Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Η Ελένη Ζάχαρη «Από Καρδιάς» για την Ελένη Λαδιά

  
 Καλό μήνα αγαπημένοι φίλοι του «Λόγων Παίγνια» και του «Από Καρδιάς»… Πέρασε κιόλας ένας μήνας από την προηγούμενη συνάντησή μας και όλα τα απίθανα μας έχουν συμβεί. Ίσως τις στιγμές που θα διαβάζετε τούτες τις γραμμές να έχουν συμβεί κι άλλα, από εκείνα που πληγώνουν τα μάτια και το μυαλό μας. Όμως υπάρχουν και κάποια πράγματα που μέσα σε σκοτεινές μέρες λειτουργούν σαν ακτίνες φωτός, σαν σημάδια επερχόμενης Ανάστασης. Τέτοιες είναι οι συναπαντήσεις μ’ ανθρώπους που κουβαλάνε σοφία και μέτρο και αγάπη, αγάπη για τον άνθρωπο! 
Πριν αρκετά χρόνια ένα βιβλίο ήρθε στα χέρια μου, το όνομα αυτού «Θητεία» συγγραφέας Ελένη Λαδιά… το βιβλίο το διάβασα και το ξαναδιάβασα και έγινε μυστικά σταθμός στη ζωή μου καθώς συναντήθηκε με τις δικές μου ανησυχίες και τα βαθύτερα παλέματα… λίγο αργότερα ένα ακόμη κατάφερε να με συνταράξει, «Φρειδερίκος και Ιωάννης», βάζοντας νυστέρι στις σκέψεις τις μύχιες και σε αντιπαραθέσεις μυστικές…κι ύστερα, «Η Χάρις»… κάποια διηγήματα στο διαδίκτυο που βρέθηκαν μπροστά μου κι ήταν σαν το ‘μάννα’ εξ ουρανού… και μια σειρά από ‘τυχαία’ γεγονότα που επιβεβαίωνε πως η μια Ελένη εμφανίστηκε διόλου τυχαία στη ζωή της άλλης κι αυτό δεν είναι πέρασμα… Σημεία φανέρωσαν πως τα πράγματα θα γίνουν όπως ήθελε ο καιρός κι όχι όπως προγραμμάτισαν οι άνθρωποι.. Αστείο; Μπορεί. Οι ανατροπές είναι πάντα τα κλειδιά για κάτι που δεν κατανοείται στο πεπερασμένο πεδίο του νου μας τουλάχιστον άμεσα…
Πάντως, τρεις Ελένες συνεργάστηκαν κι εγώ οφείλω από εδώ να ευχαριστήσω την Ελένη Λιντζαροπούλου για τη βοήθειά της και τη χαρά της,  να συναντηθώ με την Ελένη Λαδιά και πραγματικά να μιλήσουμε «Από Καρδιάς». 

Δευτέρα απόγευμα, με καθυστέρηση ενός τετάρτου…κίνηση στο δρόμο απίστευτη, στα ‘ίδια μέρη..’ Ζωγράφου, προς Πανεπιστημιούπολη.. χαμογελάω, ήδη έχω σκεφτεί τόσες φορές πότε πρωτοσυναντηθήκαμε. Θέλω να της το πω.. Χτυπάω το κουδούνι αγχωμένη – πάντα αγχωμένη άλλωστε, όσο και να ψάξω ή να κοιτάξω ποτέ ευχαριστημένη, πόσο μάλλον τώρα- και φτάνοντας στην πόρτα αντικρίζω δυο υπέροχα μάτια, ζεστά κι ένα εξίσου ζεστό χαμόγελο! Η είσοδος στο χώρο της Ελένης Λαδιά είναι σαν να μπαίνω σε κάτι πολύ ξεχωριστό. Το καθιστικό δικό μας κι αμέσως πρέπει με πολλή αγάπη να δεχτώ τρατάρισμα ∙ λέμε δυο, τρεις, τέσσερις κουβέντες , να εξερευνηθούμε και σιγά σιγά ξεκινάμε. Άλλωστε, είπαμε , «Από Καρδιάς» ! 

-Ξέρεις, νιώθω λίγο αμήχανη. Δεν είναι λίγο να μιλάς με έναν άνθρωπο που σημαίνει τόσα πολλά για σένα! Καλώς βρεθήκαμε λοιπόν στο «Από Καρδιάς», καλώς μας ήρθες!

-Κηρόθι! «Από Καρδιάς», κηρ, ομηρικά η καρδιά!  Λοιπόν, γεννήθηκα στις 13 Αυγούστου 1945, στην Αθήνα.

-Ωραία, θα ξεκινήσουμε από τα βιογραφικά; Μεγαλωμένη και στην Αθήνα;
-Ναι, από τα βιογραφικά, γιατί όχι! Μεγαλωμένη εδώ, σ’ αυτή τη γειτονιά. Σπούδασα Αρχαιολογία και Θεολογία…

-Και ξεκινάς να γράφεις; (όταν λέω πως αλλιώς τα σκέφτεσαι κι αλλιώς σε πάνε…)
-Παιδιόθεν! Ποιήματα, διηγήματα, όταν λέω παιδιόθεν εννοώ 10 – 11 χρονών. Δεν φανταζόμουν ότι θα κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου. Ήξερα ότι θα γίνω συγγραφέας. Έφτιαχνα ιστορίες, τις φανταζόμουν, τις έπαιζα μόνη μου, έκλαιγα κιόλας. Βέβαια οι ιστορίες ήταν φανταστικές αλλά τα κλάματα ήταν αληθινά!

-Ελένη, με αφορμή αυτό να σε ρωτήσω κάτι σχετικά με τη γραφή. Διάβασα κάπου να αναφέρεσαι στον Πλατωνικό «Ίωνα», συγκεκριμένα στην έμπνευση, : ‘η έμπνευση είναι μανική, σε κατακλύζει..’ . Ήταν η αφορμή για να μιλήσεις για τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, τη διδασκαλία του να γίνει κάποιος συγγραφέας. Μπορεί;  

-Το να πάει κάποιος που είναι ήδη συγγραφέας εκεί μπορεί να τον βοηθήσει να βελτιώσει πρακτικά θέματα, να μάθει κάτι παραπάνω στην τεχνική, να δει άλλους τρόπους. Να γίνει κάποιος συγγραφέας που δεν έχει την προδιάθεση, όχι.
Η συγγραφή είναι πολυσύνθετη έννοια. Η λογοτεχνία είναι περιέχουσα έννοια. Έχει παρατήρηση, βίωμα, φιλοσοφία, έχει γνώση. Ένας συγγραφέας δεν πρέπει να επαναπαύεται, πρέπει να σπουδάζει, να μελετά, να εργάζεται. Η λογοτεχνία είναι εργασία και μάλιστα τις περισσότερες φορές χειρονακτική.

 -Όταν γράφεις απομονώνεσαι; 

-Παλιότερα ναι, τώρα, όπως βλέπεις, μου είναι δύσκολο. Αυτό βέβαια είναι κουραστικό. Πιο παλιά ήταν ευκολότερο για μένα, αν κάποιος με διέκοπτε λ.χ την ώρα που έγραφα, να ξαναμπώ στην κατάσταση που ήμουν πριν τη διακοπή. Τώρα είναι πιο δύσκολο. Όμως πρέπει να φροντίσω τους μεγαλύτερους από μένα. Αγαπώ αυτό που δύει! Οι γονείς μου ήταν πάντα σημείο αναφοράς. Πλέον η μητέρα..
Δεν μετανιώνω γι’ αυτή τη ζωή ακριβώς επειδή είμαι συγγραφέας. Ένας συγγραφέας έχει πολλές ζωές..

-Ελένη, αυτό άπτεται και μιας απορίας μου. Ζει ο συγγραφέας μέσα από τους ήρωές του; Τους κουβαλά και στη συνέχεια;

-Κοίτα να δεις, τους ήρωες τους φτιάχνει ο συγγραφέας, έχουν κάποια στοιχεία του αλλά είναι κυρίως φανταστικοί.. Όπως λέει κι ο Ησίοδος: «εμείς ιστορούμε και αλήθεια με ψέμα». Τελικά, η σύζευξη αλήθειας και ψεύδους είναι η Τέχνη.

-Η αληθοφάνεια των γεγονότων που παρουσιάζονται… Πάντα ελέγχει ο συγγραφέας; Έχει την εποπτεία;

-Μερικές φορές σε υπερβαίνει το γραπτό. Το έχω δει να συμβαίνει στα διηγήματα. Να θέλω να δώσω άλλη τροπή και το διήγημα  ‘επιλέγει’ να δώσει τη δική του τροπή στο τέλος!

-Όταν γράφεις διαβάζεις λογοτεχνία;

-Όταν γράφω λογοτεχνία διαβάζω άλλα πράγματα, ιστορία, φιλοσοφία συνήθως τέτοια, όχι λογοτεχνία, δεν μπορώ. Όταν πάλι γράφω ένα έργο φιλοσοφικό, ιστορικό, θεολογικό, διαβάζω λογοτεχνία.  Σε περιόδους που λείπει η έμπνευση επίσης  διαβάζω λογοτεχνία.

-Το έργο σου είναι πολυποίκιλο, πολυδιάστατο. Φαίνεται πως η έμπνευση έρχεται από την αρχαία Ελλάδα τόσο, λ.χ Όμηρος, Ορφικοί, ως την χριστιανική ζωή – το γεγονός της ενασχόλησης με τους  Προχαλκηδονίους! Έπειτα οι τρεις μεγάλοι ποιητές μας, Κ. Καβάφης, Α. Σικελιανός, Σεφέρης , το έργο του Δ. Παπαδίτσα, ο «προάγγελος του θανάτου του Θεού», Φ. Νίτσε κι ο Φ. Ντοστογιέφσκι.. Πώς συνδέονται όλα αυτά μεταξύ τους και πού συναντώνται τελικά;

-Ο άξονας που τα συνδέει είναι κοινός, είναι κυρίως, για τα λογοτεχνικά έργα πάντα, ο μυθιστορηματικός άξονας. Από εκεί και πέρα για να τα προσεγγίσεις όλα αυτά χρειάζεται να έχεις πολλές γνώσεις και Αρχαιολογίας και Θεολογίας κι φιλοσοφίας. 

-Εσύ σπουδάζεις Θεολογία, μετά τη Φιλοσοφική. Από περιέργεια, από επιθυμία για γνώση ή από ανάγκη εσωτερική;
-Όταν τελείωσα το αρχαιολογικό υπήρχε ένας νόμος με τον οποίο μπορούσες να μπεις στο Β’ έτος της σχολής που ήθελες. Στη Φιλοσοφική τίποτα δεν είναι σταθερό, το ξέρεις, μαθαίνεις κάτι, έρχεται μια έρευνα το ανατρέπει, μετά μια άλλη το ίδιο. Αν μπορούσα θα είχα σπουδάσει μαθηματικά, γιατί τα μαθηματικά έχουν αυτό το σταθερό. Μετά το Αρχαιολογικό όμως δεν μπορούσα. Η Θεολογία, από την άλλη, σου προσφέρει αυτή τη σταθερά με το δόγμα που κι αυτό είναι σαν τα μαθηματικά. Ήθελα, λοιπόν, να γνωρίζω το πώς διαμορφώθηκε αυτό το δόγμα.

… Στο σημείο αυτό η συζήτησή μας χάνεται, αφορμή οι κοινές σπουδές στη Θεολογία και στο τμήμα Ιστορίας - Αρχαιολογίας. Το παράδοξο είναι πως με την Ελένη Λαδιά συναντηθήκαμε πρώτη φορά ως συμφοιτήτριες… μόνο που εγώ παρέδιδα εργασία κι έπρεπε να παραμείνω στο γραφείο ενός καθηγητή κι εκείνη να φύγει. Τα πράγματα στη ζωή μας έρχονται έτσι που τώρα βρισκόμασταν να μιλάμε για τις αιρέσεις, την Εκκλησία στα πρώτα χρόνια και τους λόγους για τους οποίους  ο Λέοντας Ρώμης μεθόδευσε την αποκοπή των «Προχαλκηδονίων» ή αλλιώς Κοπτών, από την Ανατολική Εκκλησία….Η Ελένη άλλωστε έχει γράψει και δυο βιβλία με αναφορά στους Κόπτες, έχει ασχοληθεί με το θέμα. Η σύγκρουση λογικής και αχωρήτου, η επιθυμία ερμηνείας του ανερμήνευτου παρούσες. Ο Άρειος, ο Ευτυχής, άνθρωποι που έβαλαν το ίδιον θέλημα και τον πεπερασμένο νου πάνω απ’ αυτό που δεν προσεγγίζεται…  Ο αγαπημένος καθηγητής…

- Ελένη, στο έργο σου , και μάλιστα σε δυο από τα αγαπημένα  μου βιβλία στη «Θητεία» και στο «Φρειδερίκος και Ιωάννης», είναι έντονη η παρουσία του Νίτσε. Πόσο επηρεάζει ο Νίτσε το έργο, τη σκέψη σου; 

-Πολύ! Από τη μια αυτός κι από την άλλη ο Ιωάννης της Κλίμακας… Είναι η σκέψη της Ευρώπης ο Νίτσε.

-Συμφωνώ! Άλλωστε είναι αυτός που βλέπει πιο μακριά απ’ όλους.
-Βέβαια, αλλά ο Νίτσε όπως τον έχω εγώ μέσα μου, δεν έχει καμία σχέση με τον Νίτσε του Γιάλομ που τον βάζει στο ντιβάνι να κλαίει!

-Μα δεν είναι η πρώτη φορά που το ανήσυχο πνεύμα του κακοποιείται!

-Με πρώτη την αδελφή του η οποία είχε μια αντισημιτική οργάνωση και χρησιμοποιούσε τις ιδέες του για να ενισχύσει τις δικές της απόψεις!

-Η μεγάλη ανατροπή του Νίτσε είναι το κήρυγμα του «Θανάτου του Θεού», στην Χαρούμενη Επιστήμη..

-Πράγματι, ο Νίτσε μιλά για το Θάνατο ενός Θεού που όμως  είναι φτιαγμένος κατά τα πρότυπα των Ιησουϊτών. Ο ίδιος προερχόταν από θρησκευτικό περιβάλλον. Προσπαθεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο απ’ αυτό που έχει διαμορφωθεί στη Δύση.

-Ο Νίτσε καταγγέλλει τον Θάνατο του Θεού μέσα στις Εκκλησίες, τις χριστιανικές εκκλησίες της Δύσης. Δεν νομίζω, ίσως ακούγεται ακραίο σε κάποιους, πως ο Νίτσε ήταν άθεος. Πιστεύω πως ζητούσε την αλήθεια.

-Αυτό να το γράψεις γιατί το πιστεύω κι εγώ! Όταν ο Νίτσε συναντά τον Ντοστογιέφσκι, διαβάζοντας το «Υπόγειο», αναγνωρίζει σ’ αυτόν μια μεγάλη μορφή ακριβώς για την αλήθεια που εκφράζει. Νομίζω πως αν ο Νίτσε είχε συναντήσει την Ορθοδοξία θα ήταν ένας αληθινός ορθόδοξος. Θα έβρισκε την αλήθεια που ζητούσε.

-Με τον Ιωάννη της Κλίμακας πού συναντώνται; Δυο φωνές που ακούγονται, εκ πρώτης, διαμετρικά αντίθετες. Ο μεγάλος ασκητής του Σινά και ο «αρνητής» Νίτσε!


-Αυτό τους φέρνει κοντά, τον Νίτσε και τον Ιωάννη της Κλίμακας, αυτή η αναζήτηση της αλήθειας. Πρόκειται για δυο διαφορετικές προσωπικότητες και ταυτόχρονα τόσο όμοιες. Είναι και οι δύο μεγάλοι ασκητές του πνεύματος.  Απευθύνονται στις συνειδήσεις που είναι ανοιχτές για να τους ακούσουν και να τους δεχτούν.  Και «Επί τα όρη..» πάντα.

-Στις μέρες μας, υπάρχει πνευματική ζωή; Υπάρχει φιλοσοφικός λόγος, θεολογικός;  
-Πιστεύω ότι υπάρχει. Είναι όμως στα χέρια της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Αυτό πιστεύω. Δεν υπάρχει από πουθενά καμιά προσπάθεια ή ενίσχυση για να ακούγονται.
Τα τελευταία τριάντα χρόνια υπήρξε συστηματική προπαγάνδα εναντίον των αξιών από τους δήθεν «δημοκρατικούς» και «προοδευτικούς». Όλο αυτό πρέπει να αλλάξει, οι πνευματικοί άνθρωποι πρέπει να ασχοληθούν με τη μάζα. Να κατέβουν στο Σπήλαιο! Αυτός είναι ο ρόλος των πνευματικών ανθρώπων σε κρίσιμες εποχές, η Θυσία. Για να γίνει αυτό που λέει ο Παλαμάς στον «Δωδεκάλογο του γύφτου»:
«και  μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά στου Κακού
τη σκάλα, για τα’ ανέβασμα ξανά που  
σε καλεί θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ώ χαρά !
τα φτερά, τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!»

-Να αισιοδοξούμε δηλαδή;

-Ναι! Θυμήσου επίσης τι λέει ο Καμύ! «Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο για να προχωρούμε.»

-Μίλησε μου λίγο για τη συνάντησή σου με τον Δ. Παπαδίτσα. Έχετε συνεργαστεί κιόλας! 
-Ό,τι ωραιότερο ήταν η γνωριμία μου με τον Παπαδίτσα. Γνωριστήκαμε μέσω ενός άλλου φίλου, του Ανδρέα Καραντώνη. Του είχα ζητήσει θυμάμαι δυο τρεις στίχους του να τους βάλω moto σε κάποιο βιβλίο και μου αρνήθηκε λέγοντας πως δεν δίνει κάτι πριν δημοσιευθεί. Σχεδόν του είπα πως έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Όταν έφυγα από το σπίτι του Καραντώνη, όπου συναντηθήκαμε, εκείνος διαμαρτυρήθηκε στον Καραντώνη για τον τρόπο που μίλησα λόγω της ηλικίας μου κλπ,  κι ο Καραντώνης του είπε ‘αυτή η μικρή  που βλέπεις είναι η πρώτη που διάλεξε η Εστία για να τη βάλει στην Κλασική σειρά’!

[Το βιβλίο της Ελένης Λαδιά «Χάλκινος ύπνος» ήταν το πρώτο βιβλίο νεοέλληνα συγγραφέα, νέου σε ηλικία, που επελέγη  από τις εκδόσεις της Εστίας για να μπει στην κλασική σειρά με τα έργα των μεγάλων ονομάτων της ελληνικής λογοτεχνίας!]
» Με τον Παπαδίτσα από τότε κάναμε παρέα και πηγαίναμε στους αρχαιολογικούς χώρους που αγαπούσαμε ατελείωτους περιπάτους. Κάποια στιγμή απαγγέλλοντας έναν Ορφικό ύμνο, συγκινήθηκε κι από εκεί ξεκίνησε η ιδέα της κοινής δουλειάς πρώτα πάνω στους Ορφικούς, μετά στους Ομηρικούς ύμνους, στην Ραψωδία Λ της Οδύσσειας, τη Νέκυϊα, και πάει λέγοντας.. Μόνο μια δουλειά δεν μπορέσαμε να τελειώσουμε…. Εκείνο που θέλαμε πολύ, και είχαμε δουλέψει πάνω σ’ αυτό, ήταν να φαίνεται η ρίζα της λέξης λ.χ  χρυσοκόμης,  νωχελής…
Και στους Ορφικούς ύμνους δεν υπάρχει ούτε  ένα επίθετο που να αποδίδεται περιφραστικά!

-Τώρα θα σε ρωτήσω με αφορμή τα λεγόμενά σου, ‘νεκρή’ γλώσσα τα αρχαία ελληνικά ή «Πάντοτε ωραία και μουσικά τα ελληνικά σου είναι…» ;
-Όχι βέβαια! Και σε παρακαλώ να το γράψεις αυτό! Τα παιδιά θα έπρεπε να διδάσκονται ετυμολογία της γλώσσας, να κατανοούν την εξέλιξη! Από το Δημοτικό, πιστεύω, πως θα έπρεπε να έρθουν σε επαφή με απλές προτάσεις. Σε όλες τις τάξεις να διδάσκονται με τρόπο που να μπαίνουν στο πνεύμα, στο βάθος της γλώσσας!

-Ξέρω τι λες! Το έχω κάνει σε τάξεις με παιδιά όχι της Θεωρητικής αλλά των ΕΠΑΛ, τους έδωσα ένα απόσπασμα από την Αντιγόνη και ξεκινήσαμε με τις λέξεις που χρησιμοποιούμε αυτούσιες, τα παράγωγα, τα ομόρριζα., οι μη χρησιμοποιούμενες ή οι άγνωστες ήταν τελικά ελάχιστες. Εκείνο που ξέρω είναι πως πρέπει να γίνει βίωμα. 

-Μα ναι, να προχωρούν στην υπόθεση της Μυθολογίας, να συνδυάζεται αυτό με μια αγγειογραφία! Να βλέπουν! Κυρίως να μάθουν ετυμολογία, αυτό είναι το σημαντικό!
Αυτό θα βοηθήσει να καταλάβουν την αξία της γλώσσας, την εξέλιξη και τη συνέχειά της! Αυτό που σου είπα και πριν πως κάναμε με τον Παπαδίτσα.

-Μέσα στα βιβλία σου συναντά κανείς προβληματισμούς και τοποθετήσεις διάφορες. Στον «Ονειρόσακκο», συλλογή διηγημάτων, που τον έχω εδώ μπροστά μου, μιλάς σε κάποιο σημείο για την Τέχνη «Έτσι επιθυμώ την Τέχνη: να λάμπει μέσα στη βρωμιά και στον μηδενισμό της εποχής, όπως τα δόντια του νεκρού σκύλου στον ήλιο». Σήμερα τι γίνεται με την Τέχνη; 

-Η Τέχνη μου αρέσει μέχρι εκείνο το σημείο που δεν υπερβαίνει τα όρια. Οι εικαστικοί μου αρέσουν όταν χάριν εντυπωσιασμού δεν ξεπερνούν τα όρια. Δεν μπορώ να δεχτώ έναν Χριστό που κάποιος ζωγραφίζει μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο για να εντυπωσιάσει και μόνο ή κάνει κάτι άλλο πάλι για να εντυπωσιάσει ή να δείξει προοδευτικός! Αυτό δεν είναι ολοκληρωτισμός. Ο Ηράκλειτος λέει, το θυμάσαι, «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα…»

-Ελένη, στη λογοτεχνία πώς είναι τα πράγματα;

-Είναι ενδιαφέροντα αλλά, και πάλι δεν μπορώ να πω πως βρίσκω κάτι πολύ ξεχωριστό. Είχα διαβάσει ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ, του Πιέρ Μισόν το «Βίοι Ελάσσονες» αλλά κι αυτός χάθηκε, δεν ακούγεται όπως συμβαίνει συνήθως με αυτούς που αξίζουν.

-Πιστεύεις πως το ήθος του ανθρώπου έχει να κάνει με τη στάση του ως δημιουργού; Προσωπικά το πιστεύω αλλά συνήθως υποστηρίζεται το αντίθετο.

-Σαφώς και έχει να κάνει! Τα μεγάλα ταλέντα είχαν ήθος. Ο Ντοστογιέφσκι δεν είχε ήθος; Αν υπέφερε από κάτι αυτός ήταν ο αλκοολισμός του. Κοίταξε να δεις, όλα τελικά είναι θέμα εναντιοδρομίας, όπως λέει κι ο Ηράκλειτος. Όλα διέπονται από αυτόν το νόμο. Ψάχνουμε την ισορροπία. Τα όρια που βάζουμε προκύπτουν απ’ αυτή την προσπάθεια εξισορρόπησης των αντιθέτων. 
-Με πας σε άλλο βιβλίο τώρα, στη «Δαιμονολογία ή Λόγοι περί δαιμόνων», όπου «δαίμων» ο Θεός κατά την αρχαιοελληνική έννοια. Μου έκανε εντύπωση ο Εμπεδοκλής με τον αυτοχαρακτηρισμό του, «φυγάς θεόθεν και αλήτης». Ο Πλούταρχος ερμηνεύοντας τη φράση λέει πως ο Εμπεδοκλής εννοεί ότι είναι εξόριστος από Θεούς και τους ανθρώπους και περιπλανώμενος. Έχει την έννοια του μετανάστη. Συνειρμικά πέρασα στον Οιδίποδα κι από εκεί στον πρώτο εξόριστο, τον Πρωτόπλαστο. Μοιάζει αρχετυπικό αυτό. Μια παράβαση και οι συνέπειές της.. 

-Ο Εμπεδοκλής αναφέρεται στον εαυτό του εξαιτίας ενός Χρησμού, αυτού της Ανάγκης, [εδώ έρχεται κι ένα βιβλίο στην παρέα για να μελετήσουμε τον Χρησμό.]
Κάποιο έγκλημα βαραίνει τον Εμπεδοκλή και λέει αυτό. Όποιος αμαρτήσει αυτό έχει συνέπεια  και στα μέλη του. Αρχέτυπο, ναι… Με την έννοια της παράβασης είναι.

-Ο άνθρωπος που είναι ελεύθερος κι όμως σφάλει, στο τέλος τιμωρείται. Ο σύγχρονος άνθρωπος μήπως βρίσκεται σε μια κατάσταση αντίστοιχη;

-Ναι, ο άνθρωπος σήμερα βρίσκεται σε κατάσταση άρνησης. Άρνησης και του εαυτού του και των άλλων ανθρώπων. Έχει αποδεσμευτεί μεγάλο μέρος κακίας στην εποχή μας! Σκέφτομαι πως αν υπήρχε η περίπτωση να ξαναέρθω σε μιαν άλλη ζωή δεν θα ήθελα να έρθω ως άνθρωπος αλλά ως κάτι άλλο. Ο άνθρωπος έχει χάσει το μέτρο. 

-Πριν τελειώσουμε αυτή τη συζήτηση θα ήθελα να μιλήσουμε για το βιβλίο που μας έφερε κοντά. Γιατί «Θητεία»;

-Από τη Θητεία του Απόλλωνος, από τη στρατιωτική θητεία του Νικηφόρου, πιστεύω ότι κατά κάποιο τρόπο θητεύουμε άλλωστε!

-Ένα στοιχείο που νομίζω πως υπάρχει έντονα – αν κάνω λάθος, ευκαιρία να με διορθώσεις – είναι ο θάνατος. Αφορά σε κάποια προσωπική αγωνία αυτό ή στους ήρωες;
-Όχι, καμία προσωπική αγωνία άλλωστε, το μόνο που μπορείς να πεις ότι σκέφτομαι και με στενοχωρεί σε σχέση με το θάνατο είναι οι γονείς. Τώρα μόνο η μητέρα δηλαδή που είναι σε μεγάλη ηλικία.

- Αφορμή για τις σκέψεις αυτές ήταν ο αρχαιολογικός χώρο της Ελευσίνας, ο Λάζαρος που αφηγείται το βίωμα και τον βίο του Αγ. Λαζάρου σε πρώτο πρόσωπο, το μυθιστόρημα του Λάζαρου που αφορά στο Λιβάδι αλλά και με σημείο αναφοράς τους τάφους των γονιών του. Η Μελισσάνη, Αχερουσία Πύλη..

- Η Ελευσίνα είναι ο αγαπημένος μου προορισμός από τους αρχαιολογικούς χώρους. Το ξενοδοχείο που υπάρχει στο μυθιστόρημα του Λάζαρου είναι υπαρκτό, έκανα πολλά χρόνια διακοπές στην Κεφαλλονιά κι έμενα σ’ ένα τέτοιο ξενοδοχείο που το είχε ένα ζευγάρι τύπων όπως αυτό που περιγράφω. Η Μελισσάνη έχει πάρει το όνομά της, καθώς θα ξέρεις, από τη Νύμφη Μελισσάνη.
 Όπως το λες, ναι υπάρχει ο θάνατος. Όμως ο θάνατος έχει αυτό το οριστικό του ‘ποτέ πια..’ Έτσι το νιώθω. Στη ζωή σου υπάρχουν στιγμές που αυτό το ‘ποτέ πια’ εμφανίζεται λόγω καταστάσεων, ξέρεις λ.χ πως από μια ηλικία και μετά είσαι μεγάλη για να γεννήσεις, να κάνεις έρωτα…  Ο θάνατος όμως δεν σου αφήνει περιθώρια άλλων σκέψεων.  Η «Θητεία» όμως ως βιβλίο δεν πραγματεύεται αυτό ή μόνο αυτό. 

-Πέρα απ’ αυτά που είπαμε για τη σημασία αυτού του βιβλίου, σε προσωπικό επίπεδο, έγινες και η αιτία να επισκέπτομαι την Ελευσίνα. Πολλές φορές, μετά τη «Θητεία», η Ελευσίνα υπήρξε καταφυγή… 

-Αλήθεια; Με κάνεις πολύ χαρούμενη! Θα το γράψεις αυτό;

-Εντάξει, θα το γράψω. Πώς κατάφερες αυτό το αριστούργημα; Δυο μυθιστορήματα το ένα μέσα στο άλλο; Εγκιβωτισμός, έτσι;

-Τι να σου πω, δεν ξέρω.. Ρώτα το! Έτσι μου βγήκε. Έχει γίνει και αλλού αυτό. Ναι, είναι εγκιβωτισμός μέχρι ένα σημείο. Στη συνέχεια ενώνονται και γίνονται ένα.

Τα παραλειπόμενα της συζήτησης, και είναι πολλά, δεν γράφονται. Περάσαμε μαζί αρκετές ώρες συζητώντας για πάρα πολλά πράγματα. Κάποια στιγμή έπρεπε να αποχαιρετιστούμε. 

-Σ’ ευχαριστώ που κάναμε αυτή την κουβέντα, που ήσουν μαζί μας στο «Από Καρδιάς» και μιλήσαμε από καρδιάς..

-«Κηρόθι»! Πράγματι από καρδιάς η συζήτησή μας. Χάρηκα επίσης που μίλησα μαζί σου, που έχεις κάνει αυτές τις σπουδές και είχαν νόημα οι ερωτήσεις, γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει ο άλλος να κατέχει γνώσεις για να μιλήσεις για τέτοια θέματα.

Διαβάζοντας διάφορα στο διαδίκτυο για την Ελένη Λαδιά βρήκα κάτι γραμμένο από τον Γιώργο – Ίκαρο Μπαμπασάκη. Συμφώνησα απόλυτα μ’ αυτό που διάβασα, μ’ άρεσε και ο χαρακτηρισμός ‘χαρταετοί’ και το μοιράζομαι μαζί σας για να κλείσω μ’ αυτό το «Από Καρδιάς» «Η Ελένη Λαδιά είναι συγγραφέας. Τα βιβλία της είναι σεντούκια με τιμαλφή. Αλλά είναι και Χαρταετοί. Στα βιβλία της θα βρεις γνώσεις εμπεριστατωμένες, βαθιές. Αλλά θα βρεις και καταβυθίσεις σ’ εκείνους τους ουρανούς που τους λέμε υπόγειους, θα βρεις και τολμηρές περιπολίες σε ναρκοθετημένες ζώνες.»
…εγώ θα έλεγα πως πατάς τη νάρκη σίγουρα και βγαίνεις έτοιμος για να ψάξεις και να ενώσεις τα κομμάτια του εαυτού σου…

Λένη



Πηγή: www.logwn-paignia.gr 
τεύχος 27 

Τα κολάζ είναι έργα της συγγραφέως 


Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΙΣ

της Ελένης Λαδιά



Είναι γνωστή στους περισσοτέρους η ωραία και πολύτιμη, για το θέμα της, αγγειογραφία του Δούριδος, όπου απεικονίζονται σκηνές σχολείου στις εξωτερικές πλευρές της αττικής κύλικος του πέμπτου π.Χ. αιώνος. Στις παραστάσεις αυτές εικονίζονται ανηρτημένες λύρες, δάσκαλος και μαθητής που παίζουν λύρα, δάσκαλος που παίζει αυλό και ο μαθητής τον κοιτάζει, ενώ στο κέντρο των παραστάσεων δάσκαλος που κρατεί κύλινδρο, ξετυλιγμένο στην άκρη του, όπου διακρίνεται η αρχή διθυράμβου, αναφερομένου στα κατορθώματα του Αχιλλέως κοντά στον Σκάμανδρο ποταμό της Τροίας, καθώς και παράσταση δασκάλου που διαβάζει η διορθώνει τα γραπτά του μαθητή του. Στην άκρη των παραστάσεων απεικονίζονται οι παιδαγωγοί των νέων.1
Παρατηρείται λοιπόν ότι γραφή, ανάγνωση και μουσική ήταν στενώς συνδεδεμένες για την εκπαίδευση των νέων, όπως μας διδάσκει ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς. Η σημερινή όμως παιδεία αγνοεί τα έργα των φιλοσόφων μας, που φωτοδοτούν ολόκληρη την ανθρωπότητα και πράττει κάτι το βάναυσο και βαρβαρικό: τα σύγχρονα σχολικά προγράμματα μειώνουν τις ώρες των μαθημάτων της μουσικής και δεν βοηθούν στην διάσωση των μουσικών σχολείων.
Τα μαθήματα που οφείλουμε να δώσουμε στα παιδιά, γράφει ο Πλάτων στο Ζ’ βιβλίο των Νόμων, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Είναι η γυμναστική για την σωματική ανάπτυξη και η μουσική για την ψυχική καλλιέργεια. Η γυμναστική χωρίζεται σε χορό και πάλη. Ο Αθηναίος, ένας από τους τρεις συνομιλητές των Νόμων, (το προσωπείο του ιδίου του Πλάτωνος) λέγει επίσης πως οι συχνές αλλαγές και οι νεωτερισμοί αλλοιώνουν τον χαρακτήρα των νέων και φέρνουν κακό στην πόλη. Το αμετάβλητο επίσης των Νόμων επί πολλά έτη κάνει την ψυχή του ανθρώπου να σέβεται την παράδοση. Ποιος δαίμονας λοιπόν θέλει σήμερα να αψηφήσει την παράδοσή μας, όταν και στο μικρότερο χωριό ιθαγενών της ζούγκλας σέβονται την παράδοσή τους και λένε, φορώντας το σκουλαρίκι στην πλατιά τους μύτη, «αυτό είναι η παράδοσή μας.» Στην Ελλάδα λοιπόν οι ιθύνοντες της παιδείας φαίνεται πως δεν επιθυμούν την συνέχεια της ελληνικής παράδοσης, γι’ αυτό και κάθε νέος υπουργός παιδείας αλλάζει τα προγράμματα των σχολείων συσκοτίζοντας έτσι τους μαθητές. Στο πλατωνικό σχολείο έπρεπε απαραιτήτως να διδάσκονται μουσική και λύρα, διότι η καλή ανατροφή (Πολιτεία Γ,402Β) εξαρτάται από την μουσική εκπαίδευση. Ο Αριστοτέλης γράφει επίσης στα Πολιτικά, βιβλίο Θ: «Οι νέοι να διδάσκονται μουσική, διότι συμβάλλει στην δημιουργία του ήθους και της ψυχής. Η μουσική επιδρά στον χαρακτήρα, οι μελωδίες προκαλούν ενθουσιασμό, που ως ψυχικό πάθος συνδέεται με το ήθος. Οι μελωδίες είναι μιμήσεις ηθών (μιμήματα ηθών) κι αυτό φαίνεται από την φύση της αρμονίας, που με την αλλαγή της αλλάζουν και τα συναισθήματα του ακροατή. Άλλες μελωδίες ευφραίνουν την ψυχή και άλλες την θλίβουν. Γαλήνη προκαλεί μόνον ο δωρικός τρόπος, ενώ ο φρυγικός εμπνέει ενθουσιασμό. Έτσι ο Αριστοτέλης φρονεί πως η δωρική αρμονία ταιριάζει περισσότερο στην παιδεία.»2
Η δύναμις της μουσικής επιδρά ακόμη και στην πέτρα, αν θυμηθούμε την περίπτωση του μουσικού Αμφίονος, που με την χρυσή του λύρα παράσερνε πέτρες, με τις οποίες κτίσθηκαν τα τείχη της άλλοτε ανοχύρωτης Θήβας.
Σημειώσεις
  1. Μιχάλης Τιβέριος Ελληνική τέχνη, αρχαία αγγεία, Εκδοτική Αθηνών, 1996
  2. Ελένη Λαδιά Οι Έλληνες παίδες στην αρχαιότητα, Εκδόσεις Gema, 2010  

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

ΟΙ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ



Της Ελένης Λιντζαροπούλου

Ο ταξιτζής υπομονετικά, σχεδόν με πατρική φροντίδα, αποβίβασε την τσιγγάνα με τα δύο παιδιά, το μωρό και το καροτσάκι που ερχόταν για το επισκεπτήριο, κάνοντας μας νόημα πως ήταν ελεύθερος. Συνήθως καλούσαμε ραδιοταξί αλλά εκείνη την ημέρα, χωρίς προφανή λόγο, δεν το κάναμε.

Μαζί με το τέλος της Σχολικής χρονιάς, έκλεινε ένας χρόνος επισκέψεών μας στο Σχολείο των Φυλακών και ο ενθουσιασμός για την ολοκλήρωση ενός στόχου διαδεχόταν την θλίψη για την απομάκρυνση από τον χώρο και τα παιδιά λόγω των θερινών διακοπών.  

Το να επιλέγεις να πας στη Φυλακή με το Έγκλημα και Τιμωρία ή την Φόνισσα, δεν είναι και το πλέον συνηθισμένο. Καλά καλά δεν είναι συνηθισμένο το να επιλέγεις την κλασσική λογοτεχνία ως αντικείμενο γνώσης γι αυτούς τους μαθητές. Η κουλτούρα της Φυλακής ή ακόμη και η δυσπιστία μας ως προς το επίπεδο των μαθητών – κρατουμένων, τα στερεότυπα και τόσα άλλα θα μπορούσαν να είχαν στρέψει τις επιλογές της συγγραφέως αλλού. Ακόμη ακόμη, θα μπορούσε να είχε επιλέξει να «μπει» στο χώρο με δικά της βιβλία, να τους μιλήσει για τα δικά της συγγραφικά πονήματα, που δεν είναι ούτε λίγα ούτε μη εγνωσμένης πνευματικής αξίας, ή και να επιδιώξει την δημοσιότητα και την προσωπική προβολή μέσα από αυτές της τις επισκέψεις.

Αντίθετα η Ελένη Λαδιά επέλεξε να συναντήσει το νου αυτών των παιδιών με εργαλείο τα έργα που θεωρούσε ότι ακόνισαν και τον δικό της νου, έργα των μεγάλων κλασικών. Ντοστογιέφσκι – Ουγκώ – Παπαδιαμάντης… αλλά και Σεντ Εξιπερύ. Αισθανόμενη η ίδια ως πνευματικός άνθρωπος, μπροστά στα ονόματα τους και το έργο τους, ακόμη χθεσινή, επέλεξε να διδάξει έργα αξεπέραστα, ικανά να ξεκλειδώσουν την ψυχή και την σκέψη των μαθητών – κρατουμένων.

Οι μαθητές την αισθάνονταν δικό τους άνθρωπο. Επέλεγε την επικοινωνία μαζί τους δια της αλήθειας και της αποδοχής, με την συναίσθηση της ευθύνης που έχουν οι πνευματικοί άνθρωποι για την πορεία αυτού του κόσμου, κουβαλώντας αδιαμαρτύρητα στην πλάτη της όλο το βάρος των εγκλημάτων τους.
-Τα παιδιά μου, τι κάνουν;
Αυτή ήταν η μόνιμή της ερώτηση, παρότι είχε να κάνει με ενήλικες και όχι παιδιά, ειπωμένη με άφατη τρυφερότητα και λαχτάρα, κάθε φορά που μιλούσαμε στο τηλέφωνο τις ημέρες που περνούσαν από μάθημα σε μάθημα.

Κάθε δεκαπέντε ημέρες, για έναν ολόκληρο χρόνο, χωρίς να λογαριάζει έξοδα και κόπο, 8.30 το πρωί, και κάποιες φορές πιο νωρίς, με περίμενε έξω από την Φυλακή, φορτωμένη βιβλία, για να περάσουμε μαζί τον έλεγχο και την πύλη. Με την βοήθεια του Διευθυντή του Σχολείου, του εκλεκτού μας πια φίλου, Γιώργου Ζουγανέλη, εξασφαλίζαμε κάθε φορά την άδεια εισόδου.

Το μάθημα κρατούσε ως τις 12 παρά… οι κρατούμενοι μαθητές έπρεπε τότε να επιστρέψουν στα κελιά τους κι εμείς να πάρουμε τον δρόμο για την έξοδο και την επιστροφή μας η κάθε μία στις υποχρεώσεις της.

Η μετακίνηση γινόταν πάντα με ταξί και πάντα ένας μικρός διάλογος ανοιγόταν ανάμεσα σ’ εμάς και στον οδηγό. Στις πρώτες «τυπικές» ερωτήσεις απαντούσα συνήθως εγώ.

-Δικηγόροι είστε;
-Όχι. Η κυρία είναι συγγραφέας.
-Συγγραφέας; Και τι κάνετε εδώ, γράφετε κάτι για την Φυλακή;
-Όχι, μαθήματα λογοτεχνίας.
-Για να μάθουν να γράφουν;
-Όχι. Για να μάθουν απλώς.

Εκείνη την ημέρα ο ταξιτζής ήταν πιο ομιλητικός. Ήθελε να μάθει. Όχι από περιέργεια αλλά από ενδιαφέρον.
Η Ελένη Λαδιά πρόθημα του εξήγησε πόσο σημαντικό θεωρούσε γι αυτά τα παιδιά να ασκήσουν το νου και την ψυχή τους μέσα από την σκέψη των μεγάλων δημιουργών, πόσο σημαντικό θα ήταν για την παραπέρα πορεία ζωής τους, αφού οι περισσότεροι έδειχναν ήδη έμπρακτα ότι το Σχολείο είχε ακονίσει θετικά το νου τους και είχε αλλοιώσει την εγκληματική συμπεριφορά τους. Είχαν αρχίσει να αλλάζουν. Κατανοούσαν την τιμωρία και την ποινή και αισιοδοξούσαν για το μέλλον και την ζωή τους μετά την αποφυλάκιση. Μετανοούσαν.

Ο ενθουσιασμός και η έμπρακτη αγάπη της, δεν φαινόταν μόνο στα λόγια της. Είχε αποδεικτικό την δωρεά ψυχής που κατέθετε σ’ αυτά τα παιδιά και την λαχτάρα της να συνεχίσει και την επόμενη χρονιά, όσο το δυνατόν περισσότερο.

Την αφήσαμε έξω από το σπίτι της. Το βάδισμά της πιο ξεκούραστο από το πρωί κι ας είχε διδάξει τόσες ώρες. Τα μαθήματα στους κρατούμενους της έδιναν φτερά.
«Σ’ ευχαριστώ που μ’ έβαλες Φυλακή». Ήταν το μόνιμό της λογοπαίγνιο, δηλώνοντας μου την χαρά της που η παρουσία μου στον Δήμο Κορυδαλλού της είχε ανοίξει την πόρτα του Σωφρονιστικού Καταστήματος.
«Εμείς σ’ ευχαριστούμε Ελένη Λαδιά. Μπορεί να επιδιώκουμε την απομάκρυνση των Φυλακών, όμως μιλάμε για τους τοίχους, οι άνθρωποι είναι άνθρωποι και κάνουμε γι αυτούς ό,τι είναι δυνατόν». 

Συνέχισα με το ταξί επιστρέφοντας στη δουλειά μου απαντώντας στις ερωτήσεις του οδηγού για το επίπεδο των μαθημάτων στο Σχολείο των Φυλακών, για τις δυνατότητες που είχαν να συνεχίσουν την εκπαίδευση, αλλά και για την πορεία της χώρας και την κρίση θεσμών και αξιών...

Στο φανάρι, πριν αποβιβαστώ, ο ταξιτζής, με χαιρέτισε και είπε, με έκφραση που φανέρωνε κάτι ανάμεσα στην συγκίνηση και την ελπίδα:

«Υπάρχουν ακόμη τέτοιοι άνθρωποι σ’ αυτή την πατρίδα;»


Αναδημοσίευση από το περιοδικό diastixo.gr

Στην φωτογραφία η Ελένη Λαδιά και ο Διευθυντής του Σχολείου των φυλακών Γιώργος Ζουγανέλης κατά την διάρκεια της ομιλίας του Δημάρχου Κορυδαλλού στα εγκαίνια της έκθεσης ζωγραφικής των μαθητών – κρατουμένων.
 

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Ελένης Λαδιά - Τό ἅγιο περιστέρι


« Ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι πάντα ἀφεθήσεται τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων τά ἀμαρτήματα καί αἱ βλασφημίαι ὅσας ἄν βλασφημήσωσιν· ὅς δ’ἄν βλασφημήσῃ εἰς τό Πνεῦμα τό Ἄγιον, οὐκ ἄν ἔχει ἄφεσιν εἰς τόν αἰῶνα, ἀλλ’ ἔνοχός ἐστιν αἰωνίου κρίσεως· ὅτι ἔλεγον, πνεῦμα ἀκάθαρτον ἔχει.» ( κατά Μᾶρκον 3, 28—31)

Ἀριστοκλῆς ὁ Πνευματοφόρος κοιμήθηκε έντός τῆς χαράδρας ὕπνον  βαθύ, ὅμοιον μέ θάνατο. Τότε εἶδε ὄναρ ἤ ὅραμα ἤ ἀπλῶς φαντασίωση.
Γιά τήν τροφή του ἕνα τεράστιο κατάλευκο περιστέρι τοῦ ἔσταζε στό στόμα κρύο καί γλυκό χυμό. Κατόπιν τό πτηνό στεκόταν σέ μιά κορυφή τοῦ τοπίου καί, μολονότι ἀποτραβηγμένο καί σκεπτικό, φρόντιζε γιά τίς ἀνάγκες τοῦ κοιμώμενου: ἄνοιγε τά τεράστια φτερά του προστατεὐοντάς τον ἀπό τόν ἥλιο καί τήν βροχή αἰῶνες τώρα, ὅσο διαρκοῦσε ὁ ὕπνος.
 Χρόνια ἀπασχολοῦσε τόν ἥρωά μας ἡ ὕπαρξη καί ἡ παρουσία τοῦ ἁγίου πνεύματος. Ἑφοδιασμένος μέ τά θεολογικά δόγματα περί ἐκπορεύσεως μόνον ἐκ τοῦ Πατρός, περί τῶν οίκουμενικῶν Συνόδων,καί κυρίως τῆς Β’ Ἐν Κων/λει τό 381 μχ περί τῆς θεότητός του, καί περί τῆς πνευματικῆς διαμάχης Μεγάλου Βασιλείου καί Εὐνομίου.
Τά σημεῖα ὅμως πού ξετρέλαιναν τόν νοῦ του θέτοντάς σέ κίνηση τόν διανοητικό του μηχανισμό ἦταν δύο ἐδάφια. Τό ἕνα ἀναφέρεται ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη(16,)ὅπου ὁ Ἰησοῦς λέγει στούς μαθητές του περί τοῦ Παρακλήτου δηλαδή περί τοῦ Πνεύματος τῆς ἀληθείας, τοῦ χορηγοῦ τῆς ζωῆς, γιά νά φτάσει στήν τρομερή σάν ρομφαία φράση, πού συντάραζε τόν Ἀριστοκλῆ χρόνια τώρα. «Ἔτι πολλά ἔχω λέγων ὑμῖν, ἀλλἀ οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι. ὅταν δέ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας,ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν· οὐ γάρ λαλήσει ἀφ’ἐαυτοῦ, ἀλλ’ὅσα ἄν ἀκούσῃ λαλήσει, καί τά ἐρχόμενα ἀναγγελεῖ ὑμῖν.»
Τί πύρινα λόγια ἦταν αὐτά; Ἀποκάλυψε ὁ Ἰησοῦς πώς πολλά εἶχε νά μᾶς πεῖ, σκεφτόταν ὁ Ἀριστοκλῆς, ἀλλά δέν μπορούσαμε ἀκόμη νά τά ἀντέξουμε. Καί μόνον τό Ἅγιο Πνεῦμα θά μᾶς ὁδηγοῦσε στήν ἀλήθεια ἀναγγέλοντας ὄχι δικά του λόγια, ἀλλά ὅσα εἶχε ἀκούσει γιά τά μελλούμενα.
Αυτό τό ἐδάφιο συγκλόνισε τόν Ἀριστοκλῆ προτρέποντάς τον νά συσχετίσει ἀρχικῶς τόν ἀνθρώπινο ἐγκέφαλο μέ τόν ἅγιο Πνεῦμα, μέχρι πού ἀργότερα, μέσα στούς αἰῶνες  τά συνταύτισε. Καί τά δύο εἶχαν ἔναν κοινό παρανομαστή: τήν βαθμιαία ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας. Ὁ ἀνθρώπινος ἐγκέφαλος ἀνιχνευόταν ἀργά παραμένοντας ἀκόμη ἄγνωστος γιά τόν ἄνθρωπο, (δέν ξέρουμε τί ἔχουμε μέσα στό κεφάλι μας, ἔλεγε μελαγχολικά ὁ ἥρωάς μας,) ἐνῶ τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν εἶχε ἀκόμη ὁλοκληρώσει τήν ἐξελικτική του πορεία. Τό ἀγαποῦσε τό Ἄγιο Πνεῦμα, γιατί αὐτό ὁδηγοῦσε τόν ἐγκέφαλό μας, τόν καθυστερημένο ἀδελφό του.
Ὅμως ὄχι, γιά ἔτη ὁ Ἀριστοκλῆς ἔκανε λάθος φρικτόν νά ταυτίζει τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ τόν ἀνθρώπινο ἐγκέφαλο. Μπέρδευε τό ἄκτιστον μέ τό κτιστόν. Ἄκτιστος ἦταν ὁ Θεός καθώς ἄκτιστο καί τό ἅγιο Πνεῦμα ὡς πρόσωπο τῆς ‘Αγίας Τριάδος,  ἀφοῦ καί τά τρία πρόσωπα ἔχουν κοινή φύση, θέληση καί ἐνέργεια, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι κτιστός. Ἀλλοίμονο αύτός γνωρίζει μόνον ἔνα μικρό ποσοστό τοῦ ἐγκεφάλου του, γι’αὐτό καί δέν θά μποροῦσε νά βαστάξει τά λόγια τοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος καθοδηγοῦσε ὀρθῶς λέγοντας πώς μόνον τό Ἅγιο Πνεῦμα θα μᾶς ὁδηγήσει σέ ὁλόκληρη τήν ἀλήθεια. Πῶς; θά ἀποκαλύψει βαθμηδόν τόν ἐγκέφαλό μας.
Ὁ Ἀριστοκλῆς θυμήθηκε τήν συνομιλία τοῦ Ἰησοῦ μέ τόν Φαρισαῖο Νικόδημο,καί νόμισε πώς  ἐκείνη τήν νύχτα ἦταν κι αὐτός ἀντάμα μέ τόν κρυφό θαυμαστή τοῦ Ναζωραίου, μαζί ρώτησαν ἄν μπορεῖ νά ξαναγενηθεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅταν εἶναι γέρων, ἄν μπορεῖ νά γεννηθεῖ γιά δεύτερη φορά, καί ὁ Διδάσκαλος ἀπάντησε πώς αὐτό πού ἔχει γεννηθεῖ ἀπό τήν σάρκα εῖναι σάρκα, ἐνῶ αὐτό πού γεννήθηκε ἀπό τό πνεῦμα εἶναι πνεῦμα. Κι ὅποιος δέν γεννήθηκε ἀπό ὕδωρ καί Πνεῦμα, δέν δύναται νά εἰσέλθει στήν ούράνια βασιλεία.
Ἄρχισε νά βρέχει πολύ, ὁ Ἀριστοκλῆς δέν πρόλαβε νά κρύψει μέ τά χέρια του τό πρόσωπό του, διότι τό τεράστιο περιστέρι τοῦ σκέπασε ὁλόκληρο τό σῶμα, καί μόνον ὅταν ἡ βροχή ἀραίωσε καί ἔγινε εὐεργετική, ὅπως τό Ἄγιο Πνεῦμα, ἐκεῖνος ἀπάγγειλε τούς ἀγαπημένους του στίχους* πού περιέγραφαν τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τούς φώναζε δυνατά, γιά νά τούς ἀκούσει ἡ ἠχώ καί νά τούς ταξιδέψει. Μία ἡ Χάρις, πολλά τά χαρίσματα, αὐτήν τήν βαθύρριζη ρήση τήν ὄφειλε στίς θεολογικές του σπουδές. Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἕνα ἀλλά δίνει ποικίλα χαρίσματα σύμφωνα μέ τήν ἰδιοσυγκρασία τοῦ καθενός. Παρομοιάζουν τό Πνεῦμα μέ τό νερό, κι αὐτό ἀνέφερε  τό θαυμάσιο ἀπόσπασμα: γιατί τό ὕδωρ εἶναι χλοοποιόν καί ζωοποιόν καί ὅπως τό νερό τῆς βροχῆς κατεβαίνει μέ τήν ἴδια σὐσταση,ἡ ἐνέργειά του εἶναι πολυειδής. Γίνεται λευκό στό κρίνο, κόκκινο στό τριαντάφυλλο, πορφυρό στούς μενεξέδες καί στούς ὑάκινθους, διαφορετικό στό ἀμπέλι καί στόν φοίνικα. Γίνεται δηλαδή ὅ,τι χρειάζεται τό καθένα, ἐνῶ τό ἴδιο δέν χάνει τήν ταυτότητά του.
Τό πελώριο περιστέρι ἄκουγε προσεχτικά καί μέ τά γουργουρητά του ἔμοιαζε νά συναινεῖ. Μετά ὁ Ἀριστοκλῆς παρέμενε ξαπλωμένος ἀνάσκελα, ἀκίνητος σάν πεσμένο στήν χλόη ἄγαλμα κι ἀπό τόν νοῦ του, πού ἦταν μιά βαθειά δεξαμενή γνώσεων, περνοῦσε ὅλο τό παρελθόν καί τό παρόν τῆς ἀνθρωπότητας, ὁ homo erectus, ὁ homo habilis, ὁ homo sapiens, ἀναρίθμητοι ἑαυτοί μέ ἀναλόγους ἐγκεφάλους, στρατιές πολεμιστῶν καί ἀδικiῶν, ἐφευρέσεις καί κατορθώματα, προϊστορικά σπήλαια, ἀρχιτεκτονικά ἐπιτεύγματα, βόμβες καί πύραυλοι, φιλοσοφικές θεωρίες, ἐπιστημονικές ἀνακαλύψεις, παρήγορες θρησκεῖες, ὅλα ἔφταναν μέ χρονολογική σειρά καί καταπληκτική ταχύτητα.
Ἦταν πλέον βέβαιον πώς τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ὁ Χριστός ἐρέθισε κι ἄλλα τμήματα  τοῦ ἀνθρώπινου ἐγκεφάλου, γιά νά ἀποδείξει τίς δυνατότητές του. Ὅλοι οἱ ἀπόστολοι ἦταν συγκεντρωμένοι στό ἴδιο σπίτι, ὅταν βοή ἀκούστηκε ἀπό τόν οὐρανό λές καί φύσηξε δυνατός ἄνεμος, ἐνῶ γλῶσσες σάν πύρινες φλόγες διαμοιράσθηκαν στόν καθένα, ἐπληρώθησαν ὅλοι ἀπό τό ἄγιο πνεῦμα καί ἄρχισαν νά μιλοῦν νέες γλῶσσες. Ὅλοι,  Πάρθοι, Μῆδοι,  Ἐλαμῖτες  καί οἱ κατοικοῦντες τήν Μεσοποταμίαν, τήν  Ἰουδαίαν, τήν Καππαδοκίαν, τόν Πόντον, τήν Ἀσίαν, τήν Φρυγίαν, τήν Παμφυλίαν, τήν Αἴγυπτον καί τά μέρη τῆς Λιβύης, οἱ ἐγκαταστημένοι Ρωμαῖοι καί  Ἰουδαῖοι, Κρῆτες καί Ἄραβες ἔμειναν κατάπληκτοι, ὅταν ἄκουσαν τούς ἀποστόλους νά τούς μιλοῦν στήν μητρική γλώσσα τοῦ καθενός.
Ἀρχή ἔγινε στήν Πεντηκοστή, ἀπό τότε φάνηκε ἡ βοήθεια καί ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιά τίς δυνατότητες τοῦ ἀνθρωπίνου ἐγκεφάλου.
Τό δεύτερο ἐδάφιο πού ἐπίσης συγκλόνιζε τόν νοῦ τοῦ Ἀριστοκλῆ ἦταν  τοῦ ‘Αποστόλου Παύλου ( πρός Κορινθίους Α) «τό γάρ Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ, καί τά βάθη τοῦ Θεοῦ.» Ἄν ὅμως ἤθελε νά εἶναι εἰλικρινής, θά ἔπρεπε νά παραδεχθεῖ πώς αὐτό τό ρητό ἦταν ἐν πολλοῖς ἀκατανόητο: ξέφευγε ἀπό κάθε δογματική ἑρμηνεία. Τί δηλαδή τό ἅγιο Πνεῦμα πού ἦταν Θεός ἀνίχνευε τά βάθη του; ἤ ταυτιζόμενο μέ τόν ἀνθρώπινο ἐγκέφαλο, αὐτός ὁ τελευταῖος ἐρευνοῦσε τά βάθη; Πάλι ἡ σκληρή διαφορά μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ.
Πέρασαν ἔτσι χιλιάδες αἰῶνες καί ὁ Ἀριστοκλῆς, μέ ὁδηγό του τό πελώριο περιστέρι διαβαίνοντας ἀπό σκοτεινές στοές ἔβλεπε στίς πλευρές τους νοσοκομεῖα μέ ἀρρώστους, φρενοκομεῖα μέ ψυχοπαθεῖς, ὁλοκαυτώματα, ρατσιστικές δολοφονίες αἱματηρούς πολέμους, φυλακές, καί ὅλες τίς βαναυσότητες τοῦ ἀνθρώπου στόν ἄνθρωπο. Τό περιστέρι δέν κουραζόταν, κι ὅταν ὁ Ἀριστοκλῆς άπόσταινε ἤ ἔκλαιγε γοερῶς, ἐκεῖνο χαμήλωνε καί τόν ἔπαιρνε στήν ράχη του.
Διάβηκαν ἀκόμη ἀπό σπηλιές ἀραχνιασμένες ἀλλά κι ἀπό θαλασσινές ὁλόδροσες, μέ εὐτυχισμένους ἀνθρώπους, ἀπό περίλαμπρους ναούς μέ χιλιάδες πιστούς, ἀπό σχολεῖα μέ λαμπερά μυαλά. Ὅ,τι περιεῖχε τό παρελθόν καί τό παρόν ἐκτυλίχθησαν σέ αίώνιες στιγμές μπροστά στά μάτια του. Προχωροῦσε πρός ἕνα ἄγνωστο μέλλον, πάντα μέ ὁδηγό τό πελώριο περιστέρι. Τώρα τό σῶμα του διαλυόταν, στό χῶμα ἔμεινε μόνον τό ἀποτύπωμα πού φιλοτέχνησαν οἱ αἰῶνες, γιά νά σβήσει σιγά σιγά κι αὐτό μέ τήν βροχή καί τόν ἄνεμο.
Ἡ πορεία πρός τό μέλλον ἦταν συναρπαστική, γιατί ὁ ἐγκέφαλος λειτουργοῦσε σέ ὅλη του τήν πληρότητα. Τώρα ἑρμήνευε ὅλους τούς ἤχους τοῦ σύμπαντος, ἀπό τῶν ἀστέρων μέχρι τῶν θαλασσίων κυμάτων, ἀπό τόν χορό τῆς βροχῆς μέχρι τούς ψιθύρους τῆς ἄμμου στίς θαλασινές ἀκρογιαλιές. Ὁ ἴδιος ἦταν πλέον ἀσώματος, ἀόρατος, ἀνώνυμος, ἄφθαρτος, μέ τίς αἰσθήσεις νά πάλλονται, μέ τόν χωροχρόνο τετραδιάστατο καί ἀκόμη περισσοτέρων διαστάσεων, ἄκουε χωρίς ὦτα καί ἔβλεπε χωρίς ὀφθαλμούς. Μάθαινε μέ ταχυτάτη ἀντίληψη ὅλες τίς φωνές τῶν ὄντων καί εἶδε τό καθόλου, τό ὅλον πλέον καί ὄχι τό μέρος, ἐνῶ γύρω του ἔπαιζαν θαυμάσιοι χρωματισμοί μέ τήν λαμπρότητα ὅλων τῶν ἥλιων. Πορευόταν πρός τό μέλλον, πήγαινε νά συναντήσει τόν δημιουργό, αὐτόν τόν αἰσθανόσουν μόνον μέ προηγμένο ἐγκέφαλο. Τό τεράστιο περιστέρι ἐξαυλωνόταν κι αὐτό, ἔχανε τήν ὑλική του ἀπόσταση, γινόταν ἅγιο.
Ὅλα τώρα τοῦ φαινόταν μακρινά καί δίχως νόημα, ἀνόητα δηλαδή, μπροστά στό θαῦμα. Μήπως αὐτό εἶναι ἡ θέωση; Νά πλημμυρίζεις φῶς, νά πλέεις σέ μιά φωτεινή θάλασσα, χωρίς πόνους καί ἀνάγκες, αὐτό εἶναι ἡ θέωση; Νά ἀνοιχθοῦν ρόδινες χαραμάδες, γιά νά δεῖς κάτι ἀπό τό θαυμαστό σύμπαν. Αὐτό εἶναι ἡ θέωση;
Νά σοῦ δείχνει τόν δρόμο τῆς τελειότητας τό Πνεῦμα, αὐτό εἶναι ἡ θέωση;   
 Ἀριστοκλῆς ὁ Πνευματοφόρος δέν μποροῦσε νά προσδιορίσει τήν θέωση. Ἤξερε ὅμως πώς ἡ ἀποκάλυψη τοῦ ἀνθρωπίνου ἐγκεφάλου μέ τήν βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁδηγοῦσε σέ αὐτήν.

Ἑλένη Λαδιᾶ 21/5/13

*Ἀπό τίς Κατηχήσεις Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων.
ΙΒ «Καί διά τί ἆρα τήν πνευματικήν χάριν ὕδωρ ὠνόμασεν; ἐπειδή δ’ὕδατος ἡ σύστασις τῶν ἀπάντων. ἐπειδή χλοοποιόν καί ζωοποιόν ἐστι τό ὕδωρ. ἐπειδή ἐξ οὐρανῶν κατέρχεται τό τῶν ὄμβρων ὕδωρ. ἐπειδή μονοειδές μέν κατέρχεται, πολυειδῶς δέ ἐνεργεῖ. μία μέν γάρ  πηγή ὅλον παράδεισον ἐπαρδεύει, εἶς δέ καί ὁ αὐτός ὑετός κατέρχεται ἐν παντί τῷ κόσμῳ, καί γίνεται λευκός μέν ἐν κρίνῳ, ἐρυθρός δ’ἐν ρόδῳ, πορφυραῖος δ’ἐν ἴοις καί ὑακίνθοις καί διάφορος καί ποικίλος ἐν παντοίοις εἴδεσιν. καί ἐν φοίνικι μέν ἄλλος καί ἐν ἀμπέλῳ δ’ἄλλος, καί ἐν πᾶσι τά πάντα, μονοειδής ὤν καί οὔκ ὤν ἄλλος αὐτός ἑαυτοῦ.»
Ἐκδόσεις «Ἑτοιμασία» ’Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 1991


**Το κείμενο δημοσιεύθηκε το Περιοδικό Νέα Ευθύνη, τευχ. 18 ΙΟΥΛΙΟΣ – ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2013

***Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο, είναι κολάζ της συγγραφέως με τίτλο: «ανθισμένο κεφάλι»