αιώνες.

Περπατώ ολομόναχος, σημειώνω ανόητα επιχειρήματα σε χαρτάκια, χλιαρά φιλοσοφικά αποφθέγματα, ανίκανος για κάθε πρωτοτυπία, κι οι λέξεις προτού εκστομισθούν χάνουν το νόημά τους, κι απομένει ένα ρήμα που διαρκώς επαναλαμβάνεται: σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, το λέω και το γράφω σα να θέλω να το εννοήσω και ο ίδιος.

Ποιός είμαι εγώ που αναζητώ, όπως ο όχλος την ευτυχία; Eνας αετός ήμουν, Bριτόμαρτι, καρφωμένος χρόνια στην ερημιά, ασκητής χωρίς πίστη, φλογισμένος από μια δύσπιστη γενναιότητα, δοσμένος σε υψηλόφρονη ουδετερότητα. Τώρα αναζητώντας σε γίνομαι ικέτης. Αφαία αόρατη.

Ξέρω πως αόρατη δεν σημαίνει απούσα. Άρα υπάρχεις.

Ερχόσουν, έφευγες, ξαναρχόσουν, δοκιμαστικά στάδια μύησης για τον τελεσίδικο αποχωρισμό με ανάγκαζαν να πεθαίνω και να ξαναγεννιέμαι.

Mου δινόσουν αιφνιδιαστικά, αβέβαιη και η ίδια για τον έρωτά σου, κι εγώ πάντα σε δεχόμουν σα να σε περίμενα εκατοντάδες έτη.

Στη βαθιά, βουβή συνουσία μας εγώ σου μιλούσα, γιατί άγιος δεν ήμουν, περίμενα όμως το θαύμα από σένα την σιωπηλή. Εσύ πυροδότησες αυτόν τον έρωτα, τον έπλασες σαν αγγείο βγαλμένο από τα χέρια αναποφάσιστου τεχνίτη.

Τι μας περίμενε; αναρωτιόμουν, φθαρμένος από το βάσανο να παγιδέψω το μέλλον. Εσύ δεν γνώριζες, δοσμένη σε μια μυστηριώδη ευσπλαχνία που θα αποφάσιζε για μας. Αυτή η αντίληψη μας διαφοροποιούσε ενώνοντάς μας συγχρόνως.

Εξαφανίστηκες στα κύματα, κάποια στιγμή δεν αναδύθηκες και πίστεψα πως είχες πνιγεί.

Θρηνούσα χωρίς δάκρυα, δοσμένος σε ασέληνες νύχτες, ώσπου το θρόισμα του ανέμου έφερε την οσμή σου.

Yπήρχες κοντά μου αόρατη αλλά παρούσα, όπως η ηχώ. Γνωρίζω πως ζης κι αυτό μου προκαλεί αναστάτωση.

Αν είχε πεθάνει Bριτόμαρτι, θα είχα θλιβερά ηρεμήσει, θα μεταμορφωνόμουν σε βράχο ή τμήμα ερήμου, θα αποκτούσαμε κι οι δυο μαζί τις ιδιότητες των ορυκτών.

Ζωντανός όμως και ορατός σε αναζητώ Αφαία, σε οσφραίνομαι και δεν σε βρίσκω. Σε αναζητούσα και στα όρη, εκεί όπου τα μονοπάτια μου ήταν γνώριμα από τους καιρούς της μοναξιάς. Εκεί εννόησα πως δεν θα σε ξαναβρώ.

O άγιος που κοιμάται κοντά στο πεύκο που φύτεψε είναι κουφός. Δεν ανταποκρίθηκε στις ικεσίες μου. Ποιά μοίρα σου όρισε να γίνεις αόρατη; Mετά από έτη αναζήτησης, λέγοντάς σου χιλιάδες λέξεις, στέλνοντάς σου μηνύματα στο άπειρο, έμαθα να αναγνωρίζω την αόρατη παρουσία σου μέσα από το ερωτικό τραγούδι, την περιπαθή πανσέληνο, τις πορφυρές παρειές του εφήβου, το βαθύ βλέμμα της ανταπόκρισης, το ερωτικό κάλεσμα του ζώου. Bριτόμαρτι με τις αναρίθμητες παρθενίες, διαρκώς αλιεύεσαι και ξεγλιστράς από τα δίχτυα, για να καταφύγεις, ανανεωμένη στα σκιερά άλση.

Σου γράφω λέξεις, εξαντλημένες από το ίδιο τους το νόημα, λόγια φτερωτά που τα πάλλει ο αέρας, σου φωνάζω ρήματα που τα παραποιεί η ηχώ και τα καταποντίζει ο θάνατος.

Πρωί και βράδυ ικέτης στα λείψανα του ναού σου, κυνηγημένη κι από δω, κι εγώ μόνος με το ερωτικό παράπονο στο μυαλό, επικαλούμαι: Bριτόμαρτι, Αφαία, αφανέρωτη, έλα για μια στιγμή ολοζώντανη μπροστά μου.


Αίγινα 22 Ιουλίου 1993

Το διήγημα «Αφαία αφανέρωτη» περιλαμβάνεται στη συλλογή «O έτυμος λόγος», εκδόσεις Αρμός, 1998.


Το κολάζ είναι έργο της συγγραφέως